Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

Συνέντευξη Τύπου του Πρωθυπουργού μετά την ολοκλήρωση των εργασιών του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου

Στο πλαίσιο συνέντευξης τύπου, σε συνέχεια των εργασιών της Συνόδου Κορυφής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες εχθές, 15 Δεκεμβρίου, ο Πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, ανέφερε: 
«Όπως γνωρίζετε, σήμερα είχαμε μια πολύ δραστήρια ημέρα από το πρωί, με διαδοχικές συναντήσεις. Είχα τη δυνατότητα να συνομιλήσω κατ’ ιδίαν με τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κ. Μάρτιν Σουλτς, με τον Επίτροπο αρμόδιο για οικονομικά θέματα, κ. Μοσκοβισί, με την Πρωθυπουργό του Ηνωμένου Βασιλείου, κα Τερέζα Μέι, με την οποία είχαμε ιδιαίτερη συνομιλία σε ό,τι αφορά το Κυπριακό και την πορεία των εντατικών συνομιλιών, με τον Πρωθυπουργό της Ολλανδίας, κ. Μαρκ Ρούτε, αλλά και με τον Πρόεδρο της Γαλλίας, Φρανσουά Ολάντ, καθώς και με τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κ. Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ. Θε ήθελα να ξεκινήσω λέγοντας ότι η σημερινή Σύνοδος ήταν πολύωρη και πολυθεματική. Έθεσε σχεδόν όλο το εύρος των προκλήσεων που αντιμετωπίζει η Ευρώπη αυτήν την περίοδο. Είχαμε την ευκαιρία με τον Πρόεδρο Αναστασιάδη να θέσουμε το Κυπριακό, και ο Πρόεδρος Αναστασιάδης έκανε μια αναλυτική ενημέρωση για την πορεία προς τις εντατικές διαπραγματεύσεις που θα ξεκινήσουν στη Γενεύη στις 9 Γενάρη. Νομίζω ότι αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία να τονιστεί είναι ότι στο σχέδιο συμπερασμάτων υπήρξε η ομόφωνη απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, προκειμένου η Ευρωπαϊκή Ένωση να είναι μέρος της διάσκεψης της Γενεύης, να λάβει ενεργό μέρος στην πολυμερή διάσκεψη της Γενεύης. Αυτή θεωρώ ότι είναι μια σημαντική απόφαση, δεδομένου ότι η Κυπριακή Δημοκρατία, όπως τονίζεται και στα συμπεράσματα, είναι και θα είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Επιπλέον, συζητήσαμε ζητήματα ασφάλειας και σταθερότητας, τις σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας και Ευρωπαϊκής Ένωσης-Ρωσίας, το συριακό, το ουκρανικό, την ενίσχυση του ρόλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ζητήματα περιφερειακής ασφάλειας και άμυνας, τις εξελίξεις στον τομέα της μετανάστευσης και τη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης. Τέλος, είχαμε τη δυνατότητα να κουβεντιάσουμε και για την πορεία των διαπραγματεύσεων σχετικά με το Brexit.
Στο μεταναστευτικό, επιβεβαιώσαμε τους βασικούς άξονες της μεταναστευτικής πολιτικής. Είχα την ευκαιρία κατά τη διάρκεια αυτής της συζήτησης να τονίσω για άλλη μια φορά σε επίπεδο Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, το τεράστιο βάρος που σηκώνει η Ελλάδα για όλη την Ευρώπη και την ανάγκη η Ευρωπαϊκή Ένωση να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, κυρίως σε ό,τι αφορά στην επιτάχυνση της διαδικασίας των μετεγκαταστάσεων (relocation), την αποστολή εξειδικευμένου στελεχιακού δυναμικού, αλλά και τις επιστροφές μεταναστών στις χώρες προέλευσής τους. Στο πλαίσιο αυτό, έχει ιδιαίτερη σημασία να τονίσω ότι εγκρίθηκε το νέο κοινό σχέδιο δράσης, το οποίο συμφωνήσαμε η Ελλάδα μαζί με την Επιτροπή, σχετικά με την αναβάθμιση των μηχανισμών διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών, στο πλαίσιο της συμφωνίας Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας. Πρόκειται για ένα σχέδιο δράσης, το οποίο ήδη έχει αρχίσει να τίθεται σε εφαρμογή σε συνεργασία με τη νέα Ευρωπαϊκή Συνοριοφυλακή και Ακτοφυλακή, με συγκεκριμένες δεσμεύσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κι αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για εμάς, για την επιστροφή μεταναστών στις χώρες προέλευσής τους, για την αποστολή στελεχών στα νησιά και για την επιτάχυνση των μετεγκαταστάσεων. Για πρώτη φορά, αυτό το νέο κοινό σχέδιο δράσης θέτει πολύ φιλόδοξους στόχους και μιλά για υψηλούς αριθμητικούς στόχους των 2.000-3.000 το μήνα σε ό,τι αφορά τις μετεγκαταστάσεις, πράγμα το οποίο θα αρχίσει να εφαρμόζεται και πιστεύουμε ότι στον πρώτο, δεύτερο μήνα θα έχει άμεση απόδοση στην αποσυμφόρηση των κέντρων φιλοξενίας που βρίσκονται στην ενδοχώρα. Νομίζω ότι αυτό είναι μια πολύ σημαντική εξέλιξη.  
Τέλος, είχαμε τη δυνατότητα, να συζητήσουμε για τη συριακή κρίση, για την τραγική κατάσταση στο Χαλέπι και την ανάγκη να εντατικοποιηθούν οι διπλωματικές πρωτοβουλίες για την κατάπαυση του πυρός και την ειρήνη, τη δυνατότητα να υπάρξει ειρήνευση στην πολύπαθη χώρα.                
Σε ό,τι αφορά τα οικονομικά ζητήματα – να περάσω στα θέματα που νομίζω ότι θα σας ενδιαφέρουν ιδιαίτερα – αυτά δεν άπτονται της συζήτησης εντός του Συμβουλίου, αλλά ήταν το αντικείμενο των συζητήσεων που είχα στα τετ-α-τετ και στις κατ’ ιδίαν συναντήσεις με Αρχηγούς Κρατών και Κυβερνήσεων. Ειδικά σε ό,τι αφορά το ελληνικό πρόγραμμα, επιτρέψτε μου να κάνω κάποιες επισημάνσεις. Γνωρίζετε πάρα πολύ καλά ότι η Ελλάδα βρίσκεται στην τελική φάση της διαπραγμάτευσης για το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης. Η ελληνική κυβέρνηση από τον Αύγουστο του 2015 έχει τηρήσει κατά γράμμα τις δεσμεύσεις της. Έχει προβεί σε δύσκολες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και συνεχίζει τη δημοσιονομική προσαρμογή. Μάλιστα τόσο το 2015 όσο και το 2016 είχαμε σημαντική υπεραπόδοση των εσόδων έναντι των στόχων του προγράμματος. Η ανεργία έχει μειωθεί και, σύμφωνα με τα σημερινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, είναι στο 22,6%, περίπου 4,5 μονάδες δηλαδή χαμηλότερα από ό,τι την παραλάβαμε τον Ιανουάριο του 2015. Την ίδια στιγμή η ελληνική οικονομία είναι σαφές ότι έχει περάσει σε φάση ανάκαμψης, με τα δύο τελευταία τρίμηνα του έτους να κλείνουν με θετικό πρόσημο και, παρά τις αρχικές προβλέψεις ένα χρόνο πριν, σήμερα είναι κάτι περισσότερο από πιθανό το 2016 τελικά να κλείσει συνολικά με θετικό πρόσημο. Σε αυτή λοιπόν την κρίσιμη φάση, σε μία φάση που η ελληνική οικονομία ανακάμπτει, σε μία φάση που η Ελλάδα τηρεί τις υποχρεώσεις της και υπεραποδίδει έναντι των προβλεπόμενων από το πρόγραμμα στόχων, θεωρώ ότι είναι κάτι περισσότερο από απαραίτητο όλοι να δουλέψουμε, ώστε να διατηρηθεί αυτή η πορεία της ανάκαμψης, να διατηρηθεί η σταθερότητα.
Τη στιγμή λοιπόν που η ελληνική κυβέρνηση τηρεί με συνέπεια τις δεσμεύσεις της, θεωρούμε ότι είναι απαράδεκτο ορισμένοι να θέλουν να ξαναφέρουν αυτό το γνωστό διαπραγματευτικό παιχνίδι σε βάρος της Ελλάδας και σε βάρος του ελληνικού λαού, ο οποίος έχει κάνει τεράστιες θυσίες στο όνομα της Ευρώπης κι έχει υποφέρει εδώ και οχτώ χρόνια από προγράμματα λιτότητας, τα οποία θα μπορούσαν, όπως οι ίδιοι οι εμπνευστές τους έχουν παραδεχθεί, να είχαν αποφευχθεί.
Επιτρέψτε μου ένα σχόλιο ειδικά σε σχέση με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Πρέπει να κατανοήσει ότι η επιμονή του για τη λήψη νέων μέτρων λιτότητας από το 2019 και μετά, δηλαδή για την περίοδο μετά το τέλος του προγράμματος, είναι μία επιμονή αντιδημοκρατική, που στηρίζεται σε ένα υπεραισιόδοξο μοντέλο προβλέψεων. Λέω ότι είναι αντιδημοκρατική διότι κανένα Κοινοβούλιο της Ευρωζώνης ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κανένα δημοκρατικό κοινοβούλιο, δε θα μπορούσε να αποδεχθεί ένα τέτοιο αίτημα και να αποφασίσει μέτρα, αν τυχόν χρειαστούν, για μια περίοδο μετά από τρία χρόνια. Νομίζω ότι όλοι μπορούν αυτό να το κατανοήσουν. Αν, όμως, το Ταμείο είναι τόσο βέβαιο ότι η ελληνική οικονομία δεν μπορεί να πιάσει τους στόχους του 3,5% μεσοπρόθεσμα, θα ήταν προτιμότερο να πιέσει προς άλλη κατεύθυνση. Θα ήταν προτιμότερο να πιέζει προς την κατεύθυνση των ευρωπαϊκών θεσμών, θα έλεγα, και όχι προς την Ελλάδα, ώστε αυτοί οι στόχοι των πρωτογενών πλεονασμάτων να μειωθούν.
Πρέπει επίσης το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να κατανοήσει ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο, το δεσμευτικό για όλους μας κοινωνικό μοντέλο, πυρηνικό στοιχείο είναι οι συλλογικές διαπραγματεύσεις, πυρηνικό στοιχείο, θα έλεγα, του κοινωνικού κεκτημένου της Ευρώπης. Επομένως, δεν μπορεί η κατάσταση εξαίρεσης στην οποία καταδικάστηκε η Ελλάδα τα προηγούμενα χρόνια να μονιμοποιηθεί. Οφείλει να λάβει ένα τέλος.
Θέλω λοιπόν κλείνοντας να πω ότι είμαι πεπεισμένος ότι όλοι, κατανοώντας την κρισιμότητα της κατάστασης συνολικά στην Ευρώπη, αλλά και λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό προσήλωσης και τήρησης από πλευράς της Ελλάδας της συμφωνίας, θα συμβάλουν, ώστε πολύ σύντομα να έχουμε μια πολύ θετική εξέλιξη σε ό,τι αφορά την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης.
Σε ό,τι αφορά τα έκτακτα μέτρα τα οποία λάβαμε για τη στήριξη των χαμηλοσυνταξιούχων, αλλά και των νησιών μας, των νησιωτών μας που έχουν πάρει στις πλάτες τους όλο το βάρος της Ευρώπης στην προσφυγική κρίση, θέλω να τονίσω ότι πρόκειται για μέτρα τα οποία δε θέτουν σε καμία διακινδύνευση το πρόγραμμα και τους στόχους, τους στόχους του πρωτογενούς πλεονάσματος για το 2016, πολύ περισσότερο δεν έχουν καμία δημοσιονομική επίπτωση στο 2017 και στο 2018. Η απόφαση αυτή ελήφθη με απόλυτη ασφάλεια έναντι των στόχων του 2016. Βεβαίως είναι κατανοητό από όλους ότι είναι μία απόφαση εφάπαξ, την οποία πήραμε τώρα που είχαμε αυτό το εξαιρετικά θετικό αποτέλεσμα υπεραπόδοσης εσόδων έναντι στόχων, το οποίο οφείλεται στη σκληρή μας δουλειά, στο γεγονός ότι είχαμε μια πολύ θετική απόδοση σε ό,τι αφορά τη φοροδιαφυγή και την πάταξη του λαθρεμπορίου. Πιστεύω λοιπόν ότι αυτή ήταν η ελάχιστη υποχρέωσή μας απέναντι σε κάποιους ανθρώπους που τα επτά τελευταία χρόνια έχουν κάνει μεγάλες θυσίες, επαναλαμβάνω, στο όνομα της Ευρώπης.
Είμαι βέβαιος λοιπόν ότι και σε αυτό το ζήτημα το επόμενο διάστημα θα υπάρξουν οι κατάλληλες διαβουλεύσεις. Αναμένουμε από την πλευρά των θεσμών μία έκθεση – ίσως εσείς να είστε πιο πληροφορημένοι από έμενα – η οποία αναμένουμε να λέει τα αυτονόητα. Δηλαδή, ότι δεν  υπάρχει καμία επίπτωση δημοσιονομική και βεβαίως από την πλευρά μας θα δοθούν, αν χρειαστεί, οι απαραίτητες εξηγήσεις για το χαρακτήρα αυτών των μέτρων, ώστε να υπάρξει μία υπέρβαση, αν θέλετε, της παρεξήγησης που έχει δημιουργηθεί.
Από εκεί και πέρα, οφείλω να σας πω ότι δεν είναι αυτό το κύριο θέμα που μας απασχολεί. Έχει απασχολήσει ιδιαίτερα τα Μέσα Ενημέρωσης στην πατρίδα μας – και δικαίως ίσως – αλλά νομίζω ότι άλλα είναι τα κρίσιμα θέματα σε ό,τι αφορά το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης. Πιστεύω ότι πράγματι το επόμενο διάστημα θα παρθούν οι κατάλληλες πρωτοβουλίες από όλες τις πλευρές, ώστε να υπάρξει η απαραίτητη γεφύρωση των διαφορών για να έχουμε μία θετική κατάληξη. Σας ευχαριστώ και είμαι στη διάθεσή σας».          

ΕΡΩΤΗΣΗ: Κύριε Πρόεδρε, ήθελα να ρωτήσω αν θέσατε αυτό το θέμα, στο οποίο καταλήξατε πριν από λίγο, στη Γερμανίδα Καγκελάριο, στη συζήτηση που σας είδαμε να έχετε για λίγο στο περιθώριο της Συνόδου, αν θα το θέσετε αυτό το θέμα και αύριο στην Καγκελαρία και αν θεωρείτε τυχαίο το γεγονός ότι είχαμε την προηγούμενη εβδομάδα το χτύπημα Thomsen μέσω του άρθρου του στο ΔΝΤ και τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο οποίος μία εβδομάδα μετά τις εξαγγελίες σας θυμήθηκε ότι αυτές τινάζουν στον αέρα το πρόγραμμα, ότι δεν είναι συμβατές με το πρόγραμμα.  
 Α. ΤΣΙΠΡΑΣ: Με την Γερμανίδα Καγκελάριο  θα έχω την ευκαιρία αύριο να συζητήσω διεξοδικά. Είχε την ευγενή καλοσύνη να μου παραχωρήσει ένα γεύμα εργασίας στην καγκελαρία. Συνεπώς θα έχουμε την δυνατότητα να κουβεντιάσουμε, αυτά δεν κουβεντιάζονται στο πόδι. Απλά εγώ θα ήθελα να υπενθυμίσω σε όλους σας, ότι αυτή η παράξενη, αν θέλετε, αντίδραση από την πλευρά του γερμανικού Υπουργείου Οικονομικών δεν είναι κάτι πρωτοφανές για μας. Συνηθίζει το γερμανικό Υπουργείο Οικονομικών να είναι, αν θέλετε, το πιο αυστηρό, ο πιο αυστηρός κριτής στην πορεία υλοποίησης της συμφωνίας. Θέλω να σας θυμίσω πως τον περασμένο Οκτώβριο, λίγο πριν το κλείσιμο των τελικών  milestones εν όψει του τυπικού  κλεισίματος της πρώτης αξιολόγησης, στο Eurogroup του Οκτωβρίου, ο Γερμανός Υπουργός Οικονομικών πάλι, ενώ είχαμε υλοποιήσει όλες τις μεταρρυθμίσεις και όλες τις υποχρεώσεις που προέβλεπε η συμφωνία με τους θεσμούς, πάγωσε την εκταμίευση των ληξιπρόθεσμων, της δόσης που θα πήγαινε στις ληξιπρόθεσμες οφειλές, για ένα τεχνικό ζήτημα, απολύτως δευτερεύον. Για το γεγονός ότι ήταν αρχές Οκτώβρη και δεν μπορούσαμε να έχουμε την πλήρη ανάλυση  της απόδοσης των ληξιπροθέσμων για τον Σεπτέμβριο. Ενώ την είχαμε λίγες μέρες αργότερα, αλλά καθυστέρησε η εκταμίευση τότε για 15 μέρες. Πάλι τώρα, η μόνη χώρα, το μοναδικό Υπουργείο Οικονομικών από αυτά της Ευρωζώνης θέτει ζήτημα, με αφορμή την υπεραπόδοση  των στόχων σε ό,τι αφορά την υλοποίηση των βραχυπρόθεσμων μέτρων για το χρέος τα οποία είχαν αποφασιστεί από το προηγούμενοEurogroup. Θέλω όμως να τονίσω ότι και τυπικά τούτη την φορά είναι έξω από τα πλαίσια της λογικής αυτή η απόφαση δεδομένου ότι η συμφωνία έλεγε σαφώς ότι τα μέτρα για το χρέος θα εφαρμοστούν μετά την ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης. Δεν είναι υπόθεση της δεύτερης αξιολόγησης η εφαρμογή των μέτρων. Και δικαίως λοιπόν, έχει δημιουργηθεί ένα κύμα αγανάκτησης από μια σειρά από χώρες ή Υπουργούς Οικονομικών που λένε ότι αυτή δεν είναι μια σωστή και σοβαρή συμπεριφορά απέναντι στην Ελλάδα. Εγώ, όπως με βλέπετε, είμαι όμως εξαιρετικά ήρεμος και θεωρώ ότι είναι κάτι το οποίο πολύ σύντομα θα ξεπεραστεί. Άλλοι εκτίθενται από αυτές τις αποφάσεις και όχι η Ελλάδα.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα να ρωτήσω όλη αυτή η συζήτηση έχει καταστεί με κάποιον τρόπο και αντικείμενο με έναν ιδιαίτερο τρόπο και των πολιτικών εξελίξεων, των επικείμενων εκλογών σε μια σειρά από χώρες. Αν συναντήσετε και πάλι όπως την προηγούμενη χρονιά, τον εκβιασμό μπροστά σας, ποιο περιθώριο εναλλακτικό έχετε, γιατί μιλούν πάρα πολλοί για εκλογές, έχετε ξεκαθαρίσει ότι δεν είναι επιλογή της κυβέρνησης οι εκλογές. Θέλω να ξέρω όμως εάν οδηγηθεί τελικά όλη αυτή η συζήτηση σε αδιέξοδο, τι περιθώρια έχει η κυβέρνηση. Μια απορία εν όψει της αυριανής επίσκεψης, θυμάμαι ότι κατά την πρώτη συνάντηση με την Καγκελάριο Μέρκελ στο Βερολίνο είχατε θέσει εμφατικά το θέμα των επανορθώσεων και του κατοχικού δανείου. Θέλω να ρωτήσω εάν θα τεθεί αύριο με τον ίδιο εμφατικό τρόπο αύριο ή αν λόγω των ευαίσθητων συνομιλιών μπορεί να  περιμένει.
Α. ΤΣΙΠΡΑΣ: Καταρχάς το θέμα αυτό παραμένει ανοιχτό. Η διεκδίκηση από πλευράς της Ελλάδας είναι διαρκής και δεδομένη. Πρέπει να σας πω ότι το έθεσα και στην προηγούμενη συνάντηση που είχα πριν από δέκα περίπου μέρες με το Γερμανό Υπουργό Εξωτερικών, τον κ. Στάινμαϊερ, όπου βεβαίως είχαμε την δυνατότητα και τον χρόνο να κάνουμε μια αναλυτική συζήτηση. Με ρωτάτε διαρκώς, δεν είναι η πρώτη φορά που δέχομαι αυτό το ερώτημα. Ίσως γιατί δεν είναι η πρώτη φορά που βρισκόμαστε μπροστά σε μία δύσκολη πραγματικότητα που έχει να κάνει με τους συσχετισμούς, τις δυσκολίες, το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Όμως εγώ  πιστεύω πως τούτη την ώρα, αυτό που κάποτε μπορεί να φάνταζε και να έμοιαζε με αρνητικό δεδομένο, σήμερα είναι αυτό το οποίο θα μας βοηθήσει για να βρούμε μια ουσιαστική διέξοδο και επίλυση, αν θέλετε, για άλλη μια φορά σε μια δύσκολη στιγμή λίγο πριν από την ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Θέλω λοιπόν να τονίσω το απλούστερο γεγονός ότι η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε πολύ μεγάλες προκλήσεις και η Ελλάδα βρίσκεται στο επίκεντρο αυτών των προκλήσεων. Δεχόμεθα στην ευρύτερη περιοχή πολύ σημαντικές απειλές από τις προσφυγικές ροές, όπου η Ελλάδα παίζει καθοριστικό ρόλο για την επιστροφή της κανονικότητας στο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Βρισκόμαστε λίγο πριν από τις τελικές εντατικές συνομιλίες για την επίλυση ενός κρίσιμου θέματος για την Ευρώπη· γιατί δεν είναι ελληνοτουρκική διαφορά το Κυπριακό. Βρισκόμαστε σε μια περιοχή ευρύτερα αποσταθεροποιημένη και βρισκόμαστε και σε μια περίοδο που η ευρωπαϊκή οικονομία προσπαθεί να ανακάμψει. Και ταυτόχρονα η επόμενη χρονιά είναι μια εκλογική χρονιά για πολύ κρίσιμες χώρες της ΕΕ. Θεωρώ λοιπόν, και αυτή είναι η  απάντησή μου, ότι σε μια τόσο δύσκολη συγκυρία, δεν χωράνε ούτε καπρίτσια ούτε εκβιασμοί ούτε παιχνίδια. Όλοι στο τέλος της ημέρας θα αναλάβουνε τις ευθύνες τους.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Θα ήθελα να σας ρωτήσω για την συνάντησή σας με την πρωθυπουργό της Βρετανίας σε σχέση με το Κυπριακό, με δεδομένο ότι η Βρετανία είναι από τις εγγυήτριες δυνάμεις, θα ήθελα να ξέρω εάν έγινε κάποια συζήτηση σε σχέση με αυτό.  Κι επίσης αν θα μπορούσατε να μου πείτε μετά την συνάντησή σας με τον κ. Αναστασιάδη, εάν θεωρείτε πως υπάρχει αυτή τη στιγμή μια ομοθυμία σε Αθήνα και Λευκωσία μεγαλύτερη από αυτή που υπήρχε πριν από μερικά χρόνια, αναφέρομαι στο σχέδιο Ανάν οπότε εκείνη την φορά δεν κατέστη δυνατό να βρεθεί λύση του Κυπριακού. Τώρα είναι καλύτερες οι προοπτικές;
Α. ΤΣΙΠΡΑΣ: Νομίζω ότι οφείλουμε να κρατήσουμε ανοιχτό ένα παράθυρο ευκαιρίας και ελπίδας για λύση στο Κυπριακό. Το timing, η συγκυρία, δεν είναι η καλύτερη δυνατή διότι έχουμε δυστυχώς μπει σε μια τροχιά αρνητικής ατζέντας στις ευρωτουρκικές σχέσεις, διότι έχουμε μια κλιμάκωση της έντασης από την πλευρά της Τουρκίας ιδιαίτερα μετά από το πραξικόπημα στην γείτονα χώρα, η οποία εκφράζεται πολλές φορές με απαράδεκτες δηλώσεις αμφισβήτησης διεθνών συνθηκών. Από την άλλη όμως έχουμε μια θετική συγκυρία, τόσο ο πρόεδρος Αναστασιάδης όσο και ο ηγέτης της τουρκοκυπριακής κοινότητας να θέλουνε λύση και να την θέλουνε ειλικρινά. Πιστεύω ότι είναι ίσως μια τελευταία ευκαιρία, δεδομένου ότι σε λίγο αν περάσει και άλλη μια δεκαετία, οι γενιές που θα είναι οι ενεργές γενιές στο νησί, θα είναι γενιές που δεν θα έχουνε αναμνήσεις από την κοινή διαβίωση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Και θα αρχίσει να μεγεθύνεται μια αντίληψη που λέει ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να αλλάξουμε τα δεδομένα. Επιπλέον θεωρώ ότι είναι και μια πολύ σημαντική ευκαιρία για την ΕΕ να έχει επιτέλους κι ένα success story, να έχει  μια επιτυχία. Γι’ αυτό τον λόγο και ζητήσαμε από την πλευρά την δική μας, με τον πρόεδρο τον κ. Αναστασιάδη σήμερα  από την Ευρώπη να αναλάβει ένα ενεργό ρόλο. Η Κύπρος είναι μια  χώρα-μέλος της ΕΕ, δεν είναι μια τρίτη χώρα που διαπραγματεύεται με την Τουρκία. Και επιπλέον η πιθανή λύση του Κυπριακού θα έχει προφανώς θετικές επιπτώσεις στην ευρύτερη περιοχή, αλλά και στην κρίσιμη ευρωτουρκική συμφωνία σε σχέση με τις προσφυγικές ροές. Από την άλλη όμως, καταθέσαμε με σαφήνεια τις κόκκινες γραμμές. Καταθέσαμε με σαφήνεια την άποψη ότι δεν μπορεί να υπάρξει λύση σε αυτό το αναχρονιστικό πλαίσιο των εγγυήσεων της δεκαετίας του 1960 και δεν μπορεί να υπάρξει λύση εάν η Τουρκία εμμένει στην παράλογη απαίτηση της παραμονής των τουρκικών στρατευμάτων στο νησί. Και βεβαίως επιπλέον καταστήσαμε σαφές προς την ευρωπαϊκή πλευρά ότι μια τέτοια εκδοχή δεν θα ήταν αρνητική μόνο για την Ελλάδα, δεν θα ήταν αρνητική μόνο για την Κύπρο. Αλλά θα ήταν αρνητική και για την Ευρώπη την ίδια, η οποία πιθανόν θα έχει στο τραπέζι των 27 ένα μέλος που θα βρίσκεται υπό τον διαρκή εκβιασμό στρατευμάτων της Τουρκίας. Γι’ αυτό λοιπόν νομίζω ότι έγινε σαφές ότι και οι 26, πλην ημών, δηλαδή πλην Ελλάδας και Κύπρου, που ήταν στο τραπέζι σήμερα, συμφώνησαν με την άποψη ότι πρέπει να κάνουμε μεγάλη προσπάθεια προκειμένου να υπάρξει μια θετική διέξοδος και μια βιώσιμη λύση. Και πιστεύω ότι αυτό θα το δούμε τις επόμενες μέρες. Τώρα εάν από την άλλη πλευρά η Τουρκία εμμείνει στην αδιαλλαξία, είναι κάτι το οποίο πραγματικά το απευχόμαστε. Πραγματικά θέλουμε να υπάρξει μια διέξοδος και θα το διεκδικήσουμε, θα το παλέψουμε.


[ΣΥΡΙΖΑ Βικτώρια]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου