Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Η Έλσα Κορνέτη σε α΄ πρόσωπο Εκτύπωση

Όλα ξεκίνησαν με μια αίσθηση και μια σκέψη:
Ο άνθρωπος περιπλανιέται σ’ ένα απέραντο κενό.
Ο άνθρωπος νιώθει στη ράχη του ψυχρή την ανάσα του κενού.
Ο άνθρωπος τρέμει το κενό του ουρανού όπως ο συγγραφέας την κενή σελίδα. Το κενό του Θεού αναπαύεται μέσα στο κενό του ανθρώπου. Ζούμε στην τρύπα ενός αφηγηματικού κενού κι ένας αθέατος απορροφητήρας ρουφάει ανελέητα τις λέξεις μας, όπως ο χρόνος τα κύτταρά μας. Έπειτα σπεύδουμε άπαντες να γεμίσουμε το κενό μ’ έναν παράδεισο ή μια κόλαση.
Το αστρικό σώμα του ανθρώπου είναι η ποίηση. Υπερίπταται, απομακρύνεται και κάθε φορά που ολοκληρώνει την αποστολή της σαν αγγελόπτερο επιστρέφει στον άνθρωπο και μπαίνει στη φωλιά της ψυχής.
Όλα ξεκίνησαν μ’ έναν αφορισμό του Πολ Βαλερί: «Ένας άγγελος διαφέρει από έναν δαίμονα κατά μια σκέψη μόνον που όμως δεν του έχει έρθει ακόμα».
Όλα ξεκίνησαν μ’ έναν άγγελο με φτερά παπαγάλου σ’ έναν αναγεννησιακό πίνακα του Κροάτη ζωγράφου Mihajlo Hamciz στο Ντουμπρόβνικ. Έπειτα όλα πήραν τον δρόμο τους.
Φτερωτά πλάσματα γνωστά κι άλλα από εμένα κατασκευασμένα, πλάσματα αλλοπρόσαλλα, αγγελικά και δαιμονικά ζωγραφίζονται με λέξεις. Φτερωτά πλάσματα παράξενα δραπετεύουν αυτούσια από πίνακες και γλυπτοθήκες, γεμίζοντας με την παραδοξότητά τους το μεταφυσικό ποιητικό διάστημα. Φτερωτά πλάσματα εύμορφα, αλλά και πλάσματα τερατόμορφα απελευθερώνονται από το πλαίσιο που τους είναι πια στενό μέσω μιας μεταμόρφωσης, ίσως και παραμόρφωσης, πετώντας με πτήσεις αγγελικές ίσως και δαιμονικές.
Η χρήση των αγγέλων στην Τέχνη είναι τόσο παλιά όσο και ο άνθρωπος. Σκέφτηκα να τους δω σαν το μεταφυσικό υλικό που γεμίζει το κενό ανάμεσα στον Ουρανό και τη Γη. Σαν τους διαμεσολαβητές μιας συμφιλίωσης. Της πραγματικότητας της Γης με τη φαντασία του Ουρανού. Ή σαν μια απόπειρα απελευθέρωσης από την ομηρία των μύθων. Εκεί όπου δεν ξέρει κανείς ποιος είναι όμηρος ποιου. Η πραγματικότητα αιχμάλωτη της φαντασίας ή η φαντασία αιχμάλωτη της πραγματικότητας;
Η Έλσα Κορνέτη σε α΄ πρόσωπο
ΑγγελόπτεραΈλσα Κορνέτη
Μελάνι
96 σελ.
ISBN 978-960-591-059-4
Τιμή: €10,00
Με την ανύψωση κατακτούν ένα είδος κάθαρσης και εξιλέωσης, μια απαλλαγή και μια αποκόλληση από έναν κόσμο ρυπαρό, βίαιο, αποτελματωμένο και καθόλου ποιητικό. Η ευελιξία της φαντασίας συμβάλλει στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Έτσι προκύπτει η ανάγκη για μια νέα αναπαράσταση του κόσμου. Περιπλανώμενη και φτερωτή.
Το ποιητικό υποκείμενο έχει φύση πτητική. Η φαντασία έχει φύση πτητική. Η ποίηση είναι μια ιπτάμενη φαντασμαγορία. Η τέχνη είναι ένα πεδίο άσκησης ελευθερίας της ύπαρξης. «Τρομακτική εκκρεμότητα» είναι κατά τον Ρώσο συγγραφέα Μιχαήλ Μπουγκάλκοφ «η ύπαρξη» και είναι φορές που ο άνθρωπος, πολύ περισσότερο ο καλλιτέχνης ο στοιχειωμένος από την υπερχειλίζουσα ευαισθησία του, δεν ξέρει τι να κάνει πια με αυτήν τη «φτερωτή» ύπαρξή του. Είναι φορές που πάσχει από έλλειψη διαχείρισης ύπαρξης. Είναι φορές που η ακρίβεια του περιρρέοντος ρεαλισμού τον πονάει. Είναι η αλήθεια του τόσο ωμή που πολλές φορές πονάει. Ένα χαρακωμένο όσο και ακονισμένο στον χρόνο βλέμμα καταγράφει. Ένα φανταστικό δάχτυλο βουτά αφήνοντας ίχνη σύμβολα, άλλοτε βαθιά, άλλοτε ρηχά στο βούτυρο της ψυχής. Άγρια και ήμερη η ψυχή. Η αποξένωση από την ίδια τη ζωή.
Η αυτοπαρατήρηση εναλλάσσεται με την ετεροπαρατήρηση σαν ο αρχικός κεντρικός παρατηρητής του εαυτού του ν’ αρχίζει να κοιτάζει έναν άλλον. Το σώμα γυμνό και περιττό, στιγμές που στέκονται ασάλευτες, γυμνά αποστεωμένα γλυπτά οι λέξεις και η ζωή προαίσθημα και απειλή.
Με έναν καθρέφτη, ένα σφυρί κι ένα σκαρπέλο ένας άνθρωπος με χίλιες φωνές αντηχεί την υπαρξιακή του ασημαντότητα από το βαθύτερο δωμάτιο του κόσμου με πυξίδα έναν υπερκόσμιο μαγνήτη και με στοίχημα την έλξη για την εξερεύνηση του βάθους.
Σ’ έναν έλεγχο της μοίρας, σε μια επεξήγηση του καταναγκασμού του πεπρωμένου, σε μια φαντασίωση πρόβλεψης προσβλέπει η Ποίηση όπως και οι υπόλοιπες τέχνες. Η αναβίωση ενός αβίωτου παρελθόντος και η προσμονή ενός βιωμένου μέλλοντος.
Η ιδανική χώρα όμως θα παραμένει πάντα μαγικά και τραγικά ψευδαισθητική και το ερώτημα αιώνιο:
Είναι η ποίηση αυτή που γυρίζει γύρω από τον άνθρωπο; Ή είναι ο άνθρωπος αυτός που γυρίζει γύρω από την ποίηση;
«Πώς να σωθείς από την πραγματικότητα όταν δεν είσαι πια παιδί» αναρωτιέται ο σπουδαίος ποιητής Τάσος Λειβαδίτης και παραδέχομαι ότι αυτό που κυρίως επιδιώκω μέσα από την ενασχόληση με αυτή την παράλογη, αλλά σίγουρα παυσίπονη τέχνη, όπως είναι και όλες οι άλλες βέβαια, είναι η διάσωσή μου από την περιρρέουσα πραγματικότητα και η ανακατασκευή μιας άλλης σίγουρα πιο ενδιαφέρουσας που επιθυμώ να μοιραστώ με τον υπόλοιπο κόσμο για καταπραϋντικούς κυρίως λόγους.
Όσο για την αγγελική ανύψωση! Είναι ένας θαυμασμός κι ένα δέος για τα σπουδαία έργα τέχνης και τους δημιουργούς τους.
«Τα έργα τέχνης έχουν τέτοια δύναμη γιατί βλέπουν τη θέση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο, από μια απόσταση, ανυψώνονται και μας ανυψώνουν».
Βιβλίο & Τέχνες | diastixo.gr
 Κατηγορία: ΣΕ Α' ΠΡΟΣΩΠΟ
κείμενο: Έλσα Κορνέτη

«Συγγενή πνεύματα: Ντοστογιέφσκι και Νίτσε» της Ελένης Λαδιά

Στο βιβλίο του Φρειδερίκος Νίτσε ο Ντανιέλ Αλεβύ αναφέρει τη συνάντηση των δύο συγγραφέων [1]. Βεβαίως ήταν συνάντηση τυχαία και νοητή, διότι το 1887 ο Νίτσε ήταν σαράντα τριών ετών και ο Ντοστογιέφσκι έξι έτη νεκρός. Κατά τον Αλεβύ ο Νίτσε γράφει στον φίλο του Πέτερ Γκαστ τα εξής γι’ αυτήν τη μοιραία συνάντηση: «Ένα βιβλίο με άγνωστο τίτλο, με άγνωστο όνομα συγγραφέα, ανοιγμένο στην τύχη πάνω σ’ ένα εκθετήριο βιβλιοπωλείου – και το ένστικτο μιλά ξαφνικά: ένας από τους κοντινούς σου βρίσκεται εδώ».
Το βιβλίο έφερε τον τίτλο Το υποχθόνιο πνεύμα, αναφέρει ο Αλεβύ. Είναι όμως λάθος, διότι κανένα βιβλίο του Ντοστογιέφσκι δεν είχε αυτόν τον τίτλο. Επίσης αναφέρει και το όνομα του ήρωος στο βιβλίο: λέγεται Ορντίνοφ. Κι αυτό λάθος. Εδώ πρόκειται για μια παρανόηση κατά την πρώτη μετάφραση του Ντοστογιέφσκι στα Γαλλικά, κι αυτό αποδεικνύεται και στην μετάφραση του Υπογείου από τον Γιώργο Σημηριώτη από τα Γαλλικά. Στον πρόλογό του αναφέρει κι αυτός το όνομα του Ορντίνοφ και το συνδέει με το Υπόγειο. Πολλές νουβέλες του Ντοστογιέφσκι κυκλοφόρησαν με λανθασμένους τίτλους στην γλώσσα μας, όπως ηΣπιτονοικοκυρά ως Υποχθόνιο πνεύμα, η Μειλίχια ως Αδύναμη καρδιά, κ.ά. Τώρα οι σημερινές εκδόσεις του ντοστογιεφσκικού έργου φέρουν τους αληθινούς τίτλους από τα Ρωσικά.
Το έργο που αναφέρει ο Αλεβύ είναι βεβαίως το Υπόγειο, του οποίου ο ήρωας είναι ανώνυμος, ενώ ο Ορντίνοφ είναι το κύριο πρόσωπο της Σπιτονοικοκυράς.
«Δυο μέρη» γράφει ο Νίτσε στον Πέτερ Γκαστ «υπάρχουν στο βιβλίο. Το πρώτο ένα διήγημα, κάτι σαν άγνωστη μουσική. Το δεύτερο μια μεγαλοφυής τομή, ένας άθλος ψυχολόγου. Ένας φοβερά σκληρός σαρκασμός, χαραγμένος με μια τόλμη γεμάτη ελαφράδα. Είμαι καταγοητευμένος».
Στο βιβλίο του Ρόναλντ Χάιμαν2 Η τραγική ζωή μιας μεγαλοφυΐας δεν δίνονται πολλές λεπτομέρειες γι’ αυτήν τη γνωριμία, αλλά το όνομα του βιβλίου είναι σωστό. Όντως το 1887 ο Νίτσε ανεκάλυψε τυχαίως σε ένα βιβλιοπωλείο το Υπόγειο. Ο Χάιμαν αναφέρει επίσης πως ο φιλόσοφος δεν διάβασε τους Αδελφούς Καραμάζοφ, αλλά εκτός από το Υπόγειο γνώριζε τις Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων και τουςΤαπεινούς και καταφρονεμένους.
Τι ήταν όμως αυτό που καταγοήτευσε τον Νίτσε στο Υπόγειο και γιατί υπήρξαν συγγενή πνεύματα, όπως ομολογεί ο ίδιος; Οι εξωτερικές τους ζωές ήταν ανόμοιες: ο Ντοστογιέφσκι ταξίδευε συνοδευόμενος από τη σύζυγό του, ενώ ο Νίτσε οδοιπορούσε ολομόναχος μέσα στα δάση και ζούσε σε ένα δωμάτιο στις πόλεις που επισκεπτόταν. Ο Ρώσος πέθανε στα χέρια της αγαπημένης του οικογένειας (60 ετών) ενώ ο Γερμανός στα σκοτάδια της παραφροσύνης του (55). Όμως οι εξωτερικές ζωές φαίνεται πως είναι απλώς το περίβλημα, το όστρακο που κρύβει ένα ίδιο ή σχεδόν ίδιο πνευματικό περιεχόμενο. Ο ήρωας του Υπογείουαυτοεξευτελισμένος ομολογεί πως δεν μπόρεσε να γίνει τίποτα στην ζωή του, ούτε καν ένα έντομο, αλλά οι φωνές από τα πολύπτυχα προσωπεία του Νίτσε κραυγάζουν δύναμη και νόηση σε βαθμό αλαζονείας.
Στα σημεία που άπτονται τα δύο πνεύματα είναι η αίσθηση της μοναδικότητας: «είμαι ο ένας και αυτοί είναι η ολότητα» [3] κραύγαζε από το βάθος του υπογείου ο ανώνυμος ήρωας, και ο Νίτσε το γνώριζε πολύ καλά αυτό. Απασχολούν και τους δύο τα προβλήματα της συνείδησης και της αυτογνωσίας, ιδωμένα από κοινή σκοπιά. Εναντιώνονται και οι δύο στο «ευκλείδειο πνεύμα», όπως χαρακτηριστικά προσδιόριζε ο Μπερντάγιεφ τη λογική της ολότητας, τη σαρκάζουν με αφορισμούς και περιφρονούν αμφότεροι τα αξιώματά της, μολονότι αυτή η άρνηση γίνεται τελικώς παραδοχή κάποιου άλλου αξιώματος. Έχουν και οι δύο ψυχολογική σκέψη: δεν σκέφτονται ούτε λογικά ούτε συναισθηματικά, σκέφτονται ψυχολογικά. Αυτή η ψυχολογική σκέψη είναι ένα κράμα ψυχής και μυαλού, που αρνείται τα παραδεκτά από την ολότητα αξιώματα, που εφευρίσκει δικά της αλλά η διάθεση να τα αμφισβητήσει αμέσως τα αποδεικνύει γερά σαν χάρτινους πύργους. Στο υπόγειο του Ντοστογιέφσκι και στο σπήλαιο του Νίτσε καταργούνται οι παλιές αξίες, και οι ίδιοι γίνονται οι περιφρονητές των παλαιών αξιών και οι κήρυκες των νέων.
Το δραματικό όμως είναι πως ενώ για τον Ντοστογιέσκι όλα αυτά ήταν σκέψεις των ηρώων του, αφού ο ίδιος ήταν σταθερά περιφρουρημένος από την πίστη του στον ορθόδοξο χριστιανισμό και στον σωβινισμό του, στον Νίτσε οι βιωμένες ιδέες του πυρπόλησαν το είναι του και τον έκαψαν.
Το θέμα του Ενός και της ολότητας στον Ντοστογιέφσκι και στον Νίτσε μας απασχόλησε και παλαιότερα [4]. Ο Ρασκόλνικοφ από το Έγκλημα και τιμωρία διαιρεί τους ανθρώπους σε κοινούς και εξαιρετικούς. Οι εξαιρετικοί έχουν το χάρισμα ή το ταλέντο να φέρουν κάτι νέο στο περιβάλλον τους, ενώ οι κοινοί άνθρωποι είναι γεννημένοι για τη συντήρηση, την πειθαρχία και την υπακοή. Οι εκλεκτοί παραβαίνουν τον νόμο, μπορούν ακόμη και να εγκληματίζουν για το καλό της ανθρωπότητας. Η κατηγορία των κοινών ανθρώπων είναι πάντοτε κυρίαρχη του παρόντος, ενώ η κατηγορία των εκλεκτών του μέλλοντος. Σε αυτούς όλα επιτρέπονται. Κι ο ήρως του Υπογείου επίσης ζητά να θέσει σε εφαρμογή τη διάκριση φύσης και νόμου. Ο Νίτσε στα έργα του διαχωρίζει την ηθική κυρίων και δούλων και ευαγγελίζεται τον Υπεράνθρωπό του. «Με τους ιεροκήρυκες αυτούς της ισότητας δεν θέλω να με ανακατεύουν και να με συγχέουν: γιατί έτσι μιλεί σε μένα η διακαιοσύνη: οι άνθρωποι δεν είναι ίσοι». διακηρύττει ο Ζαρατούστρα του.
Σχετικά με το θέμα του Ενός και της ολότητας πρότυπο και για τους δύο συγγραφείς αποτελεί ο Έλληνας, ο πλατωνικός Καλλικλής. Ποιος ήταν όμως ο Καλλικλής, ο αντίπαλος συνομιλητής του Σωκράτους, ο οποίος εμφανίζεται στον διάλογο Γοργίας; Ήταν όντως κάποιο υπαρκτό –όπως αναφέρεται από τους μελετητές– πρόσωπο, καταγόμενο από τις Αχαρνές, που ζητούσε να πολιτευθεί; Εμείς θεωρούμε πως ο Καλλικλής ήταν ίσως το alter ego του Πλάτωνος, η δαιμονική πλευρά, όπως ήταν και ο σκοτεινός Σωκράτης της Πολιτείας, καθώς και ο Θρασύμαχος, ο εκπρόσωπος της «νέας ηθικής» στο ίδιο έργο, αυτός που θεωρούσε ολόκληρη την ηθική μια σύμβαση.
Στο σημείο όμως όπου η εκλεκτική αυτή συγγένεια αποκαλύπτεται διθυραμβικά είναι ο τρόπος που αντιμετωπίζουν το θέμα του Θεού η καλύτερα τον θάνατό του.
Στο έργο Αδελφοί Καραμάζοφ ο διανοητικός αλλά ψυχασθενικός Ιβάν βλέπει και ακούει τον Διάβολο να του μιλά για τον θάνατο του Θεού και τα μετέπειτα οφέλη της ανθρωπότητας. Αυτός ο διάβολος που ενσαρκώνει τη σκοτεινή πλευρά του Ιβάν είναι ένας κανονικός άνθρωπος, ένας «γνωστής ποιότητας Ρώσος τζέντλεμαν, καμιά πενηνταριά χρονώ». Το ντύσιμό του επίσης δεν είχε κάτι το εξαιρετικό. Όλος ο διάλογος μεταξύ διαβόλου και Ιβάν αρχικώς άπτεται καθημερινών θεμάτων. Ο άρρωστος Ιβάν προσπαθεί να πείσει τον διαβολικό επισκέπτη του πως δεν είναι αληθινή ύπαρξη αλλά ένα φάντασμα, ένα ψέμα, μια φαντασία. Τα λόγια του Διαβόλου προϋπήρχαν ήδη στην σκέψη του Ιβάν, ο οποίος τον ψέγει πως του τα κλέβει. Αυτός ο φτωχός πλην τίμιος διάβολος, όπως τον περιγράφει ο Ντοστογιέφσκι, διαμαρτύρεται για την οντότητά του, και προκαλεί τον Ιβάν λέγοντάς του: «Στην πραγματικότητα θυμώνεις μαζί μου για το ότι δεν παρουσιάστηκα μπροστά σου μέσα σε κόκκινη άλω, βροντοφωνώντας κι αστράφτοντας με καψαλισμένα φτερά, αλλά εμφανίστηκα μ’ αυτή τη σεμνή μορφή. Νιώθεις ότι έχουν πληγεί, πρώτον, το αισθητικό σου κριτήριο, και δεύτερον, η υπερηφάνειά σου: πως δηλαδή, έναν τόσο μεγάλο άντρα τόλμησε να τον επισκεφτεί ένας τόσο χυδαίος διάβολος» [5].
Η λεκτική διαμάχη μεταξύ διαβόλου και Ιβάν φθάνει στο αποκορύφωμα, όταν ο πρώτος προτείνει ένα εξωφρενικό σχέδιο: δεν χρειάζεται, είπε ειρωνικά, υπαινισσόμενος μια παλαιότερη σκέψη του Ιβάν, να τα καταστρέψετε όλα και να αρχίσετε από την ανθρωποφαγία. Χρειάζεται μόνον να καταστρέψετε στην ανθρωπότητα την ιδέα του Θεού. Όταν ολόκληρη η ανθρωπότητα αρνηθεί τον Θεό, τότε θα τελειώσει όλη η προηγούμενη κοσμοαντίληψη, η προηγούμενη ηθική, και θα ’ρθεί το καινούργιο. Τότε θα προκύψει ο άνθρωπος-θεός. Φυσικά, συμπληρώνει πάντοτε υπονοώντας τον Ιβάν, ο νεαρός στοχαστής μου σκεφτόταν αν μπορεί να έρθει μια τέτοια εποχή. Αν φτάσει, όλα θα είναι καλά. Αν όμως λόγω της ανθρώπινης βλακείας δεν θα γίνει ούτε σε χίλια χρόνια, τότε όποιος συνειδητοποιεί από τώρα αυτήν την αλήθεια, θα γίνει ανθρωποθεός και σε αυτόν όλα θα επιτρέπονται.
Όπως ο Ντοστογιέφσκι βάζει στο στόμα του Διαβόλου τα λόγια για τον θάνατο του Θεού, έτσι και ο Νίτσε διαλέγει γι’ αυτό τον ασχημότερο των ανθρώπων. Περιπλανώμενος ο Ζαρατούστρα στα όρη και τα δάση, φθάνει σε μια στροφή του δρόμου στο βασίλειο του θανάτου. Εκεί υπήρχαν μαύροι και κόκκινοι βράχοι. Δεν φύτρωνε χορτάρι, ούτε δένδρο κι έλειπε το κελάηδημα του πουλιού. Στο φαράγγι που τρόμαζαν ακόμη και τα άγρια θηρία, υπήρχαν μόνον φίδια χοντρά, πράσινα και φριχτά, όπου πήγαιναν για να πεθάνουν. Ο Ζαρατούστρα είχε την αίσθηση πως ξαναπήγε σε αυτό το φαράγγι, όταν άκουσε μια ανθρώπινη φωνή να του λέει: «Ζαρατούστρα, Ζαρατούστρα! Λύσε το αίνιγμά μου! Μίλα! Μίλα! Ποιά είναι η εκδίκηση εναντίον του μάρτυρα;» [6].
Στην αρχή ο Ζαρατούστρα, κυριευμένος από τον οίκτο, έπεσε σαν ξυλοκοπημένη δρυς. Σηκώθηκε όμως γρήγορα, το πρόσωπό του σκλήρυνε και απάντησε: σε αναγνωρίζω τελειως. Είσαι ο δολοφόνος του Θεού.
Ο ασχημότερος των ανθρώπων απεκάλυψε την αλήθεια: ναι, σκότωσε τον Θεό, γιατί δεν ήθελε να υπάρχει ο μάρτυρας, αυτός που έβλεπε τις αβύσσους της ανθρώπινης ψυχής, τις ντροπές και τις ασχήμιες. «Έπρεπε πια να πεθάνει ο υπερπερίεργος αυτός, ο υπεραδιάκριτος, ο υπερπονόψυχος!»
Μετά τον θάνατο του Θεού ο Νίτσε ευαγγελίζεται, κυρίως μέσα από τον Ζαρατούστρα, τον υπεράνθρωπο, όπως ο Ντοστογιέφσκι μέσα από τον διάβολο τον ανθρωποθεό.
Στη Χαρούμενη επιστήμη, ο Νίτσε με ένα σπαρακτικό απόσπασμα περιγράφει το κενό και τη θλίψη για τον θάνατο του Θεού. Εδώ δεν είναι ο ασχημότερος των ανθρώπων αλλά ένας τρελός που ψάχνει με το φανάρι του το καταμεσήμερο για τον Θεό, ρωτώντας τους συναγμένους ανθρώπους στην πλατεία. Εκείνοι τον σαρκάζουν και τον ειρωνεύονται, μέχρι που ο τρελός τους φώναξε κατάμουτρα πως εμείς όλοι σκοτώσαμε τον Θεό, είμαστε οι δολοφόνοι του. Κι ύστερα αρχίζει μια σειρά πικρών ερωτήσεων: πώς μπορέσαμε να αδειάσουμε τη θάλασσα, πώς σβήσαμε τον ορίζοντα και σπάσαμε την αλυσίδα που έδενε τον ήλιο με τη γη; Πού πάμε, πώς πέφτουμε συνεχώς και περιπλανιόμαστε σε ένα άπειρο χάος και νιώθουμε στο πρόσωπό μας την πνοή του κενού; Πέθανε ο Θεός και πώς θα παρηγορηθούμε εμείς, οι πιο φονιάδες από τους φονιάδες; «Κάτω από το μαχαίρι μας, μάτωσε ό,τι πιο ιερό και πιο δυνατό είχε ποτές του ο κόσμος...» Στο τέλος ο τρελός αναρωτιέται αν πρέπει ύστερα από τον θάνατο του Θεού, να γίνουμε εμείς θεοί, για να φανούμε αντάξιοι της πράξης μας [7].
Στον Ντοστογιέφσκι ο θάνατος του Θεού ήταν μια ιδέα του ήρωά του Ιβάν, μια ιδέα που δεν σημάδεψε τη ζωή του συγγραφέως· στον Νίτσε αντιθέτως η ιδέα του νεκρού Θεού έγινε βίωμα κι έζησε ο φιλόσοφος όλη του τη ζωή με το βάρος αυτής της ιδέας. Βεβαίως ο συγγραφεύς υφίσταται πάντα το φορτίο και τον πόνο αυτού που περιγράφει, αλλά είναι πολύ διαφορετικό να κυριεύει μια τέτοια συγκλονιστική ιδέα τη ζωή του ανθρώπου. Εδώ δεν πρόκειται για τον αρνητή του Θεού, για τον απ’ αρχής άθεο, αλλά για ένα πιστό πνεύμα που δολοφονεί τον Θεό για να ενισχύσει τη δύναμη της ανθρωπότητας, και που γνωρίζει τις συνέπειες αυτής της τρομερής δολοφονίας.
Πολλά κοινά μεταξύ των δύο πνευμάτων, ακόμη και σε δευτερεύοντα θέματα. Θα τονίσουμε όμως πως και για τους δύο είχε ο πόνος έναν παιδευτικό χαρακτήρα, που μπορεί να μην μας κάνει καλύτερους αλλά οπωσδήποτε βαθύτερους.
Η διαφορά του συγγραφέως που δίνει στους ήρωές του τις πιο παράτολμες ιδέες με τον φιλόσοφο, και ιδιαιτέρως τον Νίτσε που υφίσταται και βιώνει τις ιδέες του, φανερώνεται με ανάγλυφο τρόπο στα «άλογα των συγγραφέων»[8]. Ο Ρασκόλνικοφ ονειρεύεται τον εαυτό του παιδί να παρακολουθεί τον άγριο ξυλοδαρμό των μεθυσμένων σε ένα σκελετωμένο αλογάκι, μέχρι να το σκοτώσουν. Το παιδί κλαίει, αγκαλιάζει τη ματωμένη μουσούδα του ζώου και το φιλεί στα μάτια και στα χείλη. Όλα συμβαίνουν μέσα στο όνειρο του ντοστογιεφσκικού ήρωα. Στο όναρ.
Στο Τορίνο όμως της πραγματικότητας διαδραματίζεται μια άλλη σκηνή, που περιγράφει ο Ντανιέλ Αλεβύ. Ο Νίτσε βγαίνοντας από το σπίτι είδε έναν καροτσέρη να δέρνει το άλογό του. Τότε αγανακτισμένος ρίχτηκε ανάμεσα στον άνθρωπο και στο ζώο, που αγκαλιάζοντάς το του φιλούσε τα ρουθούνια και απαγόρευε να το αγγίξουν. Ύστερα πέφτοντας σε εγκεφαλικό παραλήρημα, σωριάστηκε στο πλακόστρωτο. Στο ύπαρ (πραγματικότητα).
Όναρ στον Ντοστογιέφσκι, ύπαρ στον Νίτσε. Να και μία διαφορά!

Σημειώσεις
[1] Ντανιέλ Αλεβύ, Φρειδερίκος Νίτσε, μτφρ. Άρης Δικταίος, εκδόσεις Λογοτεχνική [χ.χ.]
[2] Ρόναλντ Χάιμαν, Φρειδερίκος Νίτσε η τραγική ζωή μιας μεγαλοφυΐας, μτφρ. Μαρία Αναγνώστου, εκδόσεις Νεφέλη 2005
[3] Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Σημειώσεις από το Υπόγειο, μτφρ. Ελένη Λαδιά - Τατιάνα Ντίκο, εκδόσεις Αρμός 2003
[4] Ελένη Λαδιά, Το ποικιλόγραφο βιβλίο: άρθρα-ομιλίες-δοκίμια, 1972-2012, εκδόσεις Αρμός, β΄ έκδ. 2016
[5] Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Αδελφοί Καραμάζοφ, μτρφ. Ελένη Μπακοπούλου, εκδόσεις Ίνδικτος 2011
[6] Φρειδερίκος Νίτσε, Τάδε έφη Ζαρατούστρα, μτφρ. Νίκος Καζαντζάκης, εκδόσεις Φέξη 1965
[7] Φρειδερίκος Νίτσε, Χαρούμενη επιστήμη, μτφρ. Μίνα Ζωγράφου, εκδόσεις Δαρεμά 1961
[8] Ελένη Λαδιά, Τα άλογα των συγγραφέων: μικρά δοκίμια, εκδόσεις Εστία 2016
Βιβλίο & Τέχνες | diastixo.gr
Κατηγορία: ΑΡΘΡΑ
κείμενο: Ελένη Λαδιά

«Από τη λογοτεχνία για παιδιά στο βιβλίο για παιδιά» του Μάνου Κοντολέων

Η προσπάθεια που πριν από μερικά χρόνια είχε ξεκινήσει και σκόπευε να εδραιώσει στην καθημερινότητα των παιδιών την παρουσία του λογοτεχνικού βιβλίου, έχει μια ενδιαφέρουσα πορεία από τότε μέχρι σήμερα.
Η έννοια της φιλαναγνωσίας εξαπλώθηκε στους εκπαιδευτικούς μέσα από λίγο ή πολύ μεμονωμένες παρεμβάσεις συγγραφέων ή θεωρητικών και πανεπιστημιακών και στη συνέχεια βρήκε δομή προγράμματος υπό την καθοδήγηση του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου. Αλλά όταν αυτό εξαναγκάστηκε σε συρρίκνωση και εξαφάνιση, διάφοροι φορείς (δήμοι, σύλλογοι γονέων, δάσκαλοι, βιβλιοπώλες, αλλά και εκδότες) ανέλαβαν να συνεχίσουν αυτά τα προγράμματα.
Οι νέοι τρόποι υλοποίησης προγραμμάτων φιλαναγνωσίας ποικίλλουν – κάποιοι από αυτούς στοχεύουν στη δημιουργία μιας «συναισθηματικής» σχέσης του παιδιού με τη λογοτεχνία, περισσότεροι πάντως προσπαθούν να κερδίσουν το ενδιαφέρον των παιδιών με τη διοργάνωση διάφορων διαγωνιστικών δραστηριοτήτων, μερικοί –άλλωστε– δεν κρύβουν και τη διάθεσή τους να τονώσουν και το κίνητρο ενός καθ’ όλα νόμιμου εμπορικού κέρδους.
Λογικό όλα τούτα να συνυπάρχουν, καθώς αυτά τα προγράμματα δεν γίνονται κάτω από την πολλαπλή κάλυψη ενός κρατικού φορέα, αλλά υλοποιούνται με τη συνεργασία τόσων ειδικοτήτων.
Εκείνο ίσως που δεν είχε προβλεφθεί από τους διοργανωτές όλων αυτών των βιβλιοδρομιών ή βιβλιομαραθωνίων (με τέτοια ονόματα συνήθως χαρακτηρίζονται τα προγράμματα φιλαναγνωσίας) ήταν πως η προσπάθεια τόνωσης της αγάπης ενός παιδιού προς το βιβλίο θα οδηγούσε τελικά στη μετατροπή της λογοτεχνίας για παιδιά σε βιβλίο για παιδιά.
Ποια διαφορά υπονοούν οι δυο αυτοί χαρακτηρισμοί;
Η λογοτεχνία για παιδιά (ως μια μορφή ελεύθερης καλλιτεχνικής έκφρασης) όχι μόνο διατηρεί το δικαίωμα να εκφράζεται κάθε φορά με κανόνες εντελώς υποκειμενικής συγγραφικής σύλληψης, αλλά και επιζητά τη διάδοσή της όχι τόσο ποσοτικά όσο ποιοτικά. Η λογοτεχνία για παιδιά θέλει αναγνώστες και όχι καταναλωτές.
Το βιβλίο για παιδιά (με αυτό τον χαρακτηρισμό προσπαθώ να διακρίνω τις διαφορές ανάμεσα στην ελεύθερη συγγραφική σύλληψη και στην αντίστοιχη προγραμματική συγγραφή) έχει την άποψη πως για να αναπτυχθεί η φιλαναγνωσία δεν είναι τόσο αναγκαία η υποκειμενικότητα της σύνθεσης, όσο είναι η στοχευμένη κυρίως σε ένα θέμα αφήγηση. Και παράλληλα θέτει και την αναγκαιότητα των ολιγοσέλιδων ιστοριών – για να διαβάσει ένα παιδί όσο περισσότερα βιβλία γίνεται, πρέπει αυτά να διαβάζονται και γρήγορα. Άρα να είναι γραμμένα με τρόπο λίγο πολύ επιφανειακό και να μην κουράζουν με το πλήθος των σελίδων τους.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες η κυκλοφορία των τίτλων που θέλουν (αρέσκονται, μάλλον) να θεωρούν πως ανήκουν στον χώρο της λογοτεχνίας αυξάνεται. Και η αύξησή τους ασφαλώς και λύνει πολλά προβλήματα σε όσους ζούνε από τον κύκλο έκδοσης και πώλησης βιβλίων για παιδιά.
Μα έτσι έχουμε οδηγηθεί σε αυτό που λίγο πιο πάνω σημείωσα – στη σταδιακή μετατροπή της λογοτεχνίας για παιδιά σε βιβλίο για παιδιά.
Βέβαια –ας τονισθεί και αυτό– ασφαλώς και συνεχίζουν να εκδίδονται από μεγάλους όσο και μικρότερους εκδοτικούς οίκους λογοτεχνικά βιβλία για παιδιά που πολύ απέχουν από προγραμματικές συγγραφικές τεχνικές υλοποίησης. Αλλά η ανεξέλεγκτα, πλέον, δημιουργούμενη πίεση που και οι εκδότες και οι βιβλιοπώλες και κατ΄ ανάγκη και οι ίδιοι οι συγγραφείς υφίστανται ολοένα και περισσότερο οδηγεί στο να συναντάμε στα ράφια των βιβλιοπωλείων και στους καταλόγους των εκδοτών τίτλους βιβλίων για παιδιά με μονοθεματικό χαρακτήρα και άρα με διάθεση να εξυπηρετήσουν έναν νεοδιδακτισμό και όχι μια νέα λογοτεχνική φόρμα.
Οι παραπάνω σκέψεις αποτελούν μια πρώτη και αρκούντως συνοπτική έκφραση προβληματισμών (όχι μόνο δικών μου) πάνω στα όσα σε μεγάλο βαθμό διαμορφώνουν τα περιεχόμενα και τις φόρμες των βιβλίων που απευθύνονται στα παιδιά των πρώτων χρόνων του 21ου αιώνα.
Μου δόθηκε η ευκαιρία να τις καταγράψω με αφορμή το βιβλίο Χάθηκε η μπάλα της Ελένης Γεωργοστάθη (εκδόσεις Ψυχογιός) με εικονογράφηση τηςΛέλας Στρούτση.
Και σπεύδω αμέσως να δηλώσω πως αυτό το μάλλον ολιγοσέλιδο μυθιστόρημα (90 περίπου είναι οι σελίδες του) καταφέρνει να διεκδικήσει μια θέση σε έναν διαγωνισμό βιβλιοδρομίας ή βιβλιομαραθωνίου, αλλά και να διατηρεί τη λογοτεχνική του ταυτότητα.
Ένα μυθιστόρημα που έχει γραφτεί και στη συνέχεια εκδίδεται με στόχο να διαβαστεί με ενδιαφέρον από παιδιά των τελευταίων τάξεων του δημοτικού θα πρέπει –σαφώς– να έχει ήρωες παρόμοιας ηλικίας με τους μελλοντικούς του αναγνώστες και να έχει υλοποιηθεί με τη βοήθεια μιας γλώσσας απλής και πολύ κοντά στον τρόπο έκφρασης και σκέψης παιδιών αυτής πάνω κάτω της ηλικίας.
Αλλά αν θέλει μαζί με το ενδιαφέρον της πλοκής να προσφέρει και μια ουσιαστικότερη ανάγνωση της κοινωνίας μέσα στην οποία τα παιδιά μας σήμερα ζούνε και διαμορφώνουν το μέλλον τους, θα πρέπει με τρόπο αυθόρμητο και αβίαστο δίπλα στη δράση να φωτίζει το δράμα, δίπλα στο χιούμορ να τοποθετεί προβληματισμούς. Και βέβαια να ξεφεύγει από μια μονοθεματική θέαση του κόσμου μέσα στον οποίο ο μικρός πρωταγωνιστής βιώνει όλα όσα ζει και ο αναγνώστης του – αυτός σίγουρα κάτω από συνθήκες πολυδιάστατες και σύνθετες.
Το μυθιστόρημα αντιγράφει τη ζωή, ενώ αυτή αναγνωρίζει τα χαρακτηριστικά της μέσα από εκείνο.
Στο συγκεκριμένο βιβλίο η αφήγηση διατηρεί τον αυθορμητισμό του νεαρού ήρωα (αγόρι της Ε’ Δημοτικού) και στηρίζεται πάνω σε καθημερινά γεγονότα, παρόμοια με αυτά που σε πολλές πλέον ελληνικές οικογένειες συμβαίνουν.
Η ανεργία του γονιού, αν και είναι ένα από τα βασικά στοιχεία ανάπτυξης της πλοκής, δεν δραματοποιείται με μεγάλα λόγια, αλλά αφήνεται να επηρεάσει τη συμπεριφορά των ενηλίκων χωρίς ακρότητες. Η αγριότητα στις σχέσεις των παιδιών, όπως και οι πρώτες αισθηματικές τους ανησυχίες, αλλά και οι προτάσεις υποστήριξης της ισότητας των φύλων, κυκλοφορούν αβίαστα μέσα στις σελίδες και το αποδεκτά αίσιο τέλος ικανοποιεί τον αναγνώστη χωρίς πάντως και να τον αποκοιμίζει.
Με δυο λόγια – μπορώ να υποστηρίξω πως το συγκεκριμένο βιβλίο καταφέρνει να παραμείνει στον χώρο της λογοτεχνίας για παιδιά, ενώ παράλληλα μπορεί και να χρησιμοποιηθεί από όσους επιθυμούν να «τρέχουν» προγράμματα φιλαναγνωσίας βασισμένα σε κείμενα ευκολοδιάβαστα, μα όχι και κατ’ ανάγκη μονοθεματικά και επίπεδα.
Βιβλίο & Τέχνες | diastixo.gr
Κατηγορία: ΑΠΟΨΕΙΣ
κείμενο: Μάνος Κοντολέων

Ο Περίπατος Βιβλίου στο κέντρο της Αθήνας

Στο πλαίσιο της Ημέρας Βιβλίου 2017 και του προγράμματος «Διαβάζω και Αλλάζω» που διοργανώνει η Ένωση Ελληνικού Βιβλίου με την υποστήριξη της Εταιρείας Συγγραφέων και του Ελληνικού Τμήματος της ΙΒΒΥ», το Σάββατο 22 Απριλίου από τις 10 το πρωί έως και τις 12 το βράδυ θα πραγματοποιηθεί Περίπατος Βιβλίου σε 28 σημεία του κέντρου της Αθήνας – μεταξύ των οποίων και η Εθνική Βιβλιοθήκη, η Βιβλιοθήκη της Βουλής, το Κεντρικό Ταχυδρομείο, βιβλιοπωλεία και χώροι εκδηλώσεων.
Σε 28 σημεία της πόλης μπορούν οι φίλοι του βιβλίου να συναντήσουν παλιούς και νέους συγγραφείς, να γνωρίσουν παλιά και νέα βιβλιοπωλεία, να φυλλομετρήσουν παλιά και νέα βιβλία, κάνοντας έναν διαφορετικό περίπατο στο κέντρο της Αθήνας.
Δείτε παρακάτω τα ακριβή σημεία συνάντησης:
Ο Περίπατος Βιβλίου στο κέντρο της Αθήνας
Βιβλίο & Τέχνες | diastixo.gr
Κατηγορία: ΝΕΑ
κείμενο: diastixo.gr

Έρη Ρίτσου: συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

Η Έρη Ρίτσου γεννήθηκε το 1955 στο Βαθύ και μεγάλωσε στο Καρλόβασι της Σάμου. Κόρη της γιατρού Γαρυφαλιώς Γεωργιάδου Ρίτσου και του ποιητή Γιάννη Ρίτσου. Σπούδασε αγγλική φιλολογία. Ζει στην Αθήνα και εργάζεται στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Έχει μια κόρη, τη Λητώ, και πολλούς καλούς φίλους. 
Ποια ήταν η αφορμή για να γραφεί το μυθιστόρημα Ο νεκρός δολοφονήθηκε;
Ιδέα δεν έχω. Είχα ξεμείνει από λεφτά, δεν είχα ν’ αγοράσω βιβλία να διαβάσω, είχα ξαναδιαβάσει κάποια απ’ τα υπάρχοντα, δεν έχω τηλεόραση στη Σάμο, όπου μένω, δεν είχα ούτε ίντερνετ την εποχή εκείνη και δεν είχα πώς να περάσω τα βράδια μου. Τώρα αν αυτό είναι αφορμή, δεν ξέρω. Αιτίες πάντως υπάρχουν πολλές.
Ο τίτλος που διαλέξατε είναι συμβολικός ή προσδιορίζει κάποιο πρόσωπο;
Ο τίτλος έχει άμεση σχέση με την ιστορία και υπαγορεύτηκε από αυτήν.
Στο μυθιστόρημα κύριο πρόσωπο είναι η αστυνομικός Μαρία Γεωργίου. Αυτός ο χαρακτήρας έχει κάποια στοιχεία από άλλους ήρωες αστυνομικών μυθιστορημάτων ή είναι δική σας επινόηση;
Υποθέτω πως όλοι οι χαρακτήρες ηρώων έχουν κάποια στοιχεία από άλλους χαρακτήρες ηρώων, όπως και όλοι μας ως χαρακτήρες έχουμε κάποια κοινά στοιχεία με τους συνανθρώπους μας, αλλά στην προκειμένη περίπτωση δεν είχα κανέναν άλλο συγκεκριμένο χαρακτήρα στο μυαλό μου. Η Μαρία Γεωργίου «μου βγήκε» έτσι.
Τώρα πια, όμως, βλέποντας πως το μαύρο μπορεί να γίνει κατάμαυρο, το θεώρησα κάπως σαν υποχρέωση να ασχοληθώ με το τώρα, μια που μπροστά μας έχουμε ακόμα πυκνότερα σκοτάδια και δεν έχει νόημα να βάζω το κεφάλι μου στην άμμο.
Η νεαρή αστυνομικός επιστρέφει στη Σάμο, όπου ο κόσμος υποφέρει από τη βαρυχειμωνιά της εποχής του Μνημονίου. Υπάρχει ελπίδα να αλλάξει αυτή η άσχημη οικονομική κατάσταση που βιώνει η χώρα μας;
Η νεαρή αστυνομικός επιστρέφει στο νησί καταγωγής της, που μπορεί να είναι η Σάμος, και πολύ λογικά βεβαίως μια που εγώ τη Σάμο γνωρίζω. Η «βαρυχειμωνιά» της κρίσης έχει σκεπάσει πια όλη την Επικράτεια και εγώ προσωπικά δεν βλέπω να υπάρχει ελπίδα να αλλάξει αυτή η άσχημη οικονομική (και όχι μόνο) κατάσταση, όσο αποδεχόμαστε αδιαμαρτύρητα τη μοίρα μας.
Συνήθως στις αστυνομικές ιστορίες υπάρχει το πρόσωπο της μοιραίας γυναίκας. Στο δικό σας μυθιστόρημα, όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Γιατί διαλέξατε αυτή την πλοκή;
Μπα, στις μέρες μας είναι πια ελάχιστα τα αστυνομικά όπου βρίσκει κανείς «μοιραίες γυναίκες». Έτσι κι αλλιώς το ενδιαφέρον στα σύγχρονα αστυνομικά μυθιστορήματα έχει μετατοπιστεί από την απλή λύση του μυστηρίου, μέσα από μια εξαιρετικά ευρηματική νοητική διαδικασία, σε έναν συνδυασμό της ανεύρεσης του δολοφόνου ή των δολοφόνων με ένα σωρό άλλα θέματα που θίγονται πια στην αστυνομική λογοτεχνία, θέματα κοινωνικά, πολιτικά, ψυχολογικά. Στη δική μου περίπτωση με ενδιέφερε εξαιρετικά ο κοινωνικός περίγυρος και η πολιτική κατάσταση, όπως διαμορφώθηκε μετά τις εκλογές της 20ής Σεπτέμβρη 2015, που είναι και η χρονική περίοδος στην οποία αναφέρεται η ιστορία μου. Έτσι, αυτά ακριβώς τα θέματα, το ασφαλιστικό, οι μειώσεις των συντάξεων, το φευγιό των νέων στο εξωτερικό για να βρουν δουλειά, οι πρόσφυγες, η άνοδος του φασισμού, υπάρχουν ως φόντο στον αστυνομικό μου μύθο.
Η περίπτωση του Γρηγόρη Καθολάκη φέρνει στη μνήμη την ιστορία του τόπου μας. Αλήθεια, συνδέονται σήμερα οι άνθρωποι με γεγονότα του παρελθόντος;
Δεν μπορώ να μιλήσω για τους πολύ νέους, αλλά οι άνθρωποι της δικής μου και της επόμενης γενιάς συνδέονται με τα γεγονότα της Κατοχής και του Εμφύλιου, γιατί το παρελθόν αυτό δεν είναι γενικώς και αορίστως «ιστορία», είναι η ιστορία η οικογενειακή των πατεράδων και των παππούδων μας που τη βιώσαμε μέσα από προσωπικές αφηγήσεις και όχι διαβάζοντας βιβλία ιστορίας. Ιδιαίτερα σε έναν μικρό τόπο, οι άνθρωποι, τα ονόματά τους και οι πράξεις τους, ακόμα και αυτές που έγιναν πριν από εβδομήντα χρόνια, είναι «τρέχουσα» ιστορία.
Έρη Ρίτσου: συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη
Η δολοφονία του θύματος οφείλεται σε άγνωστους λόγους. Όλοι όμως οι ύποπτοι έχουν κάτι εναντίον του θύματος. Αυτό είναι και η πηγή του κακού;
Πραγματικά, η αστυνομικός Μαρία Γεωργίου βρίσκεται μπροστά στο πτώμα ενός άντρα, τον οποίον πολλοί θα ήθελαν να δουν νεκρό και ακόμα περισσότεροι αντιπαθούν σφόδρα. Καθηγητής Λυκείου που παρενοχλεί σεξουαλικά τις μαθήτριές του και φασίστας, είναι λογικό να έχει πολλούς εχθρούς και η αναζήτηση του ενόχου να γίνει μεταξύ αυτών των εχθρών. Φαινομενικά είναι μια εύκολη υπόθεση. Όμως, όπως και στη ζωή, έτσι, και πολύ περισσότερο, στην αστυνομική λογοτεχνία τίποτα δεν είναι εύκολο και συνήθως αυτό που φαντάζει ως οφθαλμοφανές είναι αυτό που σπάνια συμβαίνει – για να μην πω ποτέ. Όσο για την πηγή του κακού, στη συγκεκριμένη ιστορία δεν ξέρω ποιο είναι το κακό, γι’ αυτό και δεν το ορίζω. Η απονομή δικαιοσύνης μπορεί πολλές φορές να γίνει με περίεργους τρόπους και να μας εκπλήξει.
Εκβιασμοί, υπόγεια παιχνίδια, απάτες. Όλα αυτά συνυπάρχουν καθημερινά στη ζωή ή ανήκουν στη σφαίρα της φαντασίας;
Σε ό,τι αφορά όλα τούτα, η φαντασία υπολείπεται πολύ της πραγματικότητας.
Θεωρείτε ότι οι συγγραφείς «πρέπει» να εκφράζουν τη γνώμη τους για σοβαρά κοινωνικά προβλήματα;
Το τι πρέπει και τι δεν πρέπει είναι θέμα τού πώς αντιλαμβάνεται κανείς τα πράγματα, αλλά νομίζω πως δεν είναι δυνατόν να μην το κάνουν, είτε ηθελημένα είτε ασυνείδητα, μια που είναι μέλη αυτής της κοινωνίας και μοιράζονται την τύχη όλων.
Γράφετε στο βιογραφικό σας ότι μοιράζετε τον χρόνο σας μεταξύ Σάμου και Αθήνας. Τις σας γοητεύει από τα δυο αυτά μέρη που ζείτε;
Τώρα πια δεν τον μοιράζω. Είναι παλιό το βιογραφικό. Εδώ και δυο χρόνια είμαι μόνιμος κάτοικος Καρλοβάσου. Ήταν πάντα αυτό που ήθελα να κάνω, να γυρίσω δηλαδή στον τόπο μου. Έτσι, όλα τα χρόνια που έζησα στην Αθήνα, δεν αφέθηκα να δεθώ με την πόλη. Στην πραγματικότητα υπήρξα πάντα ένας επισκέπτης επαρχιώτης. Το μόνο που ξέρω από Αθήνα είναι οι δρόμοι που ξεκινούν απ’ την Ομόνοια και οι δρόμοι που ξεκινούν απ’ το Σύνταγμα. Μου λείπουν βέβαια οι εκδηλώσεις και τα θέατρα της Αθήνας, αλλά στη Σάμο η ζωή έχει πιο «ανθρώπινες» διαστάσεις και επίσης αισθάνεται κανείς πως μπορεί να είναι πιο χρήσιμος στους γύρω του.
Κάνετε παρέα με άλλους συγγραφείς;
Εγώ δεν είμαι συγγραφέας. Είμαι συνταξιούχος τραπεζικός με χόμπι. Και αυτό δεν το λέω για ν’ αποφύγω την όποια κριτική. Από τη στιγμή που δημοσιεύεις κάτι, αυτό το κάτι υπόκειται σε κριτική. Το λέω γιατί, κατά την άποψή μου, δεν πληρώ τις προϋποθέσεις που κάνουν κάποιον συγγραφέα. Το γράψιμο, δηλαδή, δεν μου είναι απαραίτητο ως τρόπος έκφρασης, που σημαίνει πως και να μην ξαναγράψω μια γραμμή στη ζωή μου δεν θα μου λείψει και επιπλέον δεν δίνω καμιά σημασία στο όργανο δουλειάς του συγγραφέα, στη γλώσσα, δηλαδή. Ο γραπτός μου λόγος δεν διαφέρει απ’ τον προφορικό, δεν ξαναδιαβάζω ποτέ αυτά που έχω γράψει, δεν διορθώνω, δεν σκίζω, δεν ψάχνω να βρω ποια λέξη είναι η πιο κατάλληλη για να εκφράσει αυτό που έχω στο μυαλό μου. Όλα αυτά είναι δείγματα ερασιτεχνισμού και σε αυτό μένω. Αν αυτό που έχω γράψει αρέσει στον εκδοτικό οίκο και το βγάλει, ωραιότατα. Αν αρέσει και στους αναγνώστες, τέλεια. Αλλά μέχρι εκεί. Έτσι, παρέα κάνω με τους συναδέλφους μου τραπεζικούς, όποτε μπορώ να τους συναντήσω, φυσικά, μια που βρίσκομαι μακριά απ’ την Αθήνα.
Στη δική μου περίπτωση με ενδιέφερε εξαιρετικά ο κοινωνικός περίγυρος και η πολιτική κατάσταση, όπως διαμορφώθηκε μετά τις εκλογές της 20ής Σεπτέμβρη 2015, που είναι και η χρονική περίοδος στην οποία αναφέρεται η ιστορία μου. Έτσι, αυτά ακριβώς τα θέματα, το ασφαλιστικό, οι μειώσεις των συντάξεων, το φευγιό των νέων στο εξωτερικό για να βρουν δουλειά, οι πρόσφυγες, η άνοδος του φασισμού, υπάρχουν ως φόντο στον αστυνομικό μου μύθο.
Ποια εποχή σάς εμπνέει περισσότερο για να γράφετε;
Πριν κάποια χρόνια μου ήταν αδύνατο να γράψω για το παρόν. Μου φαινόταν πολύ μαύρο και προτιμούσα να πηγαίνω πίσω στη δεκαετία του ’50 και του ’60, όπου ως παιδάκι εγώ τότε δεν είχα βιώσει τη δική τους μαυρίλα, ή και στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Τώρα πια, όμως, βλέποντας πως το μαύρο μπορεί να γίνει κατάμαυρο, το θεώρησα κάπως σαν υποχρέωση να ασχοληθώ με το τώρα, μια που μπροστά μας έχουμε ακόμα πυκνότερα σκοτάδια και δεν έχει νόημα να βάζω το κεφάλι μου στην άμμο.
Θα σας ενδιέφερε να εκδώσετε κάποιο μυθιστόρημά σας μόνο σε ψηφιακή μορφή; Διαβάζετε μυθιστορήματα σε ψηφιακή μορφή;
Όχι. Ούτε με ενδιαφέρει, ούτε διαβάζω. Στην ηλικία μου, μένω σε αυτά που έχω μάθει να μου αρέσουν και ως γέρος σκύλος δεν μαθαίνω νέα κόλπα.
Ποια αστυνομικά μυθιστορήματα θα μας προτείνατε να διαβάσουμε;
Δεν θέλω να προτείνω κανένα, αν και έχω διαβάσει πολλά καλά τώρα τελευταία. Φοβάμαι όμως πως αν προτείνω κάποια θα αδικήσω άλλα και δεν θα το ήθελα. Για να κάνουν τέτοιες προτάσεις, άλλωστε, υπάρχουν οι κριτικοί λογοτεχνίας και φυσικά οι βιβλιοπώλες και οι φίλοι μας που ξέρουν τα γούστα μας.
 Βιβλίο & Τέχνες | diastixo.gr
Ο νεκρός δολοφονήθηκεΈρη Ρίτσου
Κέδρος
184 σελ.
ISBN 978-960-04-4751-4
Τιμή: €12,00
Κατηγορία: ΕΛΛΗΝΕΣ
κείμενο: Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης

Σαράντος Ι. Καργάκος: συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

Ο Σαράντος Ι. Καργάκος γεννήθηκε στο Γύθειο το 1937. Στη διάρκεια του Εμφυλίου εγκαθίσταται στην Αθήνα. Σπούδασε κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πρωταγωνίστησε στο αμφισβητικό κίνημα των ετών 1961-1967 και υπήρξε ο εισηγητής του 15% για την παιδεία. Εργάσθηκε επί τριάντα πέντε έτη στα μεγαλύτερα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια των Αθηνών και στους μεγαλύτερους φροντιστηριακούς οργανισμούς, στους οποίους πάντα υπήρξε ιδρυτικό μέλος. Συνεργάσθηκε με τα περιοδικά Οικονομικός Ταχυδρόμος,Κοινωνικές τομέςΙχνευτήςΕλλοπίαΆρδηνΕυθύνη και 4 Τροχοί. Επί τετραετία (1997-2001) ήταν αρθρογράφος, επιφυλλιδογράφος και κριτικός των εφημερίδων Ελεύθερος Τύπος και Τύπος της Κυριακής. Έχει γράψει πενήντα έξι βιβλία. Από αυτά ξεχωρίζουν οι γλωσσικές μελέτες Αλαλία και Αλεξία, η ιστορική μελέτη Από το μακεδονικό ζήτημα στην εμπλοκή των Σκοπίων, οι συλλογές δοκιμίων Προβληματισμοί: 'Ένας διάλογος με τους νέους (6 τόμοι) και Κινούμενη άμμος, το δίτομο ιστορικό έργο Ιστορία του ελληνικού κόσμου και του μείζονος χώρου, η επίσης ιστορική μελέτη Αλβανοί - Αρβανίτες - Έλληνες, η ογκώδης μονογραφία Αλεξανδρούπολη, μια νέα πόλη με παλιά ιστορία, η πολιτική μελέτη Παγκοσμιοποίηση: Προς ένα παγκόσμιο ολοκληρωτικό σύστημα εξουσίας.

Από ποια ηλικία ξεκινήσατε να διαβάζετε; Ποια ήταν τα πρώτα σας αναγνώσματα;
Όσο και αν φαίνεται περίεργο, ο Όμηρος. Όταν επιστρέψαμε με τη λοιπή οικογένειά μου στο Γύθειο, μετά από τη φυγή των Γερμανών, από την πλούσια βιβλιοθήκη του πατέρα είχαν απομείνει σε πεζή μετάφραση του Κώστα Αθάνατου τα αθάνατα έπη. Επειδή απεχθανόμουν τα σχολικά αναγνώσματα «μου και α κάνουν μα, μαμά», άρχισα να μελετώ μετά μανίας την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Μέχρι να φτάσω στην πέμπτη δημοτικού, είχα μάθει απ’ έξω τις πιο πολεμικές ραψωδίες. Αναπάντεχα είχε σωθεί και το Ομηρικό Λεξικό του Πανταζίδη. Από εκεί μάθαινα και τις πιο «χοντρές» λέξεις, δηλαδή όσες λέξεις είχαν πολλές ερμηνείες. Τελειώνοντας το δημοτικό είχα μάθει 500-600 λέξεις. Έτσι, στο γυμνάσιο ο Όμηρος μου φάνηκε παιχνιδάκι. Το ίδιο και στο πανεπιστήμιο. Τώρα που βρίσκομαι στο γέρμα της ζωής, μετά από τη συγγραφή 100 βιβλίων ξαναγυρίζω στον Όμηρο. Με αυτόν άρχισε η πνευματική μου περιπέτεια, με αυτόν θα τελειώσει.
Από πότε ξεκίνησε η αγάπη σας για την ιστορία;
Προτού ακόμη πάω στο σχολείο. Το 1943-1944 έζησα σε μια ανταρτοκρατούμενη περιοχή. Τότε πρωτάκουσα τα ονόματα Άρης, Πελοπίδας, Αστραπόγιαννος, Ωρίων, Καραϊσκάκης κι έβαζα τον πατέρα μου να μου ιστορεί τι σήμαιναν τούτα τα ονόματα. Έτσι αγάπησα τόσο πολύ την Ιστορία, ώστε οι συμμαθητές μου να με λένε «Ιστορικό». Δεν ήθελα να τους διαψεύσω. Έγινα, παρότι πρώτη μου επιθυμία ήταν να γίνω ναυτικός!
Ασφαλώς ήθελα να φωτίσω την προσωπικότητα αυτής της τρομερής γυναίκας αλλά χωρίς να την εξωραΐζω, όπως κάνουν πολλοί ξένοι ιστορικοί. Κυρίως όμως γιατί ήθελα να δείξω το τι επικράτησε στην Ασία και την Ελλάδα μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου. Μια περίοδος άγνωστη στο ευρύ κοινό.
Ποια περίοδος της ελληνικής ιστορίας σάς αρέσει περισσότερο;
Όλες φυσικά, μα πιο πολύ τα Μηδικά, η εκστρατεία του Αλεξάνδρου, που την κατέγραψα σε δυο τόμους (εκδόσεις Περί Τεχνών), η επανάσταση του 1821 που θα ολοκληρωθεί σε επτά τόμους (οι τέσσερις έχουν κυκλοφορηθεί) και ο Μικρασιατικός κόσμος που κυκλοφορείται σε δυο τόμους (εκδόσεις Περί Τεχνών). Με ενδιαφέρουν και εδικά κεφάλαια της αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως. Δεν τη λέω Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Είναι νεότερη «ταμπέλα», ξενικής προελεύσεως.
Πώς ξεκίνησε η σκέψη να γράψετε το βιβλίο Ολυμπιάδα, ο βίος και η πολιτεία της μητέρας του Μ. Αλεξάνδρου;
Αφού έγραψα για τον πατέρα του Αλεξάνδρου και για τον ίδιο τον Αλέξανδρο, ήταν φυσικό να γράψω και για τη μάνα του που ήταν γυναίκα-θύελλα και γέννησε κεραυνό. Και κάτι άλλο: ήθελα να δείξω ότι ο Αλέξανδρος ήταν διγενής. Από πατέρα Μακεδών και από μάνα Ηπειρώτης.
Αλήθεια, ήταν σπουδαία η Ολυμπιάδα;
Πολύ σπουδαία. Καμιά άλλη γυναίκα της ελληνικής αρχαιότητας δεν την ξεπέρασε, σε δράση αρνητική και θετική. Όπως γράφω στο βιβλίο μου, με αυτή για πρώτη φορά η γυναίκα εισέρχεται πρωταγωνιστικά στον στίβο της ιστορίας – τουλάχιστον στην Ευρώπη.
Γράφετε ότι η Ολυμπιάδα δεν ήταν ετερόφωτη αλλά αυτόφωτη. Μπορείτε να αιτιολογήσετε τη γνώμη σας;
Με το «αυτόφωτη» εννοώ ότι δεν έπαιρνε λάμψη από τη λάμψη του άνδρα και του γιου της. Βεβαίως είχε μορφωθεί από τον συγγενή της Λεωνίδα, που τον έκανε και δάσκαλο του Αλεξάνδρου. Ξεπερνούσε σε παιδεία τον Φίλιππο και συχνά υπήρξε πολύτιμος πολιτικός του σύμβουλος.
Σαράντος Ι. Καργάκος: συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη
Πολλοί ιστορικοί της καταλογίζουν ότι ήταν μια προσωπικότητα που ισορροπούσε μερικές φορές σε τεντωμένο σχοινί. Μήπως γιατί ήθελε να πρωταγωνιστεί στην πολιτική σκηνή;
Ακριβώς, το ήθελε αυτό, γιατί δεν ήθελε να ζει υπό τη σκιά κανενός. Πρωταγωνιστικό ρόλο διεκδίκησε εντονότερα μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου. Όχι τόσο γι’ αυτή αλλά για να μη χαθεί η γενιά και η κληρονομιά του.
Πώς ένιωθε που γέννησε και γαλούχησε έναν από τους μεγαλύτερους άνδρες στην ιστορία, τον Αλέξανδρο;
Όπως μια Ηπειρώτισσα μάνα. Φρόντισε για την ανατροφή του, τον βοήθησε στη στερέωσή του επί του θρόνου και στη διάρκεια της εκστρατείας δεν έπαυε να τον συμβουλεύει στο πώς να μεταχειρίζεται τους φίλους του, ακόμη και στο πώς και τι να τρώει.
Με το βιβλίο σας προσπαθείτε με επιτυχία να φωτίσετε τον βίο και την πολιτεία της Ολυμπιάδας, που δεν είναι πολύ γνωστός στο ευρύ ελληνικό κοινό. Για ποιο λόγο, άραγε;
Ασφαλώς ήθελα να φωτίσω την προσωπικότητα αυτής της τρομερής γυναίκας αλλά χωρίς να την εξωραΐζω, όπως κάνουν πολλοί ξένοι ιστορικοί. Κυρίως όμως γιατί ήθελα να δείξω το τι επικράτησε στην Ασία και την Ελλάδα μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου. Μια περίοδος άγνωστη στο ευρύ κοινό. Και κάτι άλλο: ήθελα να ενισχύσω τις υποψίες μου με διάφορα πρόσθετα στοιχεία για την ταφή του Αλεξάνδρου στη Μακεδονία και μάλιστα στην Αμφίπολη, όπως γράφω επί δεκαετίες.
Παράλληλα έχετε μια απέραντη αγάπη για τα βιβλία. Από πότε;
Από παιδί. Πεινούσα για ψωμί, πεινούσα για βιβλία. Όλες μου τις οικονομίες τις έκανα βιβλία, παλαιές φωτογραφίες, εφημερίδες. Έχω τρεις βιβλιοθήκες: Μία για την αρχαία, μία για τη μεσαιωνική και μία μεγαλύτερη για τη νεότερη και νεότατη ιστορία μας. Απ’ ό,τι διαβάζω, κρατάω σημειώσεις. Έτσι, όταν αισθανθώ κάποιο ερέθισμα για μια περίοδο, προστρέχω στις σημειώσεις αυτές κι έχω αμέσως στη διάθεσή μου την πιο αναγκαία βιβλιογραφία. Είχα κι έχω ακόμη, ευτυχώς, ισχυρή μνήμη. Δεν προσφεύγω ποτέ στη βοήθεια ηλεκτρονικών μέσων.
Πώς βλέπουν οι νέοι μας την ιστορία αλλά και τον πολιτισμό γενικότερα;
Θα έλεγα –πλην τιμητικών εξαιρέσεων– με αδιαφορία λόγω κακοδιδασκαλίας στα σχολεία και στα πανεπιστήμια. Στα παιδιά προσφέρονται πιάτα αμαθείας και κακογουστιάς. Δεν παραβλέπω και το ωφελιμιστικό στοιχείο και μια εσκεμμένη πολιτική να θαφτεί ή να σπιλωθεί το παρελθόν μας.
Τι θα προτείνατε στους νέους επίδοξους συγγραφείς που σκέφτονται να γράψουν ιστορικά βιβλία;
Να διαβάσουν βιβλία και όχι μόνο νέα αλλά και παλιά, να μελετούν αρχειακό υλικό –αυτό έκανα κι εγώ νεαρός–, να επισκέπτονται αρχαιολογικούς χώρους και ιστορικούς τόπους για να αποκτήσουν το «άρωμα» του «τότε» και να μην εμπιστεύονται τις πληροφορίες του διαδικτύου. Είναι αποσπασματικές, συχνά νοθευμένες ή αλλοιωμένες και, το χειρότερο –χαλκευμένες.
Ποιο ιστορικό βιβλίο διαβάσατε τελευταία και σας έκανε εντύπωση;
Διάβασα πολλά αλλά αυτά που μου άρεσαν και τα ξαναδιάβασα ήταν του φίλου μου ναυάρχου Κωνσταντίνου Καταγά Ομηρικά ναυτικά θέματα (εκδόσεις Σιδέρης, 2006) και του επίσης ναυτικού Αθανασίου Ν. ΓιαννάκηΟμηρικό λεξικό ναυτικών όρων. Πρόκειται για βιβλία συναρπαστικά με θαλασσινή αύρα. Ίσως, γιατί θέλω να κλείσω την πνευματική μου περιπέτεια ξαναγυρίζοντας στον Όμηρο. «Επάνοδος στον Όμηρο – Ένα βιβλίο για όλους» θα είναι το τελευταίο μου βιβλίο – πιθανώς.
Τι σχεδιάζετε ακόμη;
Στο φετινό ημερολόγιο στην πρώτη σελίδα έγραψα: «Φέτος κλείνω τα ογδόντα μου χρόνια. Δεν θα το παίξω αιώνιος έφηβος για να γίνω καταγέλαστος. Θα πράττω όσα μου επιτρέπουν οι δυνάμεις και η ηλικία μου». Μετά την 11η Ιανουαρίου σημείωσα: «Και όσα μου επιτρέπουν οι γιατροί μου». Συνεπώς τα σχέδιά μου για το μέλλον είναι να ζήσω –όσο ζήσω– χωρίς σχέδια. Να χαρώ, όσο γίνεται, περισσότερα ηλιοβασιλέματα. Είναι τα μόνα στην Ελλάδα που δε ν χάλασαν ακόμη οι πολιτικοί μας.

ΟλυμπιάδαΟ βίος και η πολιτεία της μητέρας του Μ. Αλεξάνδρου
Σαράντος Ι. Καργάκος
Ψυχογιός
216 σελ.
ISBN 978-618-01-1750-9
Τιμή: €15,50
Βιβλίο & Τέχνες | diastixo.gr
Κατηγορία: ΕΛΛΗΝΕΣ
κείμενο: Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης