Κυριακή, 30 Ιουλίου 2017

«Ο Χορός της Εξουσίας» 7ο Φεστιβάλ Θεάτρου Αίγινα (Αγαμέμνων - Κλυταιμνήστρα - Ορέστης), σε σκηνοθεσία Γιάννη Νικολαΐδη

"Ο Χορός της Εξουσίας", η 4η παράσταση του Φεστιβάλ Θεάτρου (26.07.2017)
Ο «Οργανισμός Ελληνικού Θεάτρου Αιχμή» πήρε τη σκυτάλη στο 7ο Φεστιβάλ Θεάτρου, όπου παρουσίασε τη θεατρική σύνθεση «Ο Χορός της Εξουσίας» (Αγαμέμνων - Κλυταιμνήστρα - Ορέστης), σε σκηνοθεσία Γιάννη Νικολαΐδη.
Ο Χορός της Εξουσίας αμείλικτος, διαρκής και καταπιεστικός, βγαλμένος μέσα από το μύθο των Ατρειδών. Μια αιματοβαμμένη οικογένεια, ένα παλάτι που μυρίζει φόνο και αίμα. Τα σκοτεινά του δώματα είναι γεμάτα σκιές και συνωμοσίες. Αλλά οι χειρότεροι φόνοι βρίσκονται έξω από τις πύλες. Ανάμεσα στους πολίτες που τους καταδυναστεύουν τη ζωή.
Ένας χορός μακάβριος γύρω από την Εξουσία, μια διαρκής και ταυτόσημη εναλλαγή με τα ίδια αποτελέσματα πάντα. Και οι ψευδαισθήσεις προσφέρονται απλόχερα στους απελπισμένους πολίτες που κατοικούν «εκτός των τειχών».
«Έχασα πολύ περισσότερο αίμα γεννώντας το γιο του», αναφωνεί η Κλυταιμνήστρα για τον Αγαμέμνονα, αναλαμβάνοντας την ευθύνη για την πράξη της και αποφασίζει ταυτόχρονα την εκτέλεσή της από τα χέρια του γιου της Ορέστη, αυτόν που γέννησε χάνοντας το περισσότερο αίμα της. Και ο κύκλος της Εξουσίας και του αίματος συνεχίζεται, πολλές φορές ερήμην του λαού που καθοδηγούν και δυναστεύουν, πάντα όμως για το «καλό του».
Οι ήρωες του δράματος συνομιλούν μεταξύ τους, αλλά απευθύνονται σε μας. Η συναρπαστική δράση και ο καίριος λόγος αφορούν το σήμερα, ενώ ανοίγουν μια χαραμάδα από φως μέσα στη σκοτεινιά που βιώνουμε. Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε το έργο, μια "Επιδαύρεια Παράσταση Τσέπης", αδόκιμος όρος βέβαια, αλλά είναι τεράστια η δύναμη και οι συγκινήσεις που πηγάζουν από αυτή τη δουλειά. Και λογικό, αφού πρόκειται για θέατρο που έχει βουτήξει στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής, με την επιτυχία που το έκαναν οι Αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς.
Σκηνοθεσία: Γιάννης Νικολαϊδης
Πρωταγωνιστούν: 
Φωτεινή Φιλοσόφου, Γιάννης Νικολαϊδης, Λεωνίδας Αργυρόπουλος
Μονωδός, ο μπάσος Βασίλης Ασημακόπουλος
Σκηνικά κοστούμια: Όλγα Σχοινά
Μουσική επιμέλεια:Στέφανος Νικολαϊδης
Φωτισμοί:Στέφανος Κεραμιδά
Εικαστική επιμέλεια Agellakis digital

Φωτό: Ειρήνη Κουνάδη
 





Τρίτη 8/8: Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ:  Αμφιλοχία
Τετάρτη 9/8: Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ:  Εμπεσσός Αιτωλοακαρνανίας
Πέμπτη 10/8: Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ:  Αράχθειο Θέατρο Τζουμέρκων (Άρτα)

Σάββατο, 29 Ιουλίου 2017

Η Μαρία Τσιμά σε α΄ πρόσωπο

Το λιθόστρατο
To λιθόστρατο είναι ο δρόμος της παιδικής και της εφηβικής μου ηλικίας. Μια να πας μια να γυρίσεις. Μια περατζάδα στον χρόνο και στον τόπο. Μέσα από την ιστορία δύο γυναικών (μάνας και κόρης) «περπατώ» στο γνώριμο μονοπάτι που δεν είναι ένας τυχαίος δρόμος. Σε όλο του το μήκος διασταυρώνονται οι μικρές ζωές. Στα τακούνια που ακούγονται στο πλακόστρωτο (τάκα τουκ) ρυθμικά… ο ήχος γίνεται χρόνος. Που περνάει. Και η κόρη γεννάει ένα κορίτσι. Την όμορφη Ζωή – παιδί ενός μεγάλου έρωτα. Και τα βήματα της ζωής οδηγούν στη μεγάλη απώλεια. Τον πνιγμό του παιδιού. Πόσα βήματα έχει ο χαμός, ο σπαραγμός, η αντιδικία, η τρέλα, το πένθος μέχρι την αυτοκαταστροφή; 33 βήματα κάνει η Αγγελική Λοβέρδου –το άγαλμα του Φιλιππότη– για να μπει στην εκκλησία του Δραπάνου (του νεκροταφείου) και να γίνει θεατής του μεγάλου δράματος. Μια ωραία κοιμωμένη που πέθανε κι αυτή νέα και παρθένα.

Ο τόπος
Το λιθόστρατο, το νεκροταφείο του Δραπάνου, το λιμάνι, η ιχθυόσκαλα, ο βυθός, τα Χοργοτά και τα τοπία της βόρειας Κεφαλονιάς. Άγρια και γεμάτα μύθους και παραμύθια. Μέχρι που έγινα 18 χρόνων περπατούσα σ’ αυτά τα μέρη. Άκουγα τους ψιθύρους, τις κρυμμένες αλήθειες πίσω από τα παντζούρια, παρακολουθούσα τα ψέματα να μαζεύονται όλα μαζί και να κάνουν παρέλαση. Αλλά άκουγα και τους θρύλους και τις παραβολές. Κι όταν νικούσε η ομορφιά, η μικρή αυτή κοινωνία την εξοστράκιζε. Αλλά πώς να βάλεις θηλιά στην ομορφιά; Μεγάλωσα σε έναν μικρό τόπο που οι άνθρωποι δεν κυριολεκτούσαν. Είχαν μια δεύτερη λοξή ματιά πίσω από την εικόνα, μια άλλη παρέα λέξεων για μία και μόνη λέξη. Ήθελαν να πουν καλός άνθρωπος και άκουγα: αυτός είναι το πουλί του θεού. Έτσι μεγάλωσα. Με παραθλάσεις της γλώσσας και των αισθημάτων.
Μεγάλωσα σε έναν μικρό τόπο που οι άνθρωποι δεν κυριολεκτούσαν. Είχαν μια δεύτερη λοξή ματιά πίσω από την εικόνα, μια άλλη παρέα λέξεων για μία και μόνη λέξη. Ήθελαν να πουν καλός άνθρωπος και άκουγα: αυτός είναι το πουλί του θεού. Έτσι μεγάλωσα. Με παραθλάσεις της γλώσσας και των αισθημάτων.
Φωτισμένοι δάσκαλοι στο σχολείο (Αγάθη Καλαφάτη και Πέτρος Πετράτος) αλλά και αργότερα στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων με έκαναν να αγαπήσω τη λογοτεχνία. Η Σόνια Ιλίνσκαγια, ο Γιάννης Δάλλας, ο Ερατοσθένης Καψωμένος, ο Ευτύχης Μπιτσάκης και ο Κώστας Παπαγεωργίου την περίοδο των σπουδών μου στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών με βοήθησαν να αρχίσω τη δοκιμασία της γραφής. Το θέατρο και οι διασκευές με έφεραν πιο κοντά στην επιθυμία μου για οικονομία, αμεσότητα, ακρίβεια, λιτότητα και έδειξα μια προτίμηση στη μικρή φόρμα. Αλλά κυρίως είμαι επηρεασμένη από το θέατρο. Η ανάγκη να πεις μια ιστορία. Με χαρακτήρες, με δομή, με ακολουθία. Να δοκιμάσεις τη λειτουργία της γλώσσας. Την αφήγηση. Τον διάλογο. Το παραμύθι.
Ο χρόνος
Η ιστορία θα μπορούσε να συμβαίνει και σήμερα αλλά και στο παρελθόν. Είναι άχρονη. Όπως και οι γυναίκες και οι άντρες της νουβέλας. Βρίσκονται αντιμέτωποι με το πάθος, τη δύναμη του έρωτα αλλά και τον πόνο της απώλειας«Πώς αφήνουμε το δικό μας άνθρωπο να κοιμάται μονάχος κάτω από το χώμα και μεις γυρνάμε σπίτι; Πώς γίνεται; Να αφήνεις το αίμα σου κάτω από το χώμα και συ να επιστρέφεις σαν να μην έχει συμβεί τίποτα; Εσύ να επιστρέφεις και να συνεχίζεις να ανασαίνεις;»Τώρα που ο χρόνος γεμίζει από ζωές και επιθυμίες και όνειρα που γίνονται μνήμη, τώρα που ο παρόντας χρόνος γεμίζει από φίλους, γονείς και συντρόφους που έφυγαν, είχα την ανάγκη να μιλήσω γι’ αυτό που χάνεται. Για πάντα. Αυτό που δεν μπορείς να το αλλάξεις. Τι δημιουργεί; Πώς διαχειρίζεται κανείς τον πόνο; Ένα παράθυρο στο άγνωστο της ψυχής είναι η γραφή αλλά και η ίδια η τέχνη. Κι όπως μια ιστορία είναι μια περιπέτεια, το έργο (λογοτεχνικό ή θεατρικό) πρέπει να είναι μια περιπέτεια για τον αναγνώστη ή τον θεατή. Κρύβουμε πολλά από τον ίδιο μας τον εαυτό και κρατάμε ολόκληρες περιοχές στο σκοτάδι. Αυτές πρέπει σιγά σιγά να φωτίζονται για να ανάψουμε ένα άλλο φως που μπορεί λίγο να μας ανακουφίσει.
Τώρα που ο χρόνος γεμίζει από ζωές και επιθυμίες και όνειρα που γίνονται μνήμη, τώρα που ο παρόντας χρόνος γεμίζει από φίλους, γονείς και συντρόφους που έφυγαν, είχα την ανάγκη να μιλήσω γι’ αυτό που χάνεται. Για πάντα.
Λέει κάτι υπέροχο ο Μίνωας Βολανάκης: «Δυο άνθρωποι κοιτάνε κάτω σε μια λακκούβα. Ο ένας βλέπει νερόλακκο, ο άλλος τον έναστρο ουρανό. Έτσι έχει γίνει η ζωή μας. Ένας νερόλακκος ή ένας πίνακας ζωγραφικής. […] γιατί η ομορφιά δεν ψεύδεται, μένει πάντα ομορφιά, δεν τσαλακώνεται από προθέσεις ακόμα και στα πιο δύσκολα χρόνια της πείνας και του λοιμού». Είναι κάτι που δεν πρέπει να ξεχνάμε αυτή την εποχή.
Η έκδοση
Ήμουνα τυχερή γιατί με εμπιστεύθηκε η κ. Λίζα Σιόλα από τις εκδόσεις Στερέωμα και το Λιθόστρατο κυκλοφόρησε τον Φλεβάρη και ήδη έχει κάνει και β’ έκδοση. Την επιμέλεια ανέλαβε η κ. Κατερίνα Σχινά και ήδη το έχουμε παρουσιάσει στη ΔΕΘ Θεσσαλονίκης, στο καφέ Ζώγια, στην Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη Αργοστολίου και στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Κιλκίς. Τον Οκτώβρη οργανώνουμε παρουσίαση στην Αθήνα.
Σχέδια
Επειδή εδώ και δύο χρόνια βρίσκομαι στη Θεσσαλονίκη στο ΚΘΒΕ, στόχος και του Γ. Αναστασάκη και δικός μου είναι να περιλαμβάνονται στο ρεπερτόριο έργα της ελληνικής και ξένης δραματουργίας παλαιότερων αλλά και νέων δημιουργών (Ταχτσής, Σεβαστίκογλου, Καμπανέλλης, Καζαντζάκης, Παπαμάρκου, Δήμου, Ναρ, Μπροντέ, Μπρεχτ, Φέκεμανς, Φασμπίντερ κ.ά.) αλλά και αναλόγια (Ανασκαφή 1, 2 και 3) βασισμένα σε κείμενα της νεότερης και της παλιάς γενιάς λογοτεχνών της Θεσσαλονίκης. Το διήγημά μου Το ηλιοτρόπιο βραβεύτηκε από το Πανεπιστήμιο του Παλέρμο και όταν θα βρω ελεύθερο χρόνο θα γράψω πάλι μια ιστορία για τον τόπο μου. 
Το λιθόστρατο Μαρία Τσιμά ΣτερέωμαΤο λιθόστρατοΜαρία Τσιμά
Στερέωμα
136 σελ.
ISBN 978-960-8061-49-1
Τιμή: €12,00



 Μαρία Τσιμά  Δημοσιεύτηκε 24 Ιουλίου 2017

Βιβλίο & Τέχνες | diastixo.gr

Γεωργία Παπαδάκη: «Σοφοκλής: Η “μέλισσα” του αρχαίου ποιητικού λόγου»

Η Γεωργία Παπαδάκη, με τα εφόδια της φιλολόγου και αρχαιολόγου, πρωτίστως, και την αγάπη για ό,τι σπούδασε, μας παραδίδει τον Σοφοκλήτης, έναν τόμο όπου παρουσιάζει τον μεγάλο τραγικό μέσα από αποσπάσματα των τραγωδιών του και πλούσιες πληροφορίες, που προκύπτουν από το ιστορικό, πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής.
Μελετά την τραγωδία, επειδή η τραγωδία έθεσε τα θεμέλια της μελέτης του αρχαίου κόσμου και του ανθρώπου και επειδή ο ρόλος της ήταν ηθικός και παιδαγωγικός. Τη μελετά, μέσα από τον Σοφοκλή, επειδή ο Σοφοκλής ήταν θαυμαστός για την ποιητική του δεξιότητα και τις νουθεσίες του προς τον άνθρωπο, επειδή οι ήρωές του πασχίζουν τα περάσουν τα ανθρώπινα μέτρα με τις πράξεις τους, αγνοώντας όμως ότι η ανθρώπινη πράξη δεσμεύεται από τη θεϊκή δύναμη.
Η Παπαδάκη επιλέγει αποσπάσματα που θεωρεί «κομβικά» για την ανάπτυξη του μύθου –ιδέες, μήνυμα–, για το φως που ρίχνουν στον χαρακτήρα και για την ποιητική τους δύναμη και γοητεία. Τα δράματα παρουσιάζονται με τη χρονολογική σειρά της διδασκαλίας τους. Όσο για τη γλώσσα, φρόντισε να είναι πιστή στο πρωτότυπο, χωρίς όμως να του στερεί την έμμετρη φύση του.
Στην Ενότητα «Ο βίος και το έργο του Σοφοκλή» μας δίνει πλούσιο πληροφοριακό υλικό. Ήτοι, ο Σοφοκλής γεννήθηκε στον Κολωνό, μαγευτικό (τότε) προάστιο της Αθήνας, το 497/6 π.Χ. Πατέρας του ήταν ο Σόφιλος, οποίος είχε εργοστάσιο κατασκευής όπλων. Διακρίθηκε σε γυμναστικούς και μουσικούς αγώνες, ήταν όμορφος και επιλέχτηκε για τον χορό των εφήβων στα Επινίκια της ναυμαχίας στη Σαλαμίνα. Η σχετική παράδοση που λέει ότι ο Αισχύλος πολεμά εναντίον των Περσών, ο Σοφοκλής σέρνει τον χορό και ο Ευριπίδης γεννιέται εκείνη την ημέρα μάλλον δεν ευσταθεί. Παντρεύτηκε δύο φορές, την πρώτη με τη Νικοστράτη και απέκτησε έναν γιο, τον Ιοφώντα, ποιητή, επίσης, και τη δεύτερη με τη Θεοδωρίδα, από την οποία απέκτησε τον Αρίστωνα, ο οποίος απέκτησε με τη σειρά του γιο, τον Σοφοκλή τον νεότερο. Ο νεότερος, τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του παππού του, δίδαξε τον Οιδίποδα επί Κολωνώ. Λίγο πριν από τον θάνατό του ο πρώτος γιος του, ο Ιοφών, τον οδήγησε στα δικαστήρια, ζητώντας την επιμέλεια της πατρικής περιουσίας, επειδή ο γέρων είχε άνοια, όπως ισχυριζόταν. Ο Σοφοκλής τότε απήγγειλε ένα απόσπασμα από τον Οιδίποδα επί Κολωνώ και έπεισε περί του αντιθέτου.
Κόσμησε τους ήρωές του με φυσικό, ηθικό και ιδανικό κάλλος, τους έπλασε όπως έπρεπε να είναι. Όχι υπεράνθρωποι, όπως του Αισχύλου, ούτε αντίγραφα της πραγματικότητας, όπως του Ευριπίδη. Επειδή θαύμαζε τον Όμηρο, ο φιλόσοφος Πολέμων τον αποκάλεσε τραγικό Όμηρο και τον Όμηρο επικό Σοφοκλή.
Γενικά, ήταν άνθρωπος ήρεμος, πρόσχαρος, καταδεκτικός, εκλεπτυσμένος, εύθυμος, κοινωνικός. Του άρεσαν οι απολαύσεις και ο έρωτας και έζησε όπως οι επιφανείς Αθηναίοι. Ήταν φίλος του Περικλή και του Ηρόδοτου. Χαρακτηρίστηκε φιλαθηναιότατος γιατί, αν και προσκλήθηκε σε βασιλικές αυλές, δεν έφυγε από την Αθήνα, παρά μόνο για κρατικές υποθέσεις και αποστολές.
Υπηρέτησε την αθηναϊκή δημοκρατία αναλαμβάνοντας ρόλους οικονομικούς, πολιτικούς, στρατιωτικούς και θρησκευτικούς. Το 443/2 χρημάτισε Ελληνοταμίας, αξίωμα το οποίο του δόθηκε μάλλον ως αναγνώριση της καλλιτεχνικής του αξίας, με αφορμή την Αντιγόνη που εκείνο τον καιρό είχε διδάξει με μεγάλη επιτυχία. Το 413, μετά τη συμφορά στη Σικελία, εξελέγη ως ένας από τους δέκα προβούλουςγια νααποτελέσει ανάχωμα σε αποφάσεις δημαγωγών, κρίσιμες για την πόλη.
Ακόμα, ήταν άνθρωπος θεοσεβής και προσηλωμένος στις παραδόσεις και την ηθική του παρελθόντος, πράγμα που δεν συνέβαινε με τον Ευριπίδη, ο οποίος δεν δίσταζε να ασκήσει κριτική σε δόγματα και αντιλήψεις. Λόγω της θεοσέβειάς του έλαβε τον τίτλο ήρως Δεξίων στην υποδοχή του αγάλματος του Ασκληπιού, το 420 π.Χ. στην Επίδαυρο. Στα 28 του χρόνια αναμετρήθηκε με τον Αισχύλο σε δραματικό αγώνα και κέρδισε, όπου, όπως παραδίδει ο Πλούταρχος, άλλοι από τους θεατές επευφημούσαν τον Αισχύλο και άλλοι τον Σοφοκλή. Στα εξήντα χρόνια που δίδαξε έλαβε πρώτο ή δεύτερο βραβείο πάνω από είκοσι φορές, ενώ ο Ευριπίδης μόνο τέσσερις (εδώ, όμως, ας προσθέσουμε πως το συντηρητικό κοινό δεν ήταν έτοιμο να δεχτεί τον Ευριπίδη, ο οποίος είναι ο κύριος γενάρχης του ευρωπαϊκού θεάτρου. Στον Ευριπίδη στηρίχτηκε όλο το μετά τους κλασικούς μας θέατρο).
Σε νεαρή ηλικία υποδύθηκε και ο ίδιος ο Σοφοκλής ρόλους. Στο Θάμυρις κράτησε τον ομώνυμο ρόλο του Θρακιώτη κιθαρωδού, όπως μαρτυρεί εικόνα του γνωστού αρχαίου ζωγράφου Πολυγνώτου, στην Ποικίλη Στοά, με τον Σοφοκλή να παίζει λύρα. Υποδύθηκε, επίσης τη Ναυσικά που παίζει τόπι στο έργο Ναυσικά ή Πλύντριαι. Συνολικά, έγραψε εκατόν είκοσι δράματα, ελεγείες, παιάνες, ωδές. Από όλο αυτό το έργο σώζονται επτά τραγωδίες και τετρακόσιοι στίχοι από τους Ιχνευτές.
Ο Σοφοκλής επέφερε αλλαγές στην τραγωδία, αξιοποιώντας την παράδοση. Διέλυσε την τριλογία, πρόσθεσε τον τρίτο υποκριτή, αύξησε τα μέλη του χορού σε δεκαπέντε, μείωσε την έκταση των χορικών και επιμήκυνε τα διαλογικά μέρη, τελειοποίησε τη σκηνογραφία. Φρόντισε για τη σύνθεση, τις αντιθέσεις και συγκρούσεις. Χρησιμοποίησε την «τραγική ειρωνεία», επιμελήθηκε τον γοργό ρυθμό στην περιπέτεια, τη φυσική διαπλοκή του φυσικού με το αφύσικο. Έδωσε στο έργο ενότητα, συνοχή και συμμετρία. Κόσμησε τους ήρωές του με φυσικό, ηθικό και ιδανικό κάλλος, τους έπλασε όπως έπρεπε να είναι. Όχι υπεράνθρωποι, όπως του Αισχύλου, ούτε αντίγραφα της πραγματικότητας, όπως του Ευριπίδη. Επειδή θαύμαζε τον Όμηρο, ο φιλόσοφος Πολέμων τον αποκάλεσε τραγικό Όμηρο και τον Όμηρο επικό Σοφοκλή.
Στα έργα του θα δούμε τη σημασία της Ειμαρμένης, της θέλησης των θεών, της Θείας Δίκης, αλλά και της προσωπικής βούλησης, εφόσον ο άνθρωπος είναι υπεύθυνο άτομο και, σε έναν κόσμο ανθρωποκεντρικό, προκαλεί τη μοίρα με τις πράξεις και τα λάθη του. Στην τραγωδία Αίαςδίνει την τραγικότητα του ήρωα, όταν συνειδητοποιεί την έσχατη ταπείνωσή του. Στην Αντιγόνη δίνει τη σύγκρουση των θείων και ανθρώπινων νόμων, αλλά και τα όρια της εξουσίας του κράτους. Στις Τραχίνιες, όπως και στον Οιδίποδα, εμφαίνεται ο σκοτεινός ρόλος των χρησμών, η ασαφής βούληση των θεών, η ελλιπής ανθρώπινη γνώση. Στην Ηλέκτρα έχουμε το πάθος για εκδίκηση, το οποίο σβήνει μετά τον φόνο της μητέρας, και μένουν οι τύψεις και η μεταμέλεια. Στον Φιλοκτήτη, συγκρούεται το συμφέρον με την ηθική, ο δόλος με την αγνότητα. Στον Οιδίποδα επί Κολωνώ, έχουμε τη δικαίωση εκείνου που, εν αγνοία του, αμάρτησε αλλά από τη μακροθυμία των θεών αποκαταστάθηκε.
Τα αποσπάσματα, με την ποιητική τους μεταφορά στη σημερινή μας γλώσσα, ο θεωρητικός οπλισμός και η ποιότητα του όλου καθιστούν το εγχείρημα της Γεωργίας Παπαδάκη επιτυχές ή, κατά πως έλεγαν οι Λατίνοι, dulcis et utilis. 
ΣοφοκλήςΗ «μέλισσα» του αρχαίου ποιητικού λόγου, μια περιήγηση στο σωζόμενο έργο του
Γεωργία Παπαδάκη
Εκκρεμές
280 σελ.
ISBN 978-618-5076-13-9
Τιμή: €19,61
Βιβλίο & Τέχνες | diastixo.gr

«Γιώργος Ζυμαράκης: "Inspiration Chios – Με έμπνευση τη Χίο"» στο Μουσείο Μαστίχας Χίου

Το Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς (ΠΙΟΠ) παρουσιάζει την έκθεση ζωγραφικών έργων του Γιώργου Ζυμαράκη με τίτλο Inspiration Chios – Με έμπνευση τη Χίο στο Μουσείο Μαστίχας Χίου.
O Χιώτης Γιώργος Ζυμαράκης, πολίτης του κόσμου, με σπουδές στο Παρίσι και στη Νέα Υόρκη, ενσωμάτωσε στοιχεία ναΐφ σε αυτή την ενότητα της δουλειάς του, προσπαθώντας να αποδώσει με τον χρωστήρα του «μια πανοραμική άποψη της Χίου που δεν θα χαλάσει ποτέ».
Διάρκεια 
Έως 2 Οκτωβρίου 2017 
Καθημερινά, εκτός Τρίτης, 10:00-18:00
Η είσοδος είναι ελεύθερη.
Για περισσότερες πληροφορίες, μπορείτε να επικοινωνήσετε με το Μουσείο Μαστίχας Χίου, στο τηλ. 22710 72212 (καθημερινά, εκτός Τρίτης, 10:00-18:00).
Μουσείο Μαστίχας Χίου
Πυργί, Θέση Ράχη (Τεπέκι), 821 02 Χίος
Τηλ: 22710 72212 | www.piop.gr
«Όραμα νοσταλγίας», 1989. Ακρυλικό σε μουσαμά, 60x80 εκ.© Γιώργος Ζυμαράκης«Όραμα νοσταλγίας», 1989. Ακρυλικό σε μουσαμά, 60x80 εκ.© Γιώργος Ζυμαράκης
«Τα σχολεία του Κάμπου», 2007. Ακρυλικό σε μουσαμά, 150x200 εκ. © Γιώργος Ζυμαράκης«Τα σχολεία του Κάμπου», 2007. Ακρυλικό σε μουσαμά, 150x200 εκ. © Γιώργος Ζυμαράκης
«Γιορτή στα Μαστιχοχώρια», 2010. Ακρυλικό σε μουσαμά, 100x120 εκ. © Γιώργος Ζυμαράκης«Γιορτή στα Μαστιχοχώρια», 2010. Ακρυλικό σε μουσαμά, 100x120 εκ. © Γιώργος Ζυμαράκηςhttp://diastixo.gr/Βιβλίο & Τέχνες | diastixo.gr

«Ο Πικάσο στην... “Καμπούλ”» του Πέτρου Γκάτζια

«Είχα κάποτε ένα αφγανικό κυνηγόσκυλο. Τον έλεγαν Καμπούλ. Απέκτησα αργότερα και άλλα αφγανικά κυνηγόσκυλα. Ίσως γιατί αναζητούσα το φάντασμά του. Είναι ο μόνος που σκέφτομαι καμιά φορά. Όταν έρχεται στο μυαλό μου, τη στιγμή που δουλεύω, είναι λες και με αναγκάζει να αλλάξω ό,τι κάνω.
Η μύτη στο πρόσωπο που σχεδιάζω γίνεται μακρύτερη και πιο κοφτερή. Τα μαλλιά της γυναίκας που ζωγραφίζω γίνονται μακρύτερα και πιο αφράτα, χύνονται πάνω στα μάγουλά της, όπως τα αυτιά του έπεφταν δεξιά και αριστερά απ’ το κεφάλι του».
Πάμπλο Πικάσο
Το απόγευμα εκείνο της 19ης Απριλίου του 1957, ο φωτογράφος και φίλος του Πικάσο, Ντέιβιντ Ντάγκλας Ντάνκαν, φτάνει στη βίλα του καλλιτέχνη στις Κάννες. Μαζί του έχει ένα αφγανικό κυνηγόσκυλο, τον Καμπούλ. Ο Πικάσο του ζητά να καθίσει για φαγητό. Μαζί τους και η μέλλουσα κυρία Πικάσο, το μοντέλο Ζακλίν Ροκ, η τελευταία μούσα του.
Ο ζωγράφος κοιτάζει επίμονα τον Καμπούλ και αναρωτιέται αν έχει δικό του πιάτο για να φάει. Ο Ντάνκαν απαντά αρνητικά. Τότε ο Πικάσο, ξαφνικά, ζωγραφίζει τη μορφή του σκύλου σε ένα από τα πιάτα που βρίσκονταν στο τραπέζι και το χαρίζει στον φωτογράφο.
Αυτή ήταν και η αρχή μιας υπέροχης φιλίας, γιατί ο Καμπούλ αισθάνθηκε αμέσως σαν στο σπίτι του και αρνήθηκε να ακολουθήσει το αφεντικό του όταν έφυγε.
Ο Καμπούλ έμεινε στην περίφημη βίλα της La Californie για έξι χρόνια, μαζί με τον άλλο σκύλο του Πικάσο, τον Γιαν, και μια κατσίκα που τη φώναζαν Εσμεράλδα.
«Είχαν μια ερωτική σχέση» θα διηγηθεί αργότερα ο Ντάνκαν. «Ο Πικάσο έπαιρνε διαρκώς τον σκύλο στα γόνατά του, τον τάιζε στο στόμα. Γαμώτο, αυτός ο σκύλος έκανε κουμάντο στο σπίτι».
Ο Ντάνκαν φωτογράφισε χιλιάδες φορές τον Πικάσο, κάνοντάς του πορτρέτα για περιοδικά και εφημερίδες. Οι ανέκδοτες φωτογραφίες που δείχνουν τον ζωγράφο σε καθημερινές στιγμές στη βίλα του, παρουσιάστηκαν μάλιστα πρόσφατα στο Μουσείο Πικάσο, στη Μάλαγα.
Ο Πικάσο προτιμούσε να εργάζεται απομονωμένος, χωρίς να τον ενοχλεί κανείς. Αυτή τη φορά, όμως, ήθελε μαζί του τον Καμπούλ.
«Δεν είναι σκύλος, είναι άνθρωπος, είναι κάποιος άλλος» συνήθιζε να λέει με πομπώδες ύφος.
«Είναι αλήθεια πως ο Καμπούλ έζησε μια παραχαϊδεμένη ζωή εκεί μέσα» θα διηγηθεί πάλι ο φωτογράφος. «Ο Πικάσο είχε πολλά σκυλιά, αλλά αυτό το κυνηγόσκυλο ήταν το μόνο που πήρε στην αγκαλιά του».
Δύο χρόνια αργότερα, ο Πικάσο θα ποζάρει ξανά για τον Ντάνκαν, στα σκαλοπάτια μιας εκκλησίας. Φορά μόνο το λευκό του εσώρουχο και παντόφλες, ενώ στο αριστερό χέρι του έχει ριγμένο το μπουρνούζι του. Και βέβαια δίπλα του ο Καμπούλ. Οι δυο τους κοιτάζουν προς το ίδιο σημείο.
Τι απέγινε ωστόσο ο σκύλος που, απ’ ό,τι φαίνεται, επηρέασε τη ζωγραφική του Πικάσο; Το 1964, όταν ο Ντάνκαν ξαναβρέθηκε στη βίλα, δεν είδε πουθενά τον Καμπούλ. Ο σκύλος αντιμετώπιζε πρόβλημα με τη σπονδυλική του στήλη, δεν μπορούσε να περπατήσει και τον φρόντιζαν σε μια κτηνιατρική κλινική εκεί κοντά. Οι γιατροί θεωρούσαν ανίατη την περίπτωσή του. Ο Ντάνκαν ωστόσο δεν το έβαλε κάτω. Αναζήτησε μια δεύτερη γνώμη και μετέφερε τον σκύλο σε μια άλλη κλινική στη Γερμανία.
Η θεραπεία κράτησε μήνες και ο Καμπούλ δεν επέστρεψε ποτέ στις Κάννες. Έζησε όμως άλλα δέκα χρόνια. «Έσβησε» στις 29 Μαρτίου του 1973, δέκα ημέρες πριν από τον μεγάλο του έρωτα, τον Πικάσο.
Βιβλίο & Τέχνες | diastixo.gr

Ευτυχία Γιαννάκη: συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

Η Ευτυχία Γιαννάκη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε πληροφορική, μουσική τεχνολογία και επικοινωνία και εργάστηκε για αρκετά χρόνια στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Στο παρελθόν εκδόθηκε με ψευδώνυμο ένα ακόμη μυθιστόρημά της με τον τίτλο Χάρντκορ, που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο.
Ποια είναι τα πρώτα αστυνομικά μυθιστορήματα που διαβάσατε;
Θυμάμαι ότι στη βιβλιοθήκη των δικών μου υπήρχε μια μεγάλη συλλογή με έργα της Άγκαθα Κρίστι. Οπότε μοιραία οι πρώτες αστυνομικές ιστορίες που έπεσαν στα χέρια μου ήταν οι δικές της. Λίγο αργότερα ακολούθησε η Ρουθ Ρέντελ και η Πατρίσια Χάισμιθ, η οποία βεβαίως δεν εντάσσεται αμιγώς στην αστυνομική λογοτεχνία.
Ποιο ήταν το πρώτο έργο που σας έκανε να αντιληφθείτε ότι σας ενδιαφέρει να γράψετε αστυνομικό μυθιστόρημα;
Ήταν η Τριλογία της Μασσαλίας του Ζαν-Κλοντ Ιζό που διάβασα πολλά χρόνια αργότερα και με εντυπωσίασε σε τέτοιο βαθμό ώστε να θυμάμαι ακόμη τη στιγμή που έκλεισα τον ογκώδη τόμο με τα τρία έργα. Ήταν καλοκαίρι και, ενώ βρισκόμουν στην Πάρο, ένιωθα ότι είχα ολοκληρώσει μόλις ένα συναρπαστικό ταξίδι στον νότο της Γαλλίας. Τότε, για πρώτη φορά σκέφτηκα ότι αν ποτέ έγραφα αστυνομική λογοτεχνία θα ξεκινούσα με μια ιστορία για την Αθήνα.
Με το πρώτο σας μυθιστόρημα, Στο πίσω κάθισμα, δημιουργείτε τον πρωταγωνιστή αστυνόμο Χάρη Κόκκινο. Ποια χαρακτηριστικά του χαρακτήρα σας γοήτευσαν;
Αυτό που ήθελα να αποφύγω δημιουργώντας τον κεντρικό χαρακτήρα των ιστοριών μου ήταν τα στερεότυπα τόσο του είδους, όσο και των χαρακτηριστικών που έχουμε στο μυαλό μας για έναν αστυνόμο που ζει στη σύγχρονη Αθήνα. Το οικογενειακό παρελθόν του, οι δυσκολίες του απαιτητικού επαγγέλματός του και η περιρρέουσα οικονομικο-πολιτική αστάθεια απαιτούν να ισορροπήσει σε κινούμενη άμμο. Κι εκεί ξεδιπλώνονται πολλές φορές αντιφατικά χαρακτηριστικά του. Είναι αυτές οι αντιφάσεις του που με γοητεύουν.
Είναι εντυπωσιακό πόσο γοητευτικό είναι να μελετά κανείς τη διαδρομή που οδηγεί σε κάτι τόσο αποκρουστικό όσο ένα έγκλημα κατά της ζωής. Η βία είναι σαν μισοκοιμισμένο ζώο που κουβαλάμε μέσα μας. Πώς ξυπνάει αυτό το ζώο; Τι συμβαίνει όταν αποφασίσει να δείξει τη δύναμή του;
Πρόσφατα εκδόθηκε το μυθιστόρημα Αλκυονίδες μέρες. Γιατί διαλέξατε αυτό τον τίτλο;
Η κεντρική ιδέα που διατρέχει την αφήγηση είναι τι μπορεί να συμβεί αν κάτι δεν πάει καλά εκεί όπου ο αδύναμος αναζητά καταφύγιο. Αν τα πουλιά που περιμένουν την καλοκαιρία, τις αλκυονίδες μέρες στην καρδιά του χειμώνα, για να αφήσουν τα αυγά τους σε ένα πιο ασφαλές μέρος, βρεθούν αντιμέτωπα με μια απρόσμενη αντιξοότητα. Τι συμβαίνει σε μια κοινωνία στην οποία δεν υπάρχουν αποτελεσματικές δομές ώστε να προστατευτεί αυτός που έχει ανάγκη; Η έννοια του αδυνάμου, του ξένου, όχι μόνο του μετανάστη, αλλά και του ξένου μέσα μας, των σκοτεινών πλευρών μας που ενεργοποιούνται σε συγκεκριμένες συνθήκες όταν τα πράγματα δεν λειτουργούν με τον ενδεδειγμένο τρόπο λόγω χρόνιων παθογενειών, ήταν κεντρικά ζητούμενα στην ιστορία μου.
Μια νεαρή κοπέλα από την Γκάνα δολοφονείται. Ποια η σχέση φαντασίας και πραγματικότητας σε μια αστυνομική ιστορία;
Αντλώ τα πρωτογενή υλικά της αφήγησής μου απ’ όσα συμβαίνουν γύρω μου, απ’ όσα καταφέρνω να εσωτερικεύσω και όσα θα με απασχολήσουν γυρεύοντας κάποια απάντηση. Επομένως η πραγματικότητα, το εδώ και το τώρα, τα τρέχοντα ερωτήματα βρίσκονται στον πυρήνα του προβληματισμού μου. Και αυτά θα διαμορφώσουν το όποιο κοινωνικό σχόλιο θα συνδεθεί με την αφήγηση. Από κει και πέρα η φαντασία ή, αν θέλετε, ένα πιο εσωτερικό ταξίδι στα υλικά που βρίσκονται μέσα μου, θα αναλάβουν κεντρικό ρόλο στη δόμηση της πλοκής, των χαρακτήρων και στη διερεύνηση του ψυχολογικού τους βάθους.
Η εξιχνίαση ενός εγκλήματος απαιτεί κινητοποίηση της αστυνομίας. Ποιοι είναι οι ύποπτοι χώροι; Ποια πρόσωπα πλησιάζει η αστυνομία για να πάρει πληροφορίες;
Η μέθοδος που ακολουθείται κατά περίπτωση έχει να κάνει με τις ιδιαιτερότητες κάθε εγκλήματος. Φυσικά υπάρχουν πρωτόκολλα, μεθοδολογίες, συγκεκριμένες διαδρομές που θα ακολουθηθούν για να δομήσει και να αξιολογήσει κανείς μια λίστα μαρτύρων και υπόπτων. Το ίδιο συμβαίνει και με την αξιοποίηση της τεχνολογίας ή την επιτόπια έρευνα σε συγκεκριμένους χώρους. Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι πως ο ανθρώπινος παράγοντας, οι ίδιοι οι ερευνητές διαμορφώνουν τελικά την έρευνα με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, πέρα από τις μεθοδολογίες και τα πρωτόκολλα. Υπάρχει ένα σύνολο έργων αστυνομικής λογοτεχνίας που δίνει εξαντλητικές περιγραφές στο μεθοδολογικό κομμάτι. Εγώ επιλέγω να το χρησιμοποιώ και να το παρουσιάζω στον αναγνώστη στον βαθμό που εξυπηρετεί την αφήγηση και την καθιστά βεβαίως πειστική.
Γράφοντας μας γοητεύετε και μας εξηγείτε πώς φτάνει στο έγκλημα ένας άνθρωπος. Αλήθεια, όμως, τι μας ωθεί στη βία και στην εκδίκηση;
Είναι εντυπωσιακό πόσο γοητευτικό είναι να μελετά κανείς τη διαδρομή που οδηγεί σε κάτι τόσο αποκρουστικό όσο ένα έγκλημα κατά της ζωής. Η βία είναι σαν μισοκοιμισμένο ζώο που κουβαλάμε μέσα μας. Πώς ξυπνάει αυτό το ζώο; Τι συμβαίνει όταν αποφασίσει να δείξει τη δύναμή του; Ποιες είναι οι ρίζες του κακού κάθε φορά; Το παρελθόν που επανέρχεται, τα λάθη, οι παραλείψεις, τα κλειστά στόματα, η ανοχή στην παραβατικότητα είναι κεντρικά ζητούμενα στις ιστορίες μου σε μια προσπάθεια να θέσω το ερώτημα στον ίδιο τον αναγνώστη.
Στα αστυνομικά μυθιστορήματα το θύμα μπορεί να γίνει ποτέ εκδικητής;
Όλοι έχουμε υπάρξει θύτες και θύματα, σε διαφορετικό βαθμό και ανάλογα με την περίσταση. Όλοι μπορούμε να έχουμε και τους δύο ρόλους, πολλές φορές ταυτόχρονα. Είναι βαθιά πεποίθησή μου ότι η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις δύο καταστάσεις είναι πολύ λεπτή κι αυτός είναι κι ένας από τους λόγους για τους οποίους γράφω αστυνομική λογοτεχνία.
Η ανοχή στην παραβατικότητα ή τη μικροπαραβατικότητα στην καθημερινότητά μας δημιουργεί ένα πρόσφορο έδαφος για να φυτρώσουν τα άνθη του κακού. Είναι σαν να έχεις μια μικρή πληγή την οποία δεν φροντίζεις και αυτή διαρκώς μεγαλώνει και μεγαλώνει. Κάποια στιγμή θα σε καταπιεί. Αυτό που φάνταζε μικρό θα γίνει μεγάλο.
Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου αναφέρεστε στα εργατικά ατυχήματα, την ανασφάλιστη εργασία, την εργασιακή εκμετάλλευση και την έλλειψη υποδομών. Γι’ αυτό η ελληνική κοινωνία παρουσιάζει αρκετές παθογένειες;
Η ανοχή στην παραβατικότητα ή τη μικροπαραβατικότητα στην καθημερινότητά μας δημιουργεί ένα πρόσφορο έδαφος για να φυτρώσουν τα άνθη του κακού. Είναι σαν να έχεις μια μικρή πληγή την οποία δεν φροντίζεις και αυτή διαρκώς μεγαλώνει και μεγαλώνει. Κάποια στιγμή θα σε καταπιεί. Αυτό που φάνταζε μικρό θα γίνει μεγάλο. Μια ακραία κατάσταση, όπως είναι το έγκλημα, δεν προκύπτει τυχαία. Συνήθως έχει προηγηθεί σωρεία λαθών και παραλείψεων την οποία έχουμε ανεχτεί.
Ανάμεσα σε αυτά ο καταναλωτισμός και η διαφθορά. Υπάρχει ελπίδα κάτι να αλλάξει στην ελληνική κοινωνία;
Τα πάντα είναι ρευστά. Όλα μπορούν να αλλάξουν αν επικρατήσει κάποια στιγμή η αντίληψη ότι το υπάρχον σχήμα έχει πάψει να είναι λειτουργικό. Η αγορά και οι σκληρές επιταγές της δεν είναι τίποτε άλλο από μία ακόμη έκφανση της ανθρώπινης ανάγκης για επικράτηση, για εξουσία. Τα αγαθά ταξιδεύουν πανεύκολα στις μέρες μας αν πρόκειται να παράγουν κέρδος, άρα ισχύ. Οι άνθρωποι, αντιθέτως, μετακινούνται μόνο εφόσον υπάρχει κάτι να εξυπηρετήσουν στην αγορά που τους υποδέχεται. Όσο αυτό το σχήμα είναι λειτουργικό, για τον ισχυρό τουλάχιστον, θα εξακολουθήσει να υπάρχει. Όταν πάψει να εξυπηρετεί τους σκοπούς για τους οποίους φτιάχτηκε θα αναμορφωθεί.
Αλήθεια, υπάρχει τεχνική στη συγγραφή;
Δεν θα έλεγα ότι υπάρχει τεχνική. Στην αστυνομική αφήγηση υπάρχουν κάποιοι επιπλέον περιορισμοί. Όχι μόνο όσον αφορά στην ανάγκη ύπαρξης μιας ενδιαφέρουσας πλοκής, αλλά κυρίως όσον αφορά στον συνδυασμό βάρους και ελαφρότητας στην αφήγηση. Η αναζήτηση αυτής της ισορροπίας, πώς θα αφηγηθείς κάτι ακραίο, όπως ένα έγκλημα, και θα καταφέρεις να το φέρεις κοντά στον αναγνώστη είναι ένα μεγάλο στοίχημα για μένα. Η δόμηση των συνθηκών και των χαρακτήρων και η αλήθεια με την οποία θα τους μπολιάσεις είναι ένα από τα κλειδιά που θα φέρουν τελικά τον ίδιο τον αναγνώστη αντιμέτωπο με τα κύρια ερωτήματα που θέτει η ιστορία.
Πώς θα νιώθατε αν το μυθιστόρημά σας Αλκυονίδες μέρες μεταφερόταν στην τηλεόραση ή στον κινηματογράφο;
Η μετάπλαση ενός έργου τέχνης σε κάτι άλλο μπορεί να είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αν γίνει κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Είναι ιδιαιτέρως γόνιμο να βλέπεις πως κάποιος άλλος ή μια ομάδα ανθρώπων προσεγγίζει και φωτίζει με διαφορετικό τρόπο ή με διαφορετικά μέσα κάτι που πρωτογενώς έφτιαξες εσύ. Το γεγονός ότι ασχολούμαι με το θεατρικό κείμενο τον τελευταίο χρόνο μού έχει χαρίσει ιδιαίτερες στιγμές, ανακαλύπτοντας ξανά το κείμενό μου μέσα από τα μάτια ενός σκηνοθέτη ή των ηθοποιών.
Εργαστήκατε αρκετά χρόνια στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Διαβάζουν οι νέοι μας;
Κάποιοι διαβάζουν και κάποιοι όχι. Κάθε γενιά και κάθε εποχή έχει τα δικά της χαρακτηριστικά. Συνήθως οι μεγαλύτεροι γκρινιάζουμε ότι οι νεότεροι διαβάζουν λιγότερο από εμάς. Αν ισχύει πάντως η φθίνουσα πορεία για την οποία διαμαρτυρόμαστε, θα πρέπει να αναρωτηθούμε τι φταίει και να επιχειρήσουμε να το αλλάξουμε. Αν οι νέοι διαβάζουν λιγότερο, μάλλον φταίνε οι μεγαλύτεροι.
Στο αυτί του βιβλίου γράφετε και την ηλεκτρονική σας διεύθυνση. Σε τι μπορεί να βοηθήσει το διαδίκτυο το έργο ενός συγγραφέα;
Το διαδίκτυο είναι ένα εύκολο και γρήγορο μέσο για να έρθεις σε επαφή με τον αναγνώστη. Η κύρια αλληλεπίδραση συγγραφέα-αναγνώστη επιτυγχάνεται μέσω του βιβλίου και αυτό είναι, άλλωστε, το ζητούμενο όσων γράφουν. Αν όμως θελήσει ο αναγνώστης να αναζητήσει περισσότερα στοιχεία για τα βιβλία σου ή άλλες δραστηριότητές σου που μπορεί να τον ενδιαφέρουν, αν θελήσει να σου στείλει την κριτική του ή κάποια παρατήρηση, είναι χρήσιμο να του παρέχεις έναν τρόπο. 
Αλκυονίδες μέρες Ευτυχία Γιαννάκη ΊκαροςΑλκυονίδες μέρεςΕυτυχία Γιαννάκη
Ίκαρος
424 σελ.
ISBN 978-960-572-165-7
Τιμή: €15,50



Βιβλίο & Τέχνες | diastixo.gr


«Ίων, μια εκδοχή για δύο πρόσωπα» στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

Ίων, μια εκδοχή για δύο πρόσωπα ονομάζεται η παράσταση που θα παρουσιάσει η Ιόλη Ανδρεάδη σε νέα μετάφραση στο Αρχαίο Θέατρο των Φιλίππων στις 9 Αυγούστου και ώρα 19.00, με το φυσικό φως του ήλιου καθώς δύει, στο πλαίσιο του 60ού Φεστιβάλ Φιλίππων. Επί σκηνής ο φετινός νικητής του Βραβείου «Δημήτρης Χορν», Κωνσταντίνος Μπιμπής, ερμηνεύοντας τον Ίωνα και 7 ακόμα ρόλους. Στον ρόλο της Κρέουσας η Δήμητρα Χατούπη. Μαζί τους, δημιουργώντας ένα ζωντανό ηχοτοπίο, ο μουσικός Νίκος Τουλιάτος.
Καθώς δύει ο ήλιος, ο νεαρός Ίωνας –ο μετέπειτα γενάρχης των Ιώνων, των Αθηναίων–  καταφτάνει στο μέσο της σκηνής του Αρχαίου Θεάτρου των Φιλίππων, ενώ η Κρέουσα, η μητέρα του, στέκεται στις θέσεις των θεατών και παραμονεύει. Ο ήρωας γοητεύεται από την παράξενη αυτή γυναίκα, νιώθοντας μαζί της μια απόκοσμη οικειότητα. Και για να κατακτήσει την αγάπη της, αποφασίζει να της εξιστορήσει όλα του τα πάθη.
Ο Ίων του Ευριπίδη γράφτηκε γύρω στα 412 π.Χ. και αποτελείται από 1.622 στίχους. Ο μύθος θέλει την Κρέουσα, κόρη του βασιλιά της Αθήνας Ερεχθέα, να μένει έγκυος χωρίς τη θέλησή της από τον θεό Απόλλωνα και, ύστερα από εννέα μήνες, να φέρνει στον κόσμο ένα αγόρι, το οποίο γεννά μόνη και αβοήθητη, κρυφά από την οικογένειά της. Με φόβο προς τον πατέρα της και με σεβασμό προς τη βασιλική της γενιά, αποφασίζει, παρότι πονάει γι’ αυτό, να εγκαταλείψει το παιδί με τα σπάργανά του μέσα στην ίδια τη σπηλιά που συνευρέθηκε με τον Φοίβο, ελπίζοντας στον θάνατο του βρέφους ή στην εξαφάνισή του. Με απόφαση του ίδιου του Απόλλωνα, ωστόσο, ο Ερμής μεταφέρει το νεογέννητο στους Δελφούς, στον ομφαλό της γης, για να το αναθρέψει η Πυθία μέσα στο μαντείο και να σωθεί. Ο μικρός μεγαλώνει τρεφόμενος από τις σπονδές και τα πρόσφορα των πιστών και ως έφηβος ορίζεται φύλακας του μαντείου. Χρόνια μετά, η μητέρα του η Κρέουσα θα επισκεφτεί το μαντείο με τον σύζυγό της τον Ξούθο, με σκοπό να πάρει χρησμό, γιατί ο γάμος της παραμένει άκαρπος. Τη στιγμή που το ζεύγος καταφτάνει, από το ιερό βγαίνει ο Ίωνας.
Είναι η τραγωδία αυτή κωμική; Είναι η τραγωδία αυτή μια προπαγάνδα; Μια προσπάθεια του ποιητή να επινοήσει τη θεϊκή προέλευση της ιωνικής φυλής και άρα των Αθηναίων, με σκοπό να δικαιολογηθεί η διεκδίκηση εκ μέρους τους της κυριαρχίας του Αιγαίου; Στον Ίωνα αυτά που φαίνονται δεν είναι αυτά που είναι. Το πραγματικό δεν το βλέπεις, σου αποκαλύπτεται. H ορατοποίηση του αόρατου, η εμφάνιση των κρυμμένων, των απόκρυφων στοιχείων μέσα από το κείμενο (νυν οράς α χρη σε οράν, μοτίβο κοινό σε Οιδίποδα και Ίωνα) και τελικά η σύνθεση μιας σκηνικής ιστορίας η οποία φέρνει στο φως αυτά τα οποία υπονοούνται, αποσιωπώνται και αποκρύπτονται, είναι το κεντρικό ζητούμενο αυτής της νέας εκδοχής για δυο πρόσωπα.
Συντελεστές
Μετάφραση-σκηνοθεσία-κίνηση: Ιόλη Ανδρεάδη
Προσαρμογή για δύο πρόσωπα: Ιόλη Ανδρεάδη & Άρης Ασπρούλης
Σκηνογραφία-κοστούμια: Δήμητρα Λιάκουρα
Ηχοτοπίο: Νίκος Τουλιάτος
Κατασκευές: Περικλής Πραβήτας
Βοηθός σκηνοθέτη: Αθηνά Μιτζάλη
Video trailer: Μιχαήλ Μαυρομούστακος
Φωτογραφίες: Πάνος Μιχαήλ
Παίζουν: Κωνσταντίνος Μπιμπής, Δήμητρα Χατούπη
Στην παράσταση συμμετέχει ζωντανά ο μουσικός Νίκος Τουλιάτος.
Οι παραστάσεις του 60ού Φεστιβάλ Φιλίππων θα παρουσιαστούν 9 και 10 Αυγούστου στο Αρχαίο Θέατρο των Φιλίππων ως αποτέλεσμα του εντατικού εργαστηρίου-camp που ξεκινάει στην περιοχή των Κρηνίδων στις 20 Ιουλίου. Τιμώμενο πρόσωπο της διοργάνωσης είναι ο σκηνοθέτης Θεόδωρος Τερζόπουλος.
Η νέα μετάφραση του Ίωνα του Ευριπίδη από την Ιόλη Ανδρεάδη κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία από την Κάπα Εκδοτική.
Βιβλίο & Τέχνες | diastixo.gr

«Οικολογικές παρεκβάσεις στην “Αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πυμ”» του Πολύκαρπου Πολυκάρπου

Παρέκβαση ή παρεμβλητική ή εμβόλιμη αφήγηση είναι η προσωρινή διακοπή της φυσικής ροής της πλοκής και η αναφορά σε άλλο θέμα που δεν σχετίζεται άμεσα με τον μύθο του έργου. Επιβραδύνει τον αφηγηματικό χρόνο και μπορεί να εκληφθεί, εάν είναι θεμιτό να δανειστούμε έναν όρο από το δράμα, και ως ένα αποστασιοποιητικό στοιχειό, επειδή δίνει τη δυνατότητα στον αναγνώστη να απεμπλακεί, προσωρινά, από το συναισθηματικό βάρος της μυθιστορηματικής αλληλουχίας. Στο αφηγηματολογικό σύστημα του G. Genette ονομάζεται παύση και μπορεί να είναι ομοδιηγηματική όταν ο αφηγητής διηγείται τη δική του ιστορία και εξωδιηγηματική όταν ο αφηγητής διηγείται μια ιστορία στην οποία δεν συμμετέχει.
Όλοι οι συγγραφείς χρησιμοποιούν την παρέκβαση, που αποτελεί εντέλει δομικό στοιχειό της αφήγησης, και είναι πασίγνωστες οι παρεκβάσεις των Αθλίων, του Ουγκό, με τη χωροταξική και λειτουργική περιγραφή των υπονόμων του Παρισιού, ή τη γλωσσολογική για τη γαλλική λαϊκή γλώσσα, την αργκό. Επίσης του Τολστόι, στο Πόλεμος και ειρήνη, όπου ο συγγραφέας κάνει γενικές κρίσεις για τις δυνάμεις που κινούν την ιστορία ή κριτικάρει την εισβολή του Ναπολέοντα στη Ρωσία και τις αιτίες των ιστορικών γεγονότων. Άλλοι μελετητές, επειδή πολλές φορές οι παρεκβάσεις παίρνουν την έκταση και το ύφος ενός δοκιμίου, τις ονομάζουν δοκιμισμό.
Η Αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πυμαπό το Ναντάκετ, το μοναδικό μυθιστόρημα του Πόε, πέρα των πολλαπλών επίπεδων ανάγνωσης, γραφής και σημασίας που περιέχει, μπορεί να θεωρηθεί μια επιτομή των εκφραστικών, θεματικών και βιο-θεωρητικών απόψεών του. Κρύβει, επιπλέον, όλα εκείνα τα νέα μοτίβα που εξελίχθηκαν αργότερα σε αυτοτελή λογοτεχνικά είδη.
Αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον ΠυμΕίναι φυσικό, λοιπόν, για ένα τέτοιας φύσεως μυθιστόρημα να χρησιμοποιεί την παρέκβαση ως αφηγηματικό μηχανισμό και για πολλαπλούς σκοπούς. Στον Πόε άρεσε να επιδεικνύει την πολυμάθειά του, η οποία ήταν όντως θαυμαστή. Ο ήρωας του, ο Άρθουρ Γκόρντον Πυμ (διάβαζε, Έντγκαρ Άλλαν Πόε), είναι ο άνθρωπος της νέας εποχής, που διψά για περιπέτειες και ανακαλύψεις είτε αυτές παλεύονται στον υλικό, περιβάλλοντα, κόσμο, είτε στον κόσμο του πνεύματος και της φαντασίας. Στην εμμονή του να αποδείξει ότι το αφήγημά του διηγείται αληθινά γεγονότα, η παρέκβαση του εξασφάλιζε ένα ακλόνητο πιστοποιητικό αυθεντικότητας. Τέλος, στο σημείο που εμφανίζονται οι παρεκβάσεις αποτελούν, με τις άκρως υλικής φύσεως περιγραφές τους, ένα σίγουρο εφαλτήριο για τη μετάβαση του ήρωα, και της αφήγησης, από το μαύρο της προδοσίας των δαιμονικών ιθαγενών του Τσάλαλ στη μεταφυσική θεϊκότητα του πάλλευκου.
Οι παρεκβάσεις βρίσκονται στο τρίτο μέρος της ιστορίας του Πυμ (όχι, δεν συμμερίζομαι την άποψη που θέλει το έργο να αποτελείται από τρία ασύνδετα μεταξύ τους μέρη, όπως πιστεύουν κάποιοι μελετητές για να καλουπώσουν, σε προκατασκευασμένα καλούπια, το ατίθασο έργο του Πόε. Τη χρησιμοποιώ εδώ για την επιχειρηματολογία μου). Όταν αρχίζει η κάθοδος προς τις άγνωστες και αχαρτογράφητες νότιες θάλασσες, όταν η ενδελεχής παρατήρηση του περιβάλλοντος σου εξασφαλίζει τη γνώση που είναι απαραίτητη για να αντιμετωπίσεις τους κινδύνους που ελλοχεύουν.
Αρχίζουν (κεφάλαιο 14) με ιστορικές και γεωγραφικές λεπτομέρειες (ονόματα εξερευνητών, μήκη και πλάτη) και φτάνουν σε ζωντανότατες περιγραφές του οικοσυστήματος (χλωρίς, πανίς).
Τα πουλιά έχουν την τιμητική τους – ο Πόε ονοματίζει δεκαοκτώ είδη πουλιών. (Ας θυμηθούμε ότι ο Αριστοφάνης, στους Όρνιθές του, ονοματίζει είκοσι πέντε). Στέκεται όμως σε δύο: τα άλμπατρός και τους πιγκουίνους. Μιλάει για τη σχέση των δύο ειδών και περιγράφει με διαφωτιστικές λεπτομέρειες τον τρόπο που φτιάχνουν τις φωλιές τους, τις αποικίες, όπως τις λένε οι θαλασσοπόροι. «… Όταν έρχεται ο καιρός που κλωσούν τ’ αυγά τους … διαλέγουν ένα λείο κομμάτι γης πλάτους τριών ή τεσσάρων στρεμμάτων όσο πιο κοντά στη θάλασσα γίνεται …[και] φροντίζουν να μην έχει πέτρες … χαράσσουν ένα τέλειο παραλληλόγραμμο … έτσι κάθε φωλιά πιγκουίνου περιτριγυρίζεται από τέσσερις φωλιές άλμπατρος και κάθε φωλιά άλμπατρος από τέσσερις φωλιές πιγκουίνων». Ο τρόπος που επωάζουν τα αυγά τους τα τέσσερα είδη των πιγκουίνων και οι γονεϊκές σχέσεις δηλώνονται καθαρά, και ζωγραφίζονται, σχεδόν, με λέξεις. Από τα θηλαστικά αναφέρονται οι φώκιες με την πολύτιμη γούνα τους και οι θαλάσσιοι ελέφαντες.
Καθώς το ταξίδι συνεχίζεται νοτιότερα (κεφάλαιο 15), εμφανίζονται θαλάσσιοι λέοντες, θαλάσσιοι ελέφαντες, φώκιες τριχωτές με γούνα και φάλαινες. Εκτός των φυσικών οικοσυστημάτων, περιγράφονται τα οικοσυστήματα που δημιούργησαν οι άποικοι με τα ζώα και τα λαχανικά που τα έφεραν μαζί τους, ζώα και λαχανικά που δεν υπήρχαν προηγουμένως στην περιοχή: πρόβατα, γουρούνια, κουνέλια, βόδια, πουλερικά κατσίκες.
Μια μη οικολογική παρέκβαση καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του 16ου κεφαλαίου. Πρόκειται για «… μια σύντομη ανασκόπηση των ελαχίστων προσπαθειών που έγιναν μέχρι σήμερα για την κατάκτηση του Νοτίου Πόλου». Ο Πόε, αντλώντας το υλικό του από τις δημοσιευμένες αναφορές εξερευνητικών ταξιδιών (J. N. ReynoldsExploring Expedition to the Pacific Ocean and South Sea, B. Morrel,Narrative of Four Voyages to the South Sea) ή κάποιων μυθιστορημάτων που περιέγραφαν φανταστικά ταξίδια (Αστόρια, του Ουάσινγκτον Ίρβινγκ) και από την, εξωφρενική για εμάς σήμερα, «θεωρία της τρύπιας Γης» του Τζον Κλιβς Σιμς, για τα οποία είχε γράψει κριτικές, αποδεικνύει, ακόμη μια φορά, το εύρος της πληροφόρησης που είχε επάνω στο θέμα.
Η περιγραφή της φύσης του νησιού Τσάλαλ (κεφάλαιο 19) περιλαμβάνει κατοικίδια ζώα, πουλιά και ψάρια. Η προσοχή μας επικεντρώνεται σε ένα κατοικίδιο που δεν το γνωρίζουμε, και το οποίο είναι μάλλον επινόηση του Πόε, όπως δικές του επινοήσεις είναι το μαύρο(!) πουλί, που τρώνε οι ιθαγενείς, καθώς και οι καρποί που μοιάζουν με τα φουντούκια. Από τον κόσμο της θάλασσας, εκτός από τα άφθονα ψάρια, από τα οποία αναφέρονται ονομαστικά δεκατέσσερα είδη, εμφανίζονται και οι χελώνες Γκαλαπάγκος.
«Νομίζω ότι παρουσιάζει ενδιαφέρον και θα διαφώτιζε τον αναγνώστη τόσο η φύση του ζώου, που είναι σημαντικό αντικείμενο εμπορικής συναλλαγής, όσο και ο τρόπος της επεξεργασίας του». Με αυτήν την άκρως αποστασιοποιημένη πρόταση, στρεφόμενος απευθείας στον αναγνώστη, καθιστώντας τον έτσι συνένοχο και συνεπίκουρο του ήρωά του, ο Πόε επιδεικνύει και πάλι, με μαεστρία, την εποπτεία που έχει σε ό,τι γράφει και αφηγείται.
Το ζώο για το οποίο γίνεται λόγος είναι, το biche de mer, το ελάφι της θάλασσας, ή bouche de mer (μπουκιά της θάλασσας) ή αγγούρι, ή σαλιγκάρι, ή σκουλήκι της θάλασσας, το ολοθούριο. Ένα μαλακόστρακο των ινδικών θαλασσών που το μαζεύουν σε μεγάλες ποσότητες και το μοσχοπουλούν στην κινέζικη αγορά. Εκτός της λεπτομερούς περιγραφής της φυσιολογίας αυτού του θαλάσσιου οργανισμού (μήκος, διατροφή, διαβίωση) περιγράφεται και ο τρόπος της επεξεργασίας του πριν γίνει εμπορεύσιμο. Ακολουθεί ένας τιμοκατάλογος της αξίας του στην αγορά της Κίνας, της Μανίλας, της Σιγκαπούρης και της Μπατάβιας. Από το σώμα αυτών των μαλακόστρακων, μας πληροφορεί ο αφηγητής, προέρχεται η ζελατινώδης ουσία από την οποία φτιάχνονται οι βρώσιμες χελιδονοφωλιές. Η παρέκβαση αυτή εκτός του ότι εκλαϊκεύει την επιστήμη της ζωολογίας, είναι η τελευταία ανάσα που παίρνει ο αναγνώστης πριν την τραγωδία της προδοσίας των ιθαγενών του Τσάλαλ και της καταστροφής που θα ακολουθήσει.
Το 1838, ο Πόε είχε επιμεληθεί την έκδοση του βιβλίου ConchologistFirst BookSystem of Testaceous Malacology Arranged Expressly for theSchools (Το Πρώτο Βιβλίο του Κογχυλιολόγου, Ένα Σύστημα Μαλακιοζωολογίας Γραμμένο με Γλαφυρό και Επαγωγικό Ύφος προς Χρήσιν των Σχολείων)Το οποίο, όπως φαίνεται, αποτέλεσε την πηγή των πληροφοριών που μας δίνει σχετικά με το ολοθούριο. Του βιβλίου αυτού ο Πόε δεν διεκδίκησε ποτέ την πατρότητα. Είχε γράψει τον πρόλογο και την εισαγωγή, είχε μεταφράσει κομμάτια από τον Γάλλο ζωολόγο Georges Cuvier (1769-1832) και είχε οργανώσει την ύλη.
Τις παρεκβάσεις στην Αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντεν Πυμ ο Πόε τις χρησιμοποιεί και για έναν άλλο σκοπό: για να ηθογραφήσει, να ψυχογραφήσει και να πλουτίσει την προσωπικότητα του ήρωά του. Ο Πυμ είναι ένας άνθρωπος με ελαττώματα και αρετές. Παρατηρεί τον γύρω κόσμο, καταγράφει τις εντυπώσεις του, είναι φιλομαθής και θέλγεται από το άγνωστο. Ο Πυμ είναι, τηρούμενων των αναλογιών, ένας μεταφυσικός Οδυσσέας που σχίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων ανάμεσα στο φυσικό και το αφύσικο, στο εδώ και στο επέκεινα, στο ιερό και το ανόσιο, στον άνθρωπο και τον Θεό. Είναι, με άλλα λόγια, το alter ego του ίδιου του Πόε.
Πολύκαρπος Πολυκάρπου  Δημοσιεύτηκε 26 Ιουλίου 2017

Βιβλίο & Τέχνες | diastixo.gr

Μαρία Ρασσιά: «Η απόλαυση της σκιάς»

Η Μαρία Ρασσιά με το ντεμπούτο της στη λογοτεχνική σκηνή της χώρας μας επέλεξε τα δύσκολα. Μέσα από τις εννέα ιστορίες που περιλαμβάνονται στο παρόν βιβλίο (δύο μεγαλύτερες σε έκταση κι επτά μικρότερες) περιδιαβαίνει την ανθρωπογεωγραφία εκείνων που επέζησαν (προσωρινά τουλάχιστον) μιας φυσικής, τρόπον τινά, καταστροφής, όπως περίπου θα το έκανε ένα δελτίο ανθρώπινου καιρού. Μόνο που δεν μας μιλά για καταιγίδες και καύσωνες, φωτιές και πλημμύρες εξωτερικές, αλλά για τα ερείπια που αφήνουν πίσω τους οι εσωτερικοί σεισμοί και τα ηφαίστεια που εκρήγνυνται∙ και που ενεργοποιούνται μέσ’ από φαινομενικά «κανονικές» απώλειες, τις οποίες ο καθένας μας θα κληθεί –ή έχει ήδη κληθεί– ν’ αντικρίσει κατάματα τουλάχιστον μια φορά στη διάρκεια του «συνηθισμένου» βίου του, έστω κι αν πρόκειται για την πλέον οδυνηρή, δηλαδή τον θάνατο ενός οικείου προσώπου.
Οι ήρωες που επέλεξε η συγγραφέας σε μια πρώτη ανάγνωση φαντάζουν μάλλον ασυνήθιστοι, κυρίως όμως εξαιτίας του τρόπου που διαχειρίζονται (ή και δεν διαχειρίζονται) αυτές τις απώλειες και πιο σπάνια γιατί οι ίδιες οι συνθήκες είναι, σε κάποιες από αυτές, ιδιαίτερες. Δεν θα βρείτε σίριαλ κίλερς και πληρωμένους δολοφόνους, εξωγήινα τέρατα και παρανοϊκούς εξουσιαστές στις σελίδες αυτού του βιβλίου, αλλά όμως θ’ αποτεθεί στα χέρια σας ένας φακός που κινηματογραφεί, πίσω από τα προσωπεία τους, τους ανθρώπους που περπατούν δίπλα ή και μπροστά μας είτε και σε μια παράλληλη στιγμή σε άλλη γειτονιά, σ’ άλλο μέρος του κόσμου. Σε μια δεύτερη, πιο γενναία ανάγνωση, μάλιστα, θα διακρίνετε ακόμα και σκιές του εαυτού σας να τους ακολουθούν.

Η συλλογή ανοίγει με τον «Ξένο», ένα μεγάλο διήγημα 58 σελίδων, με τη γραμμική αφήγηση των ρεαλιστικών γεγονότων σε πρώτο πλάνο και εγκιβωτισμένες, σχεδόν ήσυχα, τις ανάδρομες ή και παράλληλες αφηγήσεις στον χώρο του πραγματικού ή και του ονειρικού/υποσυνείδητου. Ο Ξένος μάς παρουσιάζεται ως ένας νεαρός άντρας, ορφανός ήδη από μητέρα, χωρισμένος πολύ πρόσφατα –με την αγάπη όμως ακόμα να επιμένει–, που ο αιφνίδιος θάνατος του πατέρα του τον αρπάζει βίαια απ’ τα μούτρα, λίγο πριν φύγει το πρωί για την καινούρια, απαραίτητη για τον βιοπορισμό, εργασία του. Παντελώς ανέτοιμος να διαχειριστεί οτιδήποτε σχετικό, παίρνει την –κατά τη γενική κρίση– παράλογη απόφαση να πράξει ως μη γενόμενο. Έτσι, και μετά από έναν δεύτερο αιφνιδιασμό, βρίσκεται στην ολωσδιόλου παράταιρη για την περίσταση θέση, εκτός έδρας σε διήμερο επαγγελματικό σεμινάριο, με τον νεκρό πατέρα να «περιμένει» κάποιον να πράξει τα δέοντα για το κατευόδιό του. Στον τόπο διεξαγωγής του σεμιναρίου, βαρύθυμος και φορτισμένος με ποικίλα συναισθήματα και σκέψεις, γίνεται ο μαγνήτης που έλκει –και έλκεται από– εξομολογήσεις, εξιστορήσεις και καταστάσεις ασυνήθιστες με αγνώστους, οι οποίες όμως όλες μαζί δίνουν θαρρείς ένα νόημα λογικό στην προηγούμενη παράλογη αδράνειά του. Για να οδηγηθεί εντέλει σε μια βαθιά κατάδυση στο παρελθόν και τον εαυτό και μέσα από μια σχεδόν μυστικιστική/μεταφυσική εμπειρία να προετοιμαστεί για τον αναπόφευκτο διττό αποχαιρετισμό, του πατέρα αλλά και του παιδιού που μέχρι εκείνη τη στιγμή, έστω και για έναν μόνον άνθρωπο πια, υπήρξε. («Να μην πάρει μαζί του τον μικρό μου παιδικό εμένα» μονολογεί ο Ξένος, στην ονειρώδη καταβύθισή του.)
Δεν θα βρείτε σίριαλ κίλερς και πληρωμένους δολοφόνους, εξωγήινα τέρατα και παρανοϊκούς εξουσιαστές στις σελίδες αυτού του βιβλίου, αλλά όμως θ’ αποτεθεί στα χέρια σας ένας φακός που κινηματογραφεί, πίσω από τα προσωπεία τους, τους ανθρώπους που περπατούν δίπλα ή και μπροστά μας.
Ιδιαίτερα πετυχημένη «εισαγωγή» θεωρώ το διήγημα αυτό, καθώς απλώνεται σε όλους τους προβληματισμούς και τα ζητήματα που πραγματεύεται η συγγραφέας, αλλάζοντας βέβαια κάθε τόσο θέαση, μέσα από τις ιστορίες αυτού του βιβλίου. Η σχέση με τον πατέρα και τη μητέρα –χωριστά–, η σχέση του εκάστοτε γονιού με το παιδί αλλά και του ενήλικου παιδιού με το αληθινό-παιδί-εαυτό που κάποτε υπήρξαμε, είτε βρίσκονται στο επίκεντρο των περισσότερων ιστοριών είτε θίγονται υπόρρητα. Και, σε κάθε περίπτωση, φωτίζονται και αποκτούν τις αληθινές τους διαστάσεις μέσα από το πολυεδρικό πρίσμα της φθοράς, της απώλειας, του θανάτου. Και βέβαια, της αγάπης. Της αγάπης που υπολείπεται, της αγάπης που περισσεύει, εκείνης που χάνεται, εκείνης που μένει και, προπαντός, της αγάπης που καλείται, κάθε φορά ανεξαιρέτως αλλά σπάνια επιτυγχάνει, ν’ αντισταθμίσει το αδυσώπητο βάρος που ρίχνει πάνω μας ο ίσκιος της θνητότητάς μας.
Η γλώσσα της Μαρίας Ρασσιά, συνεπής και υπάκουη μόνο ως προς αυτό που οι εκάστοτε ήρωες της υπαγορεύουν, υπονομευτική όμως ως προς αυτό που επιτάσσουν οι τυπικές, φιλολογικές προσεγγίσεις της γραφής, αποκτά μια σπάνια ελευθερία και μιαν ιδιαιτερότητα που την κάνει να ξεχωρίζει αλλά και να εξυπηρετεί εύστοχα το εκάστοτε θέμα της. Η ματιά της διεισδυτική, συνειρμική και καλειδοσκοπική ταυτόχρονα, ανοίγει διαρκώς παρενθέσεις καθηλωτικών εικόνων, που εκείνες προκαλούν θαρρείς τη διανόηση, τον στοχασμό παρά το αντίστροφο.
«Το ’ξερε κι εκείνη ότι ο χρόνος δε θα σβήσει τους κυματισμούς της. Θα μπορούσε να αιωρείται αιώνια και στη μικρή λεκάνη της να συγκρατεί τους κόσμους» γράφει στα «Ραμμένα χείλη».
«Η λευκή καμπούρα μου ρουφούσε το δέρμα μου, κάνοντάς με να μοιάζω με άσχημο μυθικό πλάσμα που σίγουρα έχει διαπράξει έγκλημα» διαβάζουμε στην «Κοιλιά του Λωτ».   
Δεν θα αναφερθώ στο κάθε διήγημα ξεχωριστά. Αξίζει όμως νομίζω να σταθώ για λίγο στο «Η Μήδεια θέλει να γεράσει» που είναι και η μεγαλύτερη σε έκταση ιστορία αλλά αποτελεί και μια τρόπον τινά κορύφωση του βιβλίου ως η πλέον αιρετική. Η Μήδεια της Μαρίας Ρασσιά τοποθετείται στη σύγχρονη εποχή, διατηρώντας τον βασικό σκελετό και αρκετά ακόμα στοιχεία του αρχικού μύθου. Μόνο που στην παρούσα διασκευή, ο νόμος και η κοινωνία την έχουν απαλλάξει από τις κατηγορίες, θεωρώντας τον θάνατο των παιδιών ατύχημα, και η μόνη που γνωρίζει την ενοχή της είναι η ίδια. Ακόμα κι έτσι, ωστόσο, στην εκδοχή της Μήδειας που κατατίθεται εδώ δεν δίνεται ουσιαστικά κανενός είδους συγχωροχάρτι είτε κι ελαφρυντικό, αφού η ίδια δεν αναγνωρίζει κανένα στον εαυτό της.
Μετά από δέκα χρόνια φυγής αποφασίζει να επιστρέψει για να ομολογήσει το έγκλημά της, παρακαλώντας βαθιά μέσα της να την πιστέψουν. Δεν είναι όμως συντετριμμένη, φορτωμένη αβάσταχτες ενοχές, όπως θα περίμενε κανείς, παρά «καταραμένη να αισθάνεται πάντα την ανάγκη για εκδίκηση [του Ιάσονα], να τρέφεται για πάντα μ’ αυτή την τοξική τροφή που σε διατηρεί σε πάγο», όπως χαρακτηριστικά λέει. Η ανάγκη της να ομολογήσει και να τιμωρηθεί μοιάζει να είναι πρωτίστως για να λυτρωθεί από αυτό το συναίσθημα, το οποίο η λήθη και η αδιαφορία όλων αντί να καταλαγιάζει διογκώνει. Κι ακόμα, για να της αναγνωριστεί, να αποδεχτεί ο κόσμος το γεγονός ότι υπάρχουν πλάσματα σαν κι εκείνη, αποκρουστικά έστω στην ψυχή για τους πολλούς, που δεν μπορούν ν’ αγαπήσουν τα παιδιά τους, κι όμως «η φύση θέλει να υπάρχουν για να δικαιολογήσει τις ατέλειές της».
Πέραν τούτου, ολόκληρο το διήγημα (ή νουβέλα, όπως θέλετε πείτε το) αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα παραβολή για τη σημερινή εποχή και τις κοινωνίες: ο διεφθαρμένος πολιτικός πατέρας και ο καθ’ ομοίωσή του μετέπειτα σύζυγος, η ανδροκρατούμενη κοινωνία που χειραγωγεί το συναίσθημα σύμφωνα με τις προσταγές της εξουσίας, καθιστώντας κάθε κοινωνική, προσωπική, περιβαλλοντική ή άλλη ευαισθησία και ενσυναίσθηση μια μορφή αναπηρίας κ.ο.κ.
Αναδιατυπώνοντας τον μύθο της Μήδειας ουσιαστικά, η συγγραφέας δημιουργεί έναν σχεδόν ολοκαίνουριας κοπής χαρακτήρα, μια τραγική φιγούρα με εγκυρότητα, που δεν μας είναι πια και τόσο ξένη.
Όλοι ανεξαιρέτως οι ήρωες της Ρασσιά στο παρόν βιβλίο παλεύουν με τους δαίμονες και τη θνητότητά τους, με τη σκιά τους, υποστηρίζοντας (και υποστηριζόμενοι από) τον τίτλο αυτής της συλλογής. Που όμως δεν είναι ακριβώς συλλογή παρά μια συνθετική αποτύπωση των σκοτεινών και των φωτεινών μας όψεων μαζί, με φορείς αυτούς τους ήρωες. Οι οποίοι και αναλαμβάνουν να σηκώσουν ο καθένας το δικό του βάρος και να εξηγηθούν απέναντί μας, χωρίς να γνωρίζουν ότι τους παρακολουθούμε, κρυμμένοι πίσω από έναν διπλό δυσερμήνευτο καθρέφτη. Εκείνον που απεργάζεται και τις δικές μας αγωνίες, τους ιδιωτικούς μας εφιάλτες ενόσω διάγουμε μια, κατά γενική ομολογία, άρτια, ήσυχη και φυσιολογική ζωή. 
Η απόλαυση της σκιάςΜαρία Ρασσιά
Κέδρος
200 σελ.
ISBN 978-960-04-4770-5
Τιμή: €11,00
Χριστίνα Οικονομίδου  Δημοσιεύτηκε 24 Ιουλίου 2017

Βιβλίο & Τέχνες | diastixo.gr