Σάββατο, 6 Μαΐου 2017

«Ναπολέων Λαπαθιώτης: Η τοιχογραφία μιας εποχής» της Νίκης Σαλπαδήμου

Α΄ ΜΕΡΟΣ
Ο Κ. Θ. Δημαράς έγραψε: «Εμείς οι Έλληνες δεν αγαπούμε να γράφουμε και να δημοσιεύουμε απομνημονεύματα. Και όμως όταν ιδεί κανείς πόσα προσφέρουν τα έργα αυτού του τύπου στην μελέτη και στην γνώση της ιστορίας, ιδίως των ιδεολογιών και των συνειδήσεων, καταλήγει σε τούτο: ότι θα μπορούσε να αποβεί πολύτιμη μια στροφή προς τα εκεί». Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης έγραψε την αυτοβιογραφία του τέσσερα χρόνια πριν τον θάνατό του και τη δημοσίευε σε συνέχειες το εβδομαδιαίο λαϊκό περιοδικόΜπουκέτο.
Η δημοσίευση στο περιοδικό ξεκίνησε στις 28 Απριλίου 1940 και τέλειωσε στις 31 Οκτωβρίου του ίδιου έτους. Το περιοδικό στην αναγγελία του για την προσεχή δημοσίευση της βιογραφίας του ποιητή μεταξύ άλλων γράφει: «Στις αυτοβιογραφικές σελ. του αγαπημένου σας ποιητού, τις γραμμένες μ’ εξαιρετική διάθεση, τις γεμάτες λυρισμό, περνάει μια ολόκληρη εποχή με τους τύπους της, τους φιλολογικούς της κύκλους, τις ομορφιές και τα παράδοξά της». Ο Ν. Λαπαθιώτης κινήθηκε προς τα εκεί, ίσως για εντελώς διαφορετικούς λόγους απ’ αυτούς που εννοούσε ο Δημαράς, αλλά το αποτέλεσμα μετράει και τους καρπούς του γευόμαστε.
Ο Ν. Λαπαθιώτης γεννήθηκε στις 31/10/1888 στην Αθήνα σ’ ένα σπίτι της πλατείας Αγίων Θεοδώρων και Ευριπίδου. Ο τοκετός ήταν πολύ δύσκολος και η μητέρα του κινδύνεψε να πεθάνει. Οι πιο ονομαστοί γιατροί της εποχής σήκωσαν τα χέρια ψηλά, δεν μπορούσαν ν’ αντιμετωπίσουν τον επιλόχειο πυρετό. Μια γειτόνισσα που έκανε και χρέη νοσοκόμας, αργά το βράδυ καθισμένη στην καρέκλα λαγοκοιμόταν κι είδε δυο ψηλούς άντρες με παράξενες φορεσιές ν’ ανεβαίνουν τη σκάλα. Μόλις τους είδε φώναξε: «Πού πάτε; Μέσα έχουμε τη μητερούλα άρρωστη και θα πεθάνει». Εκείνοι της χαμογέλασαν και είπαν: «Γι’ αυτήν ερχόμαστε θα την κάνουμε καλά και θα ζήσει». Η ανάρρωσή της αποδόθηκε σε θαύμα των αγίων Θεοδώρων, οι οποίοι όταν ζούσαν ήταν γιατροί. Ο ποιητής αναφέρει, τότε που έγραψε τη βιογραφία του, ότι υπήρχε ακόμη εκείνο το σπίτι ίδιο κι απαράλλαχτο, μόνον που είχαν ρίξει ένα πάτωμα ακόμη. Γι’ αυτό δεν αληθεύει αυτό που γράφεται ότι στο σπίτι που γεννήθηκε στο ίδιο σπίτι πέθανε ο ποιητής. Πέθανε στο ιδιόκτητο σπίτι του Κουντουριώτη και Οικονόμου στα Εξάρχεια, που είχε αγοράσει ο πατέρας του.
Η μητέρα του Λαπαθιώτη ήταν αληθινή καλλονή, ακόμη κι ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄, όταν είδε φωτογραφία της φώναξε στα γαλλικά: «C’est quelque chose d’ideal». Ήταν ανιψιά του Χαρ. Τρικούπη, μεγάλωσε στο σπίτι του και για τη σωστή ανατροφή της είχε φροντίσει ο ίδιος. Ο πατέρας του ήταν στρατιωτικός με καταγωγή από την Κύπρο αλλά γεννημένος στην Αθήνα. Ο Ν. Λαπαθιώτης, μοναδικό παιδί της οικογένειάς του, πέρασε τα παιδικά του χρόνια απολαμβάνοντας την αγάπη και την τρυφερή φροντίδα των γονιών του και κυρίως της μητέρας του. Η οικονομική άνεση της οικογένειας καθώς και οι γνωριμίες και φιλίες με άτομα της κοινωνικής ελίτ της εποχής επέτρεψαν στον μικρό Ν. να πραγματοποιεί τις εμπνεύσεις του, να γράφει τα ποιήματά του και να δημοσιεύονται, ακόμη κι αν επρόκειτο για παιδικά ψελλίσματα, όπως έλεγε ο Γρηγ. Ξενόπουλος. Εκτός από την ποίηση ο Λαπαθιώτης είχε ακόμη μια μεγάλη αγάπη, το θέατρο. Σε πολύ μικρή ηλικία παρακολούθησε θεατρική παράσταση και από τότε ήθελε κι ο ίδιος να δοκιμάζει την υποκριτική του δεινότητα με αυτοσχέδια πατριωτικά θέματα και με θεατές τους γονείς του. Την εποχή εκείνη οι γόνοι εύπορων οικογενειών μάθαιναν απαραιτήτως πιάνο και γαλλικά. Ο Λαπαθιώτης από μικρός διδασκόταν πιάνο και γαλλικά με δασκάλες στο σπίτι, που δεν καλοπερνούσαν μαζί του, ήταν πειραχτήρι, σκάρωνε σκανταλιές και τις έφερναν σε δύσκολη θέση.
Το πρώτο του ποίημα το έγραψε σε ηλικία 8 ετών, ήταν πατριωτικό κι αναφερόταν σε 9 μεγάλες πόλεις της Ελλάδας. Για το πρώτο ποίημά του κάνει αναφορά και στη βιογραφία του, λέγοντας ότι το είχε σ’ ένα μεγάλο άλμπουμ, όπως ακριβώς το είχε πρωτογράψει. Από τότε τα ποιήματα, τα διηγήματα, τα άρθρα, τα θεατρικά αποτελούσαν την καθημερινή του ευχαρίστηση. Την εποχή εκείνη έγραψε και το ποίημα «Στον τάφο του Τρικούπη». Ο πατέρας του βλέποντας τις καλλιτεχνικές τάσεις του γιου του προβληματίστηκε κι επειδή είχε βαθιά φιλία με τον Αριστομένη Προβελέγγιο, ήταν συμμαθητές στο σχολείο, πήρε τον Ναπολέοντα και πήγαν στο σπίτι του. Ο Ν. Λαπαθιώτης γράφει ότι ο Προβελέγγιος με την ποιητικότατη μορφή του ήταν γλυκός και ευγενικός στους τρόπους. Όταν ο πατέρας του του μίλησε για τους παιδαριώδεις ποιητικούς του οίστρους, εκείνος απάντησε: «Κι αν έχει το δαιμόνιον;». Από τότε μεταξύ τους τον Προβελέγγιο τον αποκαλούσαν «δαιμόνιο».
Από την παιδική του ηλικία ο Λαπαθιώτης είχε ευαισθησίες που δεν ήταν συμβατές με την ηλικία του και πολλές απ’ αυτές θα διαμορφώσουν τον χαρακτήρα του κατοπινού ενήλικα. Ο άνεμος είναι κάτι που τον τρομάζει όπως και η θάλασσα, γι’ αυτό δεν έμαθε κολύμπι. Η μουσική αγγίζει βαθιά την ψυχή του σε βαθμό που να αναλύεται σε λυγμούς ακόμη και σε δημόσιο χώρο. Είναι πολύ ευαίσθητος με τα ζώα που υπεραγαπά και δένεται μαζί τους τόσο, που στην απώλειά τους να μένει απαρηγόρητος για καιρό. Η ερημιά της πρωτεύουσας την Κ. Δευτέρα, επειδή όλοι οι Αθηναίοι ξεχύνονταν στα περίχωρα για να γιορτάσουν τα κούλουμα, του δημιουργούσε ένα συναίσθημα νέκρας και πένθους, που τον τυραννούσε ακόμη και μεγάλο. Όταν πέθανε ο θείος του Χαρ. Τρικούπης έκλαιγε ασταμάτητα μισή μέρα κι ήταν μόλις 8 ετών.
Γράφει για τα ζώα: «Το πόσο πόνεσα για τα ζώα πολλές φορές με τις αρρώστιες και με τους θανάτους των, το ξέρουν μόνον όσοι με γνωρίζουν, κι όσοι παρακολούθησαν τη σπιτική ζωή μου. Αλλά αν τα ζώα γενικά τα συμπαθώ η γάτα είναι η προτίμησή μου. Το σιωπηλό, μυστηριώδες αυτό λεπτούργημα με συγκινεί σαν κάτι πιο δικό μου, σαν ένα κομμάτι της ψυχής μου! Με συγκινεί σαν καλλιτέχνη και σαν άνθρωπο. Και όσοι την αγαπούν καθώς εγώ δεν είναι δυνατόν, κατά τη γνώμη μου, παρά να είναι οι λεπτοί και οι ραφιναρισμένοι. Η αγάπη προς αυτό το ζώο είναι για μένα η λυδία λίθος της πραγματικής ευαισθησίας και της ευγένειας αισθημάτων – ένα λεπτό γνώρισμα των διανοουμένων από τα βαθύτερα χαρακτηριστικά…».
Στη βιογραφία του αναφέρεται συχνά στη Σοφία Τρικούπη, αδελφή του Χαρίλαου, που δεν παντρεύτηκε, αλλά αφοσιώθηκε στον αδελφό της, που τόσο θαύμαζε. Μετά τον θάνατό του συγκέντρωσε τα δημοσιεύματα, που αφορούσαν τον αδελφό της από την αρχή της πολιτικής του καριέρας έως το 1917 και τα εξέδωσε σε 13 τόμους, χωρίς όμως να προλάβει να δει ολοκληρωμένο το έργο της. Μετά τον θάνατο του Τρικούπη το σπίτι βυθίστηκε στο πένθος, ο ποιητής γράφει ότι όλο το σπίτι ήταν μαυροντυμένο, έτσι συνήθιζαν τότε να πενθούν τους νεκρούς τους. Η Σοφία δεχόταν αυστηρά ορισμένες επισκέψεις, φίλους παλιούς και συγγενείς, διπλωμάτες, υπουργούς, πρωθυπουργούς, ξένους βασιλείς, την Αλεξάνδρα της Αγγλίας, με την οποία τη συνέδεε βαθιά φιλία από τα παιδικά τους χρόνια. Πολύ συχνά την επισκεπτόταν με τη μητέρα του ο Λαπαθιώτης κι αφού καθόταν λίγο με τους μεγάλους, η Σοφία τον άφηνε να μπει στη βιβλιοθήκη του αδελφού της, να βλέπει τα αμέτρητα βιβλία, που τόσο αγαπούσε, όπως και τον αγαπημένο παπαγάλο της Σοφίας, που δεν τον πλησίαζε, τον φοβόταν. Ο Λαπαθιώτης το 1916 δημοσίευσε στην Ακρόπολη του Γαβριηλίδη άρθρο με τίτλο «Τρικούπης», στο οποίο περιέγραψε όσα συνέβησαν στην κηδεία του, κυρίως την ατμόσφαιρα που επικρατούσε και τις προσωπικές του αναμνήσεις από το γεγονός.
Στα 10 του χρόνια πηγαίνει για πρώτη φορά στο σχολείο, στο Εθνικό Λύκειο, στην πρώτη του Ελληνικού, χωρίς να έχει φοιτήσει σε καμία τάξη του δημοτικού. Διδασκόταν από δασκάλους στο σπίτι τα ανάλογα μαθήματα. Η μη φοίτησή του ίσως να οφειλόταν στον στρατιωτικό πατέρα του, που μετατίθετο σε διάφορα μέρη, Ναύπλιο, Αγρίνιο κ.α., όπου και παρέμεναν για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Στον ίδιο ίσως λόγο οφείλονταν και οι πολλές αλλαγές σπιτιών, όταν βρίσκονταν στην Αθήνα. Γράφει ο ίδιος: «Αλλάζαμε σπίτι με τόση ευκολία σαν να ήταν το πιο απλό πράγμα». Απ’ αυτές τις μετακομίσεις σε διάφορα σπίτια εντός και εκτός Αθηνών θυμάται πολλά περιστατικά άλλα συγκινητικά και άλλα φαιδρά, όπως τα ένιωθε και τα κατέγραφε εκείνος.
Στο σχολείο ο μικρός Ναπολέων προσγειώθηκε ανώμαλα, αλλιώς μαθημένος βρέθηκε σ’ ένα περιβάλλον που τον στενοχωρούσε, λόγω της πειθαρχίας και του εξαναγκασμού στη μάθηση. Την καταπίεση δεν την ανεχόταν, είχε μάθει να ζει σ’ ένα περιβάλλον ελευθερίας, χωρίς την παραμικρή πίεση από τους δικούς του. Ο ίδιος γράφει: «Αν η σπουδή και η μελέτη δεν είχαν αυτόν τον χαρακτήρα κι ήσαν μάλλον προαιρετικά θα τ’ αγαπούσα και θα επιδιδόμουν μ’ όλη μου τη φυσική κλίση προς αυτά και θα ήμουν πρώτος ίσως μες στην τάξη. Αλλά επειδή στα μάτια μου έπαιρναν τη μορφή του καταναγκασμού ήμουν ένας μαθητής καλός αλλά τυχαίος». Στα μαθηματικά είχε τις δυσκολίες του αλλά ο πατέρας του διαπρεπής μαθηματικός, δίδασκε σ’ όλες σχεδόν τις στρατιωτικές σχολές, τον βοηθούσε κι έτσι τα κατάφερνε. Μόλις άρχισε να φοιτά στο γυμνάσιο έγραψε ένα σατιρικό δράμα σε δυο πράξεις με τίτλο «Νέρων ο τύραννος», το οποίο ο πατέρας του το τύπωσε και ο Ναπολέων το μοίρασε σε φίλους του και σε κάποιους καθηγητές του, που διέκριναν το ταλέντο του. Και κάποια ποιήματα πρωτόλεια δημοσιεύτηκαν στην Εστία.
Στο γυμνάσιο ουσιαστικά αρχίζουν και οι φιλίες με συνομηλίκους του. Στενός φίλος του από τους πρώτους ήταν ο Σπύρος Τρικούπης, γιος κι αυτός στρατιωτικού. Έγραφαν κι οι δυο στη Διάπλαση των Παίδων, ο Λαπαθιώτης με το ψευδώνυμο Αιθήρ. Όταν πήγε με τη θεία του να γραφτεί συνδρομητής πρωτοσυνάντησε τον Γρηγ. Ξενόπουλο, με τα γυαλάκια του, ο οποίος μάλιστα σηκώθηκε απ’ το γραφείο του, τον χάιδεψε και τον ρώτησε ποιο ψευδώνυμο είχε διαλέξει. Ο Τρικούπης είχε το ψευδώνυμο Μεσολογγιτάκι. Ο Τρικούπης εκτός από νομικά βιβλία που έγραψε, ασχολήθηκε με την πολιτική, διετέλεσε υπουργός και αντιπρόεδρος της Βουλής.
Το «Εθνικό Λύκειο», όπως και το «Λύκειο Δελλίου», στο οποίο γράφτηκε μετά, ήταν σχολεία ιδιωτικά. Στο «Λύκειο Δελλίου» φοιτούσαν και τ’ αδέλφια Γιώργος και Φώτος Πολίτης, γιοι του Ν. Πολίτη, με τους οποίους συνδέθηκε με στενή φιλία, κυρίως με τον Γιώργο, που ταίριαζαν περισσότερο. Την 25η Μαρτίου το σχολείο τους ανέθεσε στον Γ. Πολίτη και στον Λαπαθιώτη όχι μόνον την αγορά του στεφανιού που θα κατέθεταν, αλλά και το λογύδριο που θα εκφωνούσαν στο ηρώο. Και προς μεγάλη τους έκπληξη είδαν την επομένη δημοσιευμένα στην εφημερίδα Νέον Άστυ τα λογύδριά τους με πολύ ευμενή σχόλια. Τον καιρό που φοιτούσε στο «Λύκειο Δελλίου» έγραψε ένα ποίημα με τίτλο «Μαρτινίκα» σε άψογο ομηρικό εξάμετρο, με αφορμή τις εκρήξεις ηφαιστείων στο νησί, και το οποίο έφτασε στα χέρια όλων των καθηγητών του. Ο καθηγητής της ιστορίας Μπουκουβάλας τον κάλεσε στο γραφείο και τον ρωτούσε πώς είχε αυτή την έμπνευση και πώς είχε συνθέσει τόσο άρτιους στίχους.
Την εποχή εκείνη ο Ταγκόπουλος έμενε στην οδό Οικονόμου, πολύ κοντά στο σπίτι του Λαπαθιώτη, κι η γνωριμία μαζί του του έδωσε την ευκαιρία να δημοσιεύσει στον Νουμά μερικά ποιήματά του: «Έκσταση», «Στα περασμένα», «Το παράπονο του τραγουδιστή», «Stabat mater doloresa». Ο Ξενόπουλος από την πρώτη κιόλας δημοσίευση του έστειλε ένα μπιλιετάκι και του εξέφραζε τη χαρά του, γιατί είδε ότι τα παιδικά ψελλίσματά του μεταβάλλονταν σε ωραία μελωδική φωνή. Στο σπίτι του Πολίτη γνώρισε τον Ρώμο Φιλύρα. Ο Φιλύρας με τον αυθόρμητο ενθουσιασμό του, όταν ο Λαπαθιώτης απήγγειλε κάποια ποιήματά του, τον ανακήρυξε απερίφραστα Σέλεϋ της Ελλάδας.
«Σαν αεράκι»
Χρυσή μου αγάπη, αν ήξερες 
τι μέλι είσαι για μένα...
Τα μπουμπουκάκια τα όμορφα, 
τα μοσχομυρισμένα.
Και τ’ αγεράκια που φυσούν
σα λιποθυμισμένα
δεν έχουνε το βάλσαμο
που ’χεις εσύ για μένα...

Της λίμνης τ’ αφρολούλουδο
και του γιαλού η γαλήνη.
Η σμύρνα, το ροδόσταμο
που αργοσταλάει και σβήνει.
Κι οι ροδωνιές, κι η ολόδροση
του κήπου ανθοπλημμύρα, 
των δυο χειλιών σου των γλυκών
δεν στάζουνε τα μύρα...!!!
Πάω στην τρισέρημη αμμουδιά
και μόνη τι να κάμω;
Χαράζω κύκλους απαλούς
Στο μουσκεμένον άμμο...
Σαν αγεράκι χάνονται στο κύμα
Απάνω απάνω
Και απόμεινα στην ερημιά
Μονάχη... Τι να κάμω!!!
Τώρα το ετοιμοθάνατο
βαλσαμωμένο αγέρι, 
γλυκά τραγούδια θλιβερά
ν’ αναστενάξει ξέρει...
Αλήθεια! Ξέρει πιο γλυκά
να τραγουδάει από μένα!
Εγώ δεν ξέρω πιο γλυκά
μα ξέρω πιο θλιμμένα…
                       
Όπως προαναφέρθηκε, ο Λαπαθιώτης διδασκόταν πιάνο. Είχε δασκάλα την Αθηνά Σερεμέτη, γυναίκα εξαιρετικής μόρφωσης και διακεκριμένη πιανίστρια. Στο σπίτι της σύχναζαν σπουδαίες προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών, κι έτσι ο Λαπαθιώτης είχε την ευκαιρία να γνωρίσει κορυφαίους δημιουργούς, όπως τον ζωγράφο Ν. Λύτρα, γέρος πια, και τον Ζ. Παπαντωνίου, που τον είδε να παίζει μαντολίνο με τη Σερεμέτη στο πιάνο. Σε μια από τις συγκεντρώσεις της Σερεμέτη –πήγαινε ταχτικά και η μητέρα του εκεί– η μικρότερη αδελφή του Κακλαμάνου έπαιξε στο πιάνο τη «Νυχτωδία» του Σοπέν, ένα πένθιμο εμβατήριο. Ο Λαπαθιώτης συγκινήθηκε τόσο πολύ, που αναγκάστηκε να βγει από τη σάλα. Γράφει ο ίδιος για την ευαισθησία του στη μουσική: «Βγήκα τρέχοντας απ’ την κάμαρα και κρυμμένος στο διάδρομο πνίγηκα κυριολεκτικά στα κλάματα! Και το κομμάτι αυτό που είναι το υπ’ αριθ. 15, σε φα μινόρε, από τις Νοκτούρν, ακόμη και τώρα μου δίνει το ίδιο ρίγος και την ίδια θανάσιμη απόγνωση που μου ’δωσε τότε που το πρωτάκουσα παιδί. Και το περιστατικό αυτό μου θυμίζει κι άλλα προηγούμενα, κάποτε κι ελαφρότερα, που μ’ έκαναν να κλαίω απαρηγόρητα σα μωρό παιδί δίχως να μπορώ να πω το γιατί. Τα κομμάτια αυτά, που τα έχω σημειωμένα και τα παίζω κάποιες ώρες μοναξιάς και περισυλλογής, μου ανοίγουν θαρρείς κόσμους περασμένους, κόσμους ομορφιάς και νοσταλγίας, χαμένους για πάντα ή προσωρινά, που η ανάμνησή τους με σπαράζει: άμα τ’ ακούω νιώθω πως είμαι ένας εξόριστος στη γη και πως η πραγματική πατρίδα μου είναι κάπου αλλού, σε κάποιους άλλους ουρανούς που ίσως κάποτε και να ξαναγυρίσω».
Στο σπίτι της Σερεμέτη γνώρισε τον Πολύβ. Δημητρακόπουλο, συγγραφέα και δημοσιογράφο, τον Γ. Τσοκόπουλο, τον Κακλαμάνο, κι όλοι αυτοί τον έβλεπαν μ’ ένα ύφος ειρωνικό, ως νεοσσό στον κύκλο της φιλολογίας. Την εποχή εκείνη γίνονταν συγκεντρώσεις σε σπίτια είτε για διασκέδαση είτε για φιλολογικές και άλλες συζητήσεις. Σε μια τέτοια συγκέντρωση στο σπίτι του Πολίτη, ήταν παρών και ο Παλαμάς, ο Λαπαθιώτης απήγγειλε ένα ποίημα, και ο Παλαμάς τον συγχάρηκε μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο που τον συγκίνησε πολύ και το κατέγραψε: «Ένα απόγευμα στο σπίτι του Πολίτη σε μια συγκέντρωση απαγγείλαμε, παίξαμε πιάνο κι εγώ απήγγειλα ένα ποίημά μου με τον τίτλο “Ο Τρελός”, που τελείωνε μ’ έναν κλαυσίγελο: “Κι έχω απομείνει μοναχά / εγώ ο τρελός! Χα χα χα χα!” Ο Παλαμάς πλησίασε σιωπηλά και μου έσφιξε το χέρι. Κι αυτό το άφωνό του θερμό συγχαρητήριο με συγκίνησε θυμάμαι πολύ βαθύτερα παρά αν μου ’λεγε κοινές φιλοφρονήσεις… Και το λογάριασα αυτό με πιο ικανοποίηση, παρά τα τυπικά χειροκροτήματα της κατάμεστης και φωτισμένης σάλας».
Όταν τέλειωσε το γυμνάσιο έπρεπε να γραφτεί στο πανεπιστήμιο. Οι γονείς του δεν τον πίεσαν, τον άφησαν ελεύθερο ν’ αποφασίσει ο ίδιος ποια επιστήμη ήθελε ν’ ακολουθήσει, αλλά ούτε κι εκείνος είχε κατασταλάξει, και ο χρόνος εγγραφής πίεζε. Εντελώς τυχαία γράφτηκε στη Νομική, γιατί όπως πίστευε ο ίδιος «το μη χείρον βέλτιστον». Σ’ ένα χειρόγραφό του γράφει σχετικά με τη επιλογή του: «Σπούδασα νομικά εντελώς τυχαία και με αρκετή μάλιστα αντιπάθεια σ’ αυτή την επιστήμη. Το αποφάσισα αυτό απέξω από το πανεπιστήμιο πέντε λεπτά πριν εγγραφώ ως φοιτητής. Και έφτασα, Θεέ μου, μέχρι του να πάρω και δίπλωμα – ευτυχώς μονάχα με “καλώς”… Οι άλλες μου σπουδές ήταν γαλλικά, εγγλέζικα και πιάνο. Απ’ αυτά δεν επέφεραν καρπούς παρά το πιάνο και τα γαλλικά».
Την εποχή εκείνη ο Λαπαθιώτης γνώρισε τον Χρηστομάνο, τον εμπνευστή και ιδρυτή της Νέας Σκηνής, τον εξαίσιο καμπούρη, τον μέγα γόη, τον χαριτολόγο, τον μοναδικό αισθητικό. Η ίδρυση της Νέας Σκηνής είχε σκοπό, σύμφωνα με το καταστατικό της, την αναγέννηση της δραματικής ποίησης και σκηνικής τέχνης στην Ελλάδα, την παραγωγή δραματικών έργων που να ανταποκρίνονται στα ιδεώδη της υπέροχης ποιητικής δημιουργίας καθώς και στη μόρφωση ικανών προσώπων, που να τα ερμηνεύσουν σύμφωνα με τις απαιτήσεις της νεότερης σκηνικής τέχνης. Το ιδρυτικό καταστατικό, εκτός από τον Χρηστομάνο, το υπέγραψαν ο Παλαμάς και ο Κακλαμάνος. Ο Λαπαθιώτης, λάτρης του θεάτρου, είδε τη Νέα Σκηνή ως ευκαιρία να πραγματοποιήσει το όνειρό του, κι άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα 2-3 φορές την εβδομάδα. Τότε υπέβαλε στον Χρηστομάνο ένα δικό του μονόπρακτο δράμα με τον τίτλο «Απ’ τα μεσάνυχτα ως τα γλυκοχαράματα», που άρεσε πολύ. Το έδωσε και στην Κοτοπούλη, αλλά τελικά το χειρόγραφο χάθηκε. Σ’ ένα απ’ τα μαθήματα ήρθε στη Νέα Σκηνή και ο Σικελιανός, μαθητής του Χρηστομάνου, που με τη βροντώδη φωνή του απήγγειλε κομμάτια από τον «Αλαφροΐσκιωτο», και θυμάται ο Λαπαθιώτης ότι έτριζαν τα τζάμια. Η γνωριμία του με τον Σικελιανό εξελίχτηκε σε μια βαθιά φιλία.
Βιβλίο & Τέχνες | diastixo.gr
Κατηγορία: ΑΡΘΡΑ
κείμενο: Νίκη Σαλπαδήμου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου