Τετάρτη, 24 Ιανουαρίου 2018

Κώστας Λογαράς: συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

Ο Κώστας Λογαράς γεννήθηκε στην Πάτρα το 1950. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Έχει γράψει ποίηση, πεζό, δοκίμιο, θέατρο. Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές, τρεις συλλογές με διηγήματα, τρία μυθιστορήματα, ένα οδοιπορικό στην Τουρκία με φωτογραφίες του Νίκου Οικονομόπουλου (πρακτορείο Magnum), ένα οδοιπορικό στη γενέτειρα πόλη του κ.ά. Το μυθιστόρημά του Η ερημιά στο βλέμμα τους μπήκε στη βραχεία λίστα των κρατικών βραβείων (2009). Το 1988 παρουσιάστηκε το λιμπρέτο του Σπίτια της μνήμης σπίτια της σιωπής στο Διεθνές Φεστιβάλ Πάτρας σε μουσική-σκηνοθεσία Θάνου Μικρούτσικου. Το θεατρικό έργο του Η τελευταία μάσκα-Fallimento ανεβάστηκε από τον Θόδωρο Τερζόπουλο και τη θεατρική του ομάδα Άττις (Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης – Πάτρα 2006, συμμετοχή στο Φεστιβάλ NewPlaysFromEurope 2006, Βισμπάντεν Γερμανίας, Ιούνιος 2006). Την ίδια χρονιά το θεατρικό έργο διεκδικεί το «Βραβείο Κοινού». Για τη σκηνοθεσία στην Τελευταία μάσκα-Fallimento(καθώς και για τους «Πέρσες» και Τζενίν) απονεμήθηκε στον Θόδωρο Τερζόπουλο το Μεγάλο Βραβείο Κριτικών Θεάτρου 2006. Το 2002 ο Κώστας Λογαράς έκανε τη θεατρική διασκευή στο έργο τού Ντοστογέφσκι Λευκές νύχτεςγια το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας (σκηνοθεσία Δημοσθένη Παπαδόπουλου). Έχει συνεργαστεί ως επιφυλλιδογράφος με τις εφημερίδες Τα Νέα, και Το Βήμα, με το περιοδικό Διαβάζω, με το protagon και oanagnostis. Έργα του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά.     
Ο Μαρίνος Τριάντης ζει σε ένα απόμερο μέρος της Πάτρας μαζί με τον σκύλο του Ραμόν. Από τις πρώτες σελίδες ο ήρωάς σας μοιάζει σαν ένας άνθρωπος που ζει στο περιθώριο. Για ποιο λόγο;
Έχει μόλις αποφυλακιστεί για ένα έγκλημα που διέπραξε, αρχές τού 1980. Σκότωσε τον 16χρονο «φίλο του» Στρατή, τρόφιμο ενός οικοτροφείου της πόλης με τον οποίο είχε συνάψει σχέσεις. Ύστερα από 30 χρόνια κάθειρξης, έχοντας εκτίσει την ποινή του ολόκληρη, προσπαθεί να στεριώσει ζώντας με τα ψίχουλα από την πενιχρή σύνταξη της μάνας του (οι σχέσεις δύσκολες). Είναι 2011, η χώρα βρίσκεται σε πτώχευση κι ο Μαρίνος παλεύει να ορθοποδήσει σε μια πόλη ρημαγμένη, σε μια κοινωνία που νοσεί. Κανέναν δεν γνωρίζει πια και κανείς δεν τον θυμάται – έτσι νομίζει. Με όλους τους γνωστούς έχει χάσει επαφή. Ο μόνος ίσως που θα μπορούσε να τον συντρέξει είναι ένας παλιός γνώριμος, ο Λεωνίδας, αλλά και με κείνον έχει κοπεί κάθε δεσμός (ο Λεωνίδας ήταν ένας ζωγράφος μεγαλοαστικής καταγωγής, με πλούσιους γονείς, που στο παρελθόν χρησιμοποιούσε τον Μαρίνο για μοντέλο και τον χρηματοδοτούσε. Τον σαγήνευε το σκοτεινό και αδιαπέραστο βλέμμα τού Μαρίνου, τα βίαια χαρακτηριστικά του, ο επικίνδυνος τρόπος της ζωής του. Ο ζωγράφος ζούσε τη ζωή μέσα από τους άλλους ή μέσω της τέχνης του, ήταν ωστόσο ο μόνος άνθρωπος που είχε καταθέσει με γενναιότητα στη δίκη τού Μαρίνου). 
Οι πολιτικές εξελίξεις τα 35 αυτά χρόνια προχωρούν παράλληλα με το φονικό που διαπράττει ο ήρωάς μου. Ο Μαρίνος Τριάντης ως φορέας του «Κακού» αντανακλάται πάνω στα πολιτικά πράγματα της χώρας η οποία βαδίζει, κι αυτή, στην έκπτωση.
Μοιάζει σαν να μη μπορεί να βρει τα πατήματά του στη ζωή. Ποιοι τον εμποδίζουν να ενσωματωθεί στην κοινωνία;
Τίποτα δεν είναι ευνοϊκό για τον Μαρίνο. Κουβαλάει το στίγμα τού δολοφόνου ακόμα, έχει ένα παρελθόν που θέλει να ξεχάσει αλλά δεν μπορεί, κι απ’ την άλλη τού είναι αδύνατον να κατανοήσει τις συνθήκες της νέας ζωής. Ο ήρωας εξακολουθεί να κουβαλάει τη φυλακή μέσα του: μνήμες που επιστρέφουν πεισματικά, τύψεις σαν βρόγχος στον λαιμό, μια πόλη που σε τίποτα δεν του θυμίζει τον τόπο που ήξερε.
Μια κοινωνία προβληματική. Άνεργοι, μετανάστες που κοιμούνται όπου να ’ναι. Εικόνες γνωστές στις μεγάλες πόλεις τα τελευταία χρόνια. Ποιο είναι το μέλλον αυτών των ανθρώπων;
Μια κοινωνία με αποσαθρωμένους τους θεσμούς της, με παραπαίουσες τις δομές της και διαβρωμένο το πολιτικό προσωπικό δεν μπορεί να προστατέψει τούς πολίτες. Το μέλλον είναι δυσοίωνο. Η ερώτησή σας ακουμπάει ακριβώς την πολιτική πλευρά του μυθιστορήματος, η οποία λειτουργεί σαν φόντο. Οι πολιτικές εξελίξεις τα 35 αυτά χρόνια προχωρούν παράλληλα με το φονικό που διαπράττει ο ήρωάς μου. Ο Μαρίνος Τριάντης ως φορέας του «Κακού» αντανακλάται πάνω στα πολιτικά πράγματα της χώρας η οποία βαδίζει, κι αυτή, στην έκπτωση: ο εκμαυλισμός των πολιτών από το πολιτικό προσωπικό, το δέλεαρ τού χρήματος, η αμοιβαία εκμετάλλευση ψηφοφόρων-πολιτικού κόσμου, κυρίως η καλλιέργεια του θυμικού ενός λαού που τον έχει οδηγήσει στην καταστροφή. Αυτό λοιπόν που ήταν ο Μαρίνος κάποτε αποτελεί τώρα, όπως εύστοχα έγραψε η κ. Μαρία Θερμού, το σκηνικό ολόκληρης της πόλης – της ίδιας της χώρας. Οι δύο ιστορίες, του Μαρίνου Τριάντη και της πολιτικής ζωής, έχουν κοινά στοιχεία: την εξαγορά των συνειδήσεων, την επιβολή της θέλησης πάνω στον άλλον, τη σύγχυση και τη δημιουργία ψευδαισθήσεων που εκκολάπτουν «τον τέλειο πολίτη της ολοκληρωτικής εξουσίας», όπως λέει η Χάνα Άρεντ. Τα λόγια της τα έχω χρησιμοποιήσει σαν μότο στο μυθιστόρημά μου.
Αυτή η παράξενη σύνδεση προέκυψε τυχαία ή ήταν στόχος εξαρχής;
Η ιστορία του Μαρίνου Τριάντη με παίδευε από το ’86. Αλλά δεν ήθελα να τη δώσω μόνη της, γιατί υπέθετα πως δεν θα ενδιέφερε τους αναγνώστες. Ωστόσο τη δούλευα, μάζευα υλικό, έκανα έρευνα και διαβάσματα σχετικά, έψαχνα τον Τύπο της εποχής, κράταγα σημειώσεις. Και μόνο με το ξέσπασμα της κρίσης συνέλαβα την ιδέα να ενώσω τα δύο θέματα κάτω μια κοινή οπτική, έναν κοινό παρονομαστή: την εξάπλωση του Κακού. Πόσο το πέτυχα, θα το πει ο αναγνώστης. Και η κριτική. Θέλησα η αφήγηση να θέτει ερωτηματικά (χωρίς να κατευθύνει τον αναγνώστη) πάνω σε θέματα σχέσεων και αντιλήψεων. Άνοιξα τη θεματική μου σε ζητήματα πολιτικής και τέχνης, στην άνοδο του φασισμού, στον προβληματισμό που αφορά τα όρια ατομικής ελευθερίας και κοινωνικής ευθύνης. Πώς η θυμική αντιμετώπιση των πραγμάτων επιφέρει τη διάχυση του Κακού και τη διάβρωση μιας κοινωνίας. Έχω καταβάλει προσπάθεια για μια γλώσσα ρέουσα προκειμένου να την απολαύσει ο αναγνώστης.
Πώς δουλέψατε τη γλώσσα;
Με το... βελονάκι. Λεπτομερής παρατήρηση, ανατομία της ανθρώπινης ψυχής, προσεκτική καταγραφή. Πάνω απ’ όλα όμως λογοτεχνία, όχι εγκεφαλικό γράψιμο. Και ενώ ο αφηγητής μου παραμένει ένας αμέτοχος παρατηρητής, δεν είναι καθόλου ψυχρός στα ανθρώπινα πάθη. Έτσι βοηθάει τον αναγνώστη να περπατήσει «ανάμεσα στην ανθρώπινη και τη θεία δίκη», που λέει ο Παπαδιαμάντης.
Το θέμα σας είναι ιδιαίτερα λεπτό. Δολοφόνος είναι ένας ομοφυλόφιλος, θύμα ένας 16χρονος – αντικείμενο του πόθου του. Με τι χρειάστηκε να αναμετρηθείτε κατά τη συγγραφή τής ιστορίας σας.
Ήταν μια αναμέτρηση με τα όρια της γλώσσας μου. Με όχημα τη λογοτεχνική αφήγηση, αναπτύσσονται κοινωνικοί προβληματισμοί, δημιουργούνται ολοκληρωμένοι χαρακτήρες. Έπρεπε να ειπωθούν σημαντικά πράγματα –ενίοτε παράδοξα και σκληρά– χωρίς να ξενίσουν ή να γίνουν χυδαία: η αμφιθυμία των αισθημάτων, ο κρυφός κόσμος των ηρώων, ανομολόγητες σκέψεις.
Πρόθεσή μου ήταν να καταφέρω ώστε ο αναγνώστης να απαλλαγεί γρήγορα από το ταμπού μιας ανορθόδοξης σχέσης, γιατί το θέμα μου είναι κυρίως η θυμική συμπεριφορά, το ανέλεγκτο πάθος, η κατακτητική, εγωπαθής διάθεση, ο καταναγκασμός και η επιβολή της θέλησης πάνω στον άλλον, η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας (ψυχικής ή σωματικής). Που είναι ταυτόσημη με τον φασισμό. Σε επίπεδο κοινωνικό, συναισθηματικό, πολιτικό.
Πόση δύναμη έχει η αλήθεια, μέσα στα στενά όρια μιας πόλης που, πιθανόν, ακόμα θυμάται την ιστορία αυτή; Τι φοβηθήκατε γράφοντας ένα τόσο τολμηρό και παρακινδυνευμένο θέμα;
Η λογοτεχνία δίνει τη δυνατότητα να πεις τα πιο παράδοξα πράγματα, να μιλήσεις για αποτρόπαιες ανθρώπινες πράξεις κι ο αναγνώστης τελικά να παραδεχτεί: «Ναι, κι αυτό είναι ανθρώπινο». Η Τέχνη έχει αυτό το θεϊκό πλεονέκτημα, η αλήθεια της είναι απελευθερωτική. Είναι σωτήρια η Τέχνη, επουλώνει τις πιο βαθιές πληγές. Παρηγορητική και ίλεα, πολύ περισσότερο από κάθε θρησκεία ή κάθε άλλη ανθρώπινη έκφραση. Αρκεί να αντέχει κανείς να ακούσει την αλήθεια. Και κυρίως να είναι «ταπεινός» αυτός που την ομολογεί. Γι’ αυτό και το ύφος παίζει καθοριστικό ρόλο. (Όταν διαβάζεις, λ.χ., την εξομολόγηση του Σταβρόγκιν στους Δαιμονισμένους τού Ντοστογέφσκι, διαπιστώνεις τη μαγεία της μεγάλης Τέχνης για την οποία σας μιλάω.)
Είναι τελικά ο άνθρωπος όργανο του ανεξέλεγκτου Κακού;
Δεν θέλω να το παραδεχτώ αυτό, γιατί πιστεύω στην ανθρώπινη ελευθερία. Ότι είμαστε σε έναν μεγάλο βαθμό υπεύθυνοι για τις πράξεις μας. Αλλιώς δεν θα είχαμε καμία ευθύνη κι αυτό το ενδεχόμενο γκρεμίζει το οικοδόμημα της Κοινωνίας, υποσκάπτει το πολίτευμα της Δημοκρατίας, καταργεί την αυταξία της ανθρώπινης ύπαρξης. Απ’ την άλλη, διαπιστώνω ότι είμαστε και πλάσματα ικανά για το κακό και για το καλό, εξίσου. Θεοί και διάβολοι, ανάλογα με τις περιστάσεις. Φορείς ενός βιολογικού υλικού που διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό τους χαρακτήρες και ορίζει τις πράξεις μας. Αυτό το «ανθρώπινο δυναμικό» μπορεί να εξελιχθεί είτε προς το «καλό» είτε προ το «κακό» (τούτος ο προβληματισμός αγγίζει τον πυρήνα τού μυθιστορήματός μου).
Ας επιστρέψουμε στο μυθιστόρημα και στα σκηνικά που αναπτύσσετε. Η Πάτρα είναι μια πόλη-πέρασμα των μεταναστών προς τη Δύση. Περιγράφετε παραστατικά την πόλη με εικόνες θλιβερές. Εγκαταλειμμένα εργοστάσια, κτίρια αδειανά, μια πόλη σε αποσύνθεση. Τι έγινε και συνέβησαν όλα αυτά; Υπάρχει ελπίδα, πιστεύετε, κάτι να αλλάξει;
Η κρίση στην Πάτρα ξεκίνησε από το ’85, με την εκτεταμένη αποβιομηχανοποίηση της πόλης. Η Πειραϊκή Πατραϊκή, η Pirelli, η Μίσκο κλπ. έκλεισαν ή μεταφέρθηκαν στις βαλκανικές χώρες. Πάμπολλοι εργαζόμενοι και οι οικογένειές τους έμειναν χωρίς δουλειά ή αναγκάστηκαν να αλλάξουν εργασία. Η Πάτρα ήταν μια μικρογραφία της πτώχευσης που θα ζούσε ολόκληρη η χώρα 25 χρόνια αργότερα, το 2010.
Όσον αφορά την ύπαρξη ή όχι αισιόδοξης προοπτικής, η ταπεινή μου γνώμη είναι πως αν ο πολιτικός κόσμος δεν πει την αλήθεια στον ψηφοφόρο «γιατί» και «πώς» φτάσαμε στην πτώχευση, ποιες «πελατειακές τακτικές» και ποιες «νοοτροπίες» μάς έφεραν σ’ αυτόν τον ξεπεσμό, δεν υπάρχει χαραμάδα. Η μετάθεση των ευθυνών και η δαιμονοποίηση των άλλων ή των έξω είναι μια συνειδητή εξαπάτηση του λαού εκ μέρους σύμπαντος σχεδόν του πολικού προσωπικού. Που επιδιώκουν να νέμονται την εξουσία εναλλάξ μέσω του λαϊκισμού και των υποσχέσεων. 
Η Τέχνη έχει αυτό το θεϊκό πλεονέκτημα, η αλήθεια της είναι απελευθερωτική. Είναι σωτήρια η Τέχνη, επουλώνει τις πιο βαθιές πληγές. Παρηγορητική και ίλεα, πολύ περισσότερο από κάθε θρησκεία ή κάθε άλλη ανθρώπινη έκφραση. Αρκεί να αντέχει κανείς να ακούσει την αλήθεια.
Ας επανέλθουμε στο θέμα του μυθιστορήματος. Περιγράφετε το λιμάνι και τα πλοία που έρχονται για να ξεφορτώσουν. Κάποιοι μετανάστες τα βλέπουν σαν μια ελπίδα διαφυγής προς την Ευρώπη. Κάποιοι θα το πετύχουν, ποια είναι όμως η συνέχεια όταν αποβιβαστούν σε άλλο ευρωπαϊκό κράτος;
Κάποιοι απ’ αυτούς –οι λιγότεροι– θα προκόψουν και θα φτιάξουν τη ζωή τους. Οι περισσότεροι θα καταλήξουν σε φτωχογειτονιές μεταναστών-γκέτο. Όπου αποκλεισμένοι και χωρίς προοπτική θα εκθρέψουν το μίσος εναντίον της χώρας που τους φιλοξενεί. Μερικοί θα καταλήξουν «μοναχικοί λύκοι» και θα εκδικηθούν την απαξίωση που υπέστησαν. Ενισχύοντας το διεθνές κίνημα της τρομοκρατίας.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει βρεθεί σε αδιέξοδο. Αν κλείσει τα σύνορά της, ακυρώνει το όραμα μιας ενιαίας Ευρώπης όπου ανταλλάσσονται ιδέες, προστατεύονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, γίνεται σεβαστή η διαφορετικότητα, διακινούνται ελεύθερα άνθρωποι και αγαθά. (Αλλά πώς θα μείνουν ανοιχτά τα σύνορα; Με ποιες εγγυήσεις απέναντι σε ένα ισλάμ μεσαιωνικού σκοταδισμού; Ποιες διασφαλίσεις απέναντι στο διαβρωτικό εθνολαϊκισμό που εκτρέφεται στα σπλάχνα της; Ακόμα δεν έχουν δοθεί απαντήσεις).
Ο Μαρίνος έχει μια παρατηρητικότητα που σε τρομάζει. Κάνει μια σύγκριση με τα παλιά και βλέπει ότι ο κόσμος αυτός έχει αλλάξει. Δεν είναι πια ο ίδιος. Οι άνθρωποι όμως άλλαξαν προς το καλό ή το χειρότερο;
Ο κόσμος έχει αναμφισβήτητα αλλάξει, η πόλη έχει επεκταθεί, είναι μια μεγαλούπολη: νέοι οδικοί άξονες, η περιμετρική που αγκαλιάζει την Πάτρα, η γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου. Η ευμάρεια όλο αυτό το διάστημα –στην πόλη αλλά και στη χώρα ολόκληρη– ήταν εμφανής. Αλλά όταν εισρέει το χρήμα σε έναν τόπο χωρίς παράλληλη πολιτιστική και πνευματική ανάπτυξη, τα πράγματα δεν έχουν καλό τέλος. Ιδιαίτερα όταν απουσιάζουν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί, τότε εκτινάσσεται η πολιτική διαφθορά, υποβαθμίζονται οι θεσμοί και ο λαϊκισμός χτυπάει κόκκινο. Εκ των υστέρων αποδεικνύεται ότι η «εξέλιξη» της κοινωνίας ήταν χωρίς βάσεις. Πολύ περισσότερο που η χώρα «ευημερούσε» με δανεικά κι όχι με δικές της δυνατότητες.
Ο Μαρίνος αναλογίζεται ότι, παρότι έχουν περάσει τριάντα χρόνια από τότε που τον έκλεισαν στη φυλακή, δεν τον έχουν συγχωρήσει. Αλήθεια, υπάρχει άφεση για την πράξη ενός φονιά;
Καμία κοινωνία δεν συγχωρεί το έγκλημα, τη στέρηση της ζωής του άλλου. Και μάλιστα ενός 16χρονου παιδιού. Ο Μαρίνος Τριάντης δεν έχει συγχωρήσει πρωτίστως ο ίδιος τον εαυτό του, οι τύψεις τον βασανίζουν.
Μόνο η μάνα του και ο σκύλος του έχουν μείνει δίπλα στον ήρωα. Βγαίνει η ζωή με τέτοια απομόνωση;
Ο άνθρωπος λαχταράει το βλέμμα ενός άλλου ανθρώπου για να νιώσει ευχαρίστηση. Αλλιώς είναι θηρίο ή θεός – που λέει ο Αριστοτέλης. Ο Μαρίνος τελικά νιώθει πολύ μεγαλύτερη μοναξιά έξω από τη φυλακή. Σε σημείο να φτάνει σε μια μορφή «οσιότητας» όπως εύστοχα έγραψε στην κριτική του στα Νέα ο Θανάσης Νιάρχος.
Το μυθιστόρημα είναι παράλληλα μια περιγραφή της Πάτρας της δεκαετίας του 1980 και μια σύγκριση με το σήμερα. Πώς βλέπετε το σήμερα της Πάτρας και πώς θα είναι το μέλλον της;
Η αχαϊκή πρωτεύουσα είναι μια μεγαλούπολη και το πανεπιστήμιο της προσδίδει τεράστια δυναμική. Όμως χρειάζεται όραμα να τη βγάλει απ’ το τέλμα. Και τους κατάλληλους ανθρώπους να το υλοποιήσουν, σχεδιασμό και πολιτικές (είναι ακριβώς το πρόβλημα που έχει η χώρα στην κεντρική πολιτική σκηνή). Ώστε να ξεφύγει από μια «επαρχιακή» αντίληψη και να συγχρωτιστεί με τις πρωτοπορίες της Ευρώπης, να συμπορευτεί μαζί τους διατηρώντας την ταυτότητά της – τόσο η πόλη όσο και η χώρα.
Έχετε συνεργαστεί με εφημερίδες αλλά και με περιοδικά. Σας βοήθησε, στο έργο σας, αυτή η ενασχόληση;
Αρκετά. Δεν μπορεί να γράψει κανείς λογοτεχνία –και μάλιστα μυθιστόρημα– αν δεν αποκτήσει ευρεία οπτική. Αν δεν μπορεί να ανάγει το επιμέρους στο σύνολο και, προκαλώντας το γενικότερο ενδιαφέρον, να προτείνει ίσως μια διαφορετική αντίληψη των πραγμάτων – τη δική του. Αυτή η κοινωνική ματιά αποκτάται (και μέσα από τη φιλαναγνωσία αλλά και στην περίπτωση της συγγραφής) με την άσκηση του δοκιμιακού λόγου. Γιατί βγαίνει κανείς έξω από τον εαυτό του, πολύ πιο πέρα από την ατομικότητά του και εκφράζει μια καθολικότερη συνείδηση. Αυτό μου πρόσφερε η αρθρογραφία στα Νέα, στο Βήμα, στο protagon. Και επειδή δεν είναι δημοσιογραφική η ματιά μου αλλά πιο πολύ «λοξή», καθώς λέει ο εκλεκτός Παύλος Τσίμας, αυτό επηρεάζει και τη λογοτεχνική γραφή.
Αν σέβεσαι αυτό που κάνεις αλλά και τον χρόνο που αφιερώνει ο αναγνώστης σου για να σε διαβάσει, πρέπει να σε απασχολεί ακόμα και η τελευταία τελεία. Δεν είναι φασόν η λογοτεχνία.
Σήμερα έχει κυριαρχήσει ο ηλεκτρονικός τύπος. Ποια είναι η σχέση σας με την τεχνολογία;
Μου έχει προσφέρει πολλά. Κυρίως κέρδος χρόνου. Έχω κάθε φορά το κείμενο καθαρό κι είμαι απαλλαγμένος από το χρονοβόρο ξαναγράψιμο, πάλι και πάλι. Παρότι εκτυπώνω και πάνω εκεί κάνω διορθώσεις. Επίσης, βρίσκω στο google τις πληροφορίες που χρειάζομαι, τεράστια εξυπηρέτηση. Απ’ την άλλη, είναι πολύ χρονοβόρο το f/b.
Διαβάζοντας το βιογραφικό σας διέκρινα ότι δεν εκδίδετε συχνά. Πρέπει ο συγγραφέας να περιμένει και να μη βιάζεται να εκδώσει;
Η λογοτεχνία είναι πρωτίστως επεξεργασία της γλώσσας. Κέντημα, γραφή με το βελονάκι (όπως έχει επισημάνει η κριτικός Μαρία Στασινοπούλου). Η επιλογή της λέξης, ο ρυθμός της αφήγησης, η λιτότητα του λόγου, η κατάκτηση των γεγονότων και η ένταξή τους στον αφηγηματικό χρόνο, η πλοκή και το ύφος. Κι αυτή η δουλειά απαιτεί αργούς ρυθμούς. Αν σέβεσαι αυτό που κάνεις αλλά και τον χρόνο που αφιερώνει ο αναγνώστης σου για να σε διαβάσει, πρέπει να σε απασχολεί ακόμα και η τελευταία τελεία. Δεν είναι φασόν η λογοτεχνία, από τη λεπτομερειακή επεξεργασία της γλώσσας εξαρτάται η αλήθεια του συγγραφέα.
Ποιο βιβλίο διαβάσατε τελευταία και σας έκανε εντύπωση;
Μπορώ να ξεχωρίσω αυτά που με έκαναν πιο πλούσιο στο μυαλό και μέσα μου: Ο Αλλόκοτος Ελληνισμός του Νικήτα Σινιόσογλου (εκδόσεις Κίχλη), Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου του Δημήτρη Δασκαλόπουλου (εκδόσεις Πατάκη),Τετράδια ονείρων της Ζυράννας Ζατέλη (εκδόσεις Καστανιώτη), Περί ύψους του Διονυσίου Λογγίνου (ερμηνευτική έκδοση Μ. Ζ. Κοπιδάκης, εκδόσεις της Βικελαίας Βιβλιοθήκης).
Θα θέλατε να προσθέσετε κάτι;
Ναι. Σας ευχαριστώ πολύ γι’ αυτήν τη συνέντευξη. Κι εσάς και το Diastixo. 
Τα πουλιά με το μαύρο κολάροΚώστας Λογαράς
Καστανιώτης
224 σελ.
ISBN 978-960-03-6258-9
Τιμή: €14,84
Βιβλίο & Τέχνες | diastixo.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου