Πριν αρχίσω να γράφω για το τελευταίο αυτό βιβλίο του Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ίκαρος, στην όπως πάντα εξαιρετική μετάφραση της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου, πρέπει να ομολογήσω ότι ανήκω στο πιστό αναγνωστικό κοινό του συγγραφέα. Έχω διαβάσει περισσότερες από μία φορές όλα τα βιβλία του που έχουν εκδοθεί στα ελληνικά, τον έχω δει να μιλάει ζωντανά στη ΔΕΒΘ και στο Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων, έχω στηθεί δίπλα του για φωτογραφία και έχω υπογεγραμμένο το Χρονοκαταφύγιο. Θαυμάζω τη γραφή του, την πρόζα του που ανθίζει απλώνοντας ποιητικές αποφυάδες, τη μεταμυθοπλασία του που συνδυάζει την αφήγηση με τον φιλοσοφικό στοχασμό, τις θεματικές του και τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει τα μεγάλα ζητήματα της ζωής, τον έρωτα, τον χρόνο, τη φθορά, τον θάνατο. Κάθε καινούργιο του βιβλίο είναι για μένα σημαντικό γεγονός, σπεύδω να το προμηθευτώ από τις πρώτες ημέρες κυκλοφορίας του μην τυχόν και εξαντληθεί και δεν το διαβάσω από τους πρώτους. Ονειρεύομαι να τον δω να κατακτά τη μεγαλύτερη λογοτεχνική διάκριση και φαντάζομαι τη διάλεξη που θα δώσει στη Στοκχόλμη. Έχοντας δηλώσει κάθε πιθανή «σύγκρουση συμφερόντων», προχωρώ στο βιβλίο με τον τίτλο Ο κηπουρός και ο κήπος.
«Ο πατέρας μου ήταν κηπουρός. Τώρα είναι κήπος». Έτσι ξεκινάει το βιβλίο, ποιητικά και μελαγχολικά, και είναι μια αρχή που έχει ήδη σχολιαστεί πολύ, έχει σχεδόν καταστεί απόφθεγμα στη συλλογική συνείδηση των εραστών της λογοτεχνίας. Στην ουσία, συνοψίζει με μαθηματική ακρίβεια το βιβλίο, με την κάθε λέξη να φέρει το βάρος κάποιου από τα κύρια δομικά συστατικά της αφήγησης. Ο πατέρας είναι ο κεντρικός ήρωας όχι μόνο στο βιβλίο, αλλά και στα μάτια του συγγραφέα, και τον παρακολουθούμε άρρωστο, λίγο πριν από το τέλος του, προαισθανόμενοι ότι έχει ήδη περάσει σε παρελθοντική διάσταση: ήταν – εξάλλου, ο Γκοσποντίνοφ το δηλώνει στην αμέσως επόμενη παράγραφο, «το θέμα είναι το τέλος».Η ιδιότητα κηπουρός είναι ο πυρήνας της ύπαρξης του πατέρα του. Πρώτα απ’ όλα, ήταν ένας επίμονος κηπουρός που μέχρι τέλους φρόντιζε έναν τεράστιο λαχανόκηπο. Αυτός o κήπος είναι και για τον γιο Γκοσποντίνοφ ένας επίγειος παράδεισος, συμβολίζει τη ζωή, τη γονιμότητα, την ελπίδα, τα όνειρα και την ομορφιά. Είναι αυτό που μένει πίσω μετά τον θάνατο του πατέρα, στο τώρα του συγγραφέα, ο κήπος είναι το υποκατάστατο του πατέρα.
Ένα έξοχο δείγμα αυτομυθοπλασίας, με φιλοσοφικό στοχασμό και ποιητικές αποχρώσεις, αναγνωρίσιμες αρετές της πεζογραφίας του.
Παρακολουθούμε όλα τα στάδια της αρρώστιας του πατέρα, θαυμάζουμε την απόλυτη αξιοπρέπεια του ηλικιωμένου ασθενή και στο πλευρό του τη διαρκή προστατευτική παρουσία του γιου, που φροντίζει για όλα τα μικρά και τα μεγάλα μέχρι το τέλος. Παράλληλα, ο συγγραφέας ενθέτει αναδρομικές διηγήσεις από περιόδους και γεγονότα της ζωής του πατέρα και της κοινής τους ζωής. Αυτή η αντιπαράθεση παρελθόντος και παρόντος ενισχύει την τραγικότητα του θέματος, καθώς ο φακός της αφήγησης μετακινείται αντιστικτικά από τις αισιόδοξες εικόνες της νεότητας στο θλιβερό και επώδυνο τέλος. Ο συγγραφέας αναφέρεται και σε άλλα πρόσωπα της οικογένειας, στην κόρη του, στον παππού και στη μητέρα του, καθώς και στον πιστό σκύλο του πατέρα του.
O Γκοσποντίνοφ διηγείται με οδηγό τον συνειρμό και τα συναισθήματα, μας πηγαίνει μπρος-πίσω στη ζωή του πατέρα του, η θαλερή και δουλεμένη νιότη μπλέκεται με τα υπομονετικά γεράματα και τη βαριά ασθένεια. Σε πρώτο πλάνο πάντα ο κήπος, «[...] ήταν η άλλη του πιθανή ζωή, η φωνή του και όλες οι σιωπές του. Μιλούσε μέσα από αυτόν και οι λέξεις του ήταν μήλα, κεράσια, μεγάλες κόκκινες ντομάτες».Το πορτρέτο του πατέρα μοιάζει να έρχεται από άλλη εποχή, σκιαγραφεί έναν άνθρωπο δημιουργικό, προσκολλημένο στη φύση με τις χαρές και τις αγωνίες της, που απολαμβάνει τη στιγμή με μόνο μέλημα να προσφέρει αγάπη μετουσιωμένη σε λαχταριστά φρούτα και λαχανικά. Τυπικός εκπρόσωπος μιας μεταπολεμικής γενιάς που ζούσε με την έγνοια «να μη βαραίνουμε τα παιδιά μας».
Παρόλο που η αφήγηση είναι χαμηλόφωνη, σε κάποια σημεία εκτρέπεται αθέλητα σε μικρές λυρικές κορυφώσεις, είναι μεγάλο το φορτίο που απελευθερώνει ο συγγραφέας σε αυτό το σχετικά μικρής έκτασης κείμενο, αφού μάλιστα έχει αρχίσει να το γράφει ενόσω ο πατέρας του είναι ακόμα ζωντανός. «[...] Ο πατέρας μου διηγούνταν, διηγούνταν σαν να ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου». Η ιστορία, όπως τη συναρμολογούμε από τις παγιωμένες στη μνήμη του συγγραφέα διηγήσεις του πατέρα, διαπλεκόμενες στη δομή της αφήγησης με τα πρόσφατα γεγονότα, δεν διαφέρει πολύ από ανάλογες ιστορίες οικείων μας προσώπων: ένας απλός άνθρωπος, δοτικός και γεμάτος αγάπη για τους δικούς του, υπομονετικός και αξιοπρεπής μέχρι τις τελευταίες του στιγμές, «όλα καλά»το μότο του στη ζωή. Η ψυχή του μοιάζει με τη φύση του κήπου του, πλούσια, καθαρή, πολύχρωμη και ευωδιαστή.
Η αφήγηση δρα παραμυθητικά στον ίδιο τον συγγραφέα, ο οποίος γράφει σε ένα ξεχωριστό σημειωματάριο αρχίζοντας από τα πρώτα σημάδια της αρρώστιας του πατέρα του, έναν πόνο στη μέση, που είναι το καμπανάκι για την αρχή του τέλους. Κομμάτια ευφρόσυνων αναμνήσεων εναλλάσσονται με αγωνιώδεις καταγραφές για την επιδείνωση της κατάστασής του και για τον θάνατο που πλησιάζει. Αυτή η εναλλαγή διασώζει το κείμενο από μια πεισιθάνατη ζοφερότητα, που θα ήταν βαρύ φορτίο για τον αναγνώστη. Αντίθετα, το βιβλίο προσφέρει μια σε βάθος γνωριμία με την ανθρώπινη διάσταση του αγαπημένου συγγραφέα, τον βλέπουμε ευάλωτο και εξομολογητικό, μια διάσταση που δεν ήταν ιδιαίτερα εμφανής στα προηγούμενα έργα του. Αναμφισβήτητα, αυτό το βιβλίο, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο του Γκοσποντίνοφ, έχει περισσότερες πιθανότητες να συγκινήσει τον μη εξοικειωμένο με τη γραφή του αναγνώστη, ακόμα μάλιστα και μη συστηματικούς αναγνώστες. Ίσως να μην αποτελεί βήμα προς τα εμπρός στη συγγραφική πορεία του Γκοσποντίνοφ, όμως είναι ένα έξοχο δείγμα αυτομυθοπλασίας, με φιλοσοφικό στοχασμό και ποιητικές αποχρώσεις, αναγνωρίσιμες αρετές της πεζογραφίας του. Όπως λέει ο ίδιος, «δεν είναι ένα βιβλίο για τον θάνατο, αλλά για τη θλίψη για τη ζωή που φεύγει». Στον θάνατο των άλλων, ιδίως των γονιών, καθρεφτίζεται η δική μας ζωή που ξοδεύεται και στενεύει. Τελικά, «μόνο οι ιστορίες επιβιώνουν».
Ο κηπουρός και ο θάνατος
Georgi Gospodinov
μετάφραση: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου
Ίκαρος
232 σελ.
ISBN 978-960-572-774-1
Τιμή €16,60
Η Μαρία Δριμή είναι ιατρός εντατικολόγος και ασχολείται με την πεζογραφία και το θέατρο.
https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/25922-o-kipouros-kai-o-thanatos

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου