Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Θράσος Καμινάκης: «Κατά βάθος νησιά»

 


Το Κατά βάθος νησιά, το τελευταίο βιβλίο του Θράσου Καμινάκη, περιέχει σαράντα τέσσερα διηγήματα – το τελευταίο είναι επιμύθιο και λειτουργεί σαν φακός για τον αναγνώστη που επιμένει να αποκαλύψει τι κρύβεται πίσω από τις τέσσερις ενότητες του έργου («Λάθη», «Πάθη», «Βάθη» και «Νησιά»). Αλήθεια, όποιος έχει διαβάσει το Τρία δεκαοκτώ του Καμινάκη (2022), για την Αγία Οικογένεια και την αποκαθήλωσή της, γνωρίζει καλά πως για να τον παρακολουθήσει, έτσι όπως κινείται μέσα σε σκοτεινές ζώνες, εκεί που η φαντασία συνορεύει και συνυπάρχει με την πραγματικότητα, θα πρέπει να έχει μαζί του όχι φακό, αλλά προβολέα!

Και λάθη και πάθη και βάθη

Έντεκα διηγήματα για κάθε ενότητα, σύνολο τριάντα τρία, που αρχικά ζωγραφίζουν γλαφυρά τα λάθη στην ψυχική κατάσταση των χαρακτήρων και μιλάνε για μοναξιά, αυτοπεριορισμό, χαμηλή αυτοεκτίμηση, περιφρόνηση, εγκλεισμό και τραυματικές παιδικές μνήμες. Τα πάθη και τα βάθη αποκαλύπτουν φαντάσματα, εθισμούς και άσυλα, σκοτεινές ύλες και πλάσματα που η οπτική τους γωνία εκπλήσσει.

«Η καλή παρέα κοστίζει. Είτε είναι “Τζακ Ράσελ”, είτε είναι “Τζακ Ντάνιελς”», μας λέει σκληρά ο αλκοολικός ήρωας του «Δειλινού», που εικονογραφεί και το εξώφυλλο. Και λίγο μετά ο ήρωας αυτός αλλάζει σώμα και μας κλείνει το μάτι πίσω από «Το ματάκι» της πόρτας, από όπου μια ηλικιωμένη ένοικος πολυκατοικίας παρακολουθεί τον τρελό της έρωτα να μπαινοβγαίνει στο διαμέρισμά του. Λίγο πιο κει γίνεται ένας ευνουχισμένος μουσικός που ζει το όνειρό του στο «Μαγαζάκι της γωνίας» ή ο νέος νοικάρης που κρατά για πάρτη του «Ένα κομμάτι ουρανό» και ένα ερημονήσι στον πιο βαθύ ωκεανό, με μοναδική του παρέα τα θαλασσοπούλια. Όλα ενώνονται άγρια και μάταια όταν έρχεται «Η Ώρα», ένας τρόφιμος σε ένα ίδρυμα παραθαλάσσιο χωρίς παράθυρα να μας μιλήσει για τη «νόσο της παροντικότητας».

Επιτέλους νησιά

Κι εκεί που νομίζεις πως επιτέλους έλυσες το αίνιγμα, και πως όλα τα λάθη κρύβουνε πάθη και όλα τα πάθη σε πάνε στα βάθη, έρχεται η ενότητα «Νησιά» για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Έντεκα νησιά. Που δεν είναι νησιά, είναι καταφύγια! Είναι φανταστικές και πραγματικές στεριές και ξέρες μέσα στις θάλασσες του χρόνου και του χώρου, εκεί που κρύβονται, επιζούν και χάνονται οι μεγάλοι δραπέτες. Με την πρώτη κιόλας ιστορία ο Θράσος Καμινάκης μάς μεταφέρει στη στιγμή του θανάτου ενός μεγάλου Ευρωπαίου σκηνοθέτη της Νουβέλ Βαγκ.

Τα πάθη και τα βάθη αποκαλύπτουν φαντάσματα, εθισμούς και άσυλα, σκοτεινές ύλες και πλάσματα που η οπτική τους γωνία εκπλήσσει.

Το πρώτο νησί ανήκει στον Ζαν-Λικ Γκοντάρ. Στο διήγημα ο μεγάλος σκηνοθέτης πεθαίνει εκούσια, με ηθελημένη ευθανασία. Ένας νεαρός Έλληνας φοιτητής μέσα στα παραληρήματά του τον βοηθάει στις τελευταίες του ώρες και ακούει τον δάσκαλο να παραμιλάει: «Είναι ο πρωινός ήλιος που αναβάλλει τον θάνατο, δε θέλω το ψεύτικο φως, κλείσε τη λάμπα» ή «Εδώ γράφει και σκηνοθετεί ο ίδιος ο θάνατος» ή «Και τώρα αφήστε με να κοιμηθώ».

Όλα του τα «Νησιά» από εκεί και μετά γίνονται προάγγελοι του τέλους. Νησί ο αυτόχειρας Κλάους, νησί ο πρόσφυγας Αλέξανδρος που αλλαξοπίστησε, νησί η ντραγκ κουίν που τη βαφτίσανε Χάμεντ, νησί ο Γιουπ, ο τοξικομανής που νικάει τον εθισμό του, νησί ο Ομάρ, ο κατάδικος που ερωτεύεται τον ανακριτή του, παντού ανθρώπινα νησιά, επιτέλους νησί και λύτρωση κι αυτό το ίδιο το έργο του συγγραφέα.

Το πώς

Ο Θράσος Καμινάκης δεν γράφει απλά μικρές ιστορίες. Είναι σκηνοθέτης, εγκληματολόγος και προπάντων δάσκαλος, και σαν δάσκαλος μπορεί και να αισθάνεται το χρέος να δείξει τον δρόμο για το αύριο του κόσμου. Το μόνο σίγουρο είναι πως τις μικρές ιστορίες του Καμινάκη δεν τις ξεπετάς με μια πρώτη ανάγνωση. Ξαναρχίζεις δεύτερο γύρο. Κι ενώ είναι πιθανό πως μπορεί να μας χαρίσει ένα μεγάλο μυθιστόρημα, γράφει διηγήματα για να έχει όσο το δυνατόν περισσότερους ήρωες και θέματα να παίξει μαζί τους, ώστε να μην πλήττει ούτε εκείνος ούτε κανείς από εμάς που τον διαβάζουμε. Είναι ορατό πως από αυτόν μασημένη τροφή δεν θα πάρεις. Σου βάζει δύσκολα και δεν διστάζει να εκτεθεί.

Παντού στο βιβλίο κυριαρχεί ο μαγικός αριθμός «έντεκα» και, αν καταλάβεις πως είναι λάτρης της αριθμολογίας και πως ο μεγάλος του φόβος είναι η μοναξιά, θα εντοπίσεις επίσης πως 11 = 1+1 = 2.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Ο λόγος του, απλός και αινιγματικός, δεν ακολουθεί την πεπατημένη αλλά καινοτομεί αυξάνοντας τον βαθμό δυσκολίας στην κατανόηση. Αυτό μαζί με την ιερότητα της συγκριτικής λογοτεχνίας που υπηρετεί με τον τελευταίο του ήρωα στο επιμύθιο «Booklab», μας φέρνει μπροστά στον καθρέφτη που όλοι μας, αν κοιταχτούμε, μπορεί και να μας καταπιεί. Ένας καθρέφτης – πίνακας ζωγραφικής, που σε καλεί να σπάσεις τις αποστάσεις, να πλησιάσεις το πρόσωπο και να δεις το κόκαλο του καμβά και τη βάση. Να δεις την πινελιά, ας είναι τραχιά, να δεις το καθαρό μπλε της θάλασσας και του ουρανού, που καμία πρόσμειξη δεν μπορεί να το φτιάξει πέρα από το είδωλό σου!

[Ο Π. Κοσμίδης είναι στιχουργός, αρθρογραφεί στον Τύπο και είναι ο συγγραφέας του μυθιστορήματος Όταν δακρύζει ο λύκος (εκδ. Φίλντισι).]

 

Κατά βάθος νησιά
Θράσος Καμινάκης 
Εκδόσεις Καστανιώτη
304 σελ.
ISBN 978-960-03-7385-1
Τιμή €16,00

https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/25570-kata-bathos-nisia


https://diastixo.gr

Φανή Κεχαγιά: «Είμαι...»

 


Το νέο βιβλίο της Φανής Κεχαγιά, με τίτλο Είμαι…, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μετρονόμος, είναι μια σειρά από 19 διηγήματα, τα οποία μας μεταφέρουν σε μικρές ιστορίες με μεγάλες ψυχικές εντάσεις και κοινωνικές προεκτάσεις. Πρωταγωνιστές είναι πρόσωπα της διπλανής πόρτας – ή, μάλλον, πρόσωπα που σπάνια κοιτάζουμε κατάματα: από ανθρώπους του Καμερούν, της Αιγύπτου, της Ρουμανίας, μέχρι φοιτητές, τετράχρονα παιδιά, δεκαεξάχρονα, κακούς λύκους και Κοκκινοσκουφίτσες, αστυνομικούς και εγκληματίες, ήρωες και ηρωίδες που στέκονται είτε στο βάθρο είτε στον βούρκο. Μέσα από αυτές τις φαινομενικά ασύνδετες ιστορίες, η συγγραφέας υφαίνει έναν ενιαίο κόσμο γεμάτο ενσυναίσθηση, σκοτεινές πτυχές και κοινωνικά νοήματα.

Κάθε διήγημα ξεκινάει με το πρώτο πρόσωπο, το «είμαι». Έτσι, ο αναγνώστης μεταφέρεται αμέσως σε ένα βιωματικό περιβάλλον, όπου ο αφηγητής μετουσιώνει το γενικότερο πλαίσιο και αποκτά φωνή. Ο καθένας μπορεί να γίνει ο πρωταγωνιστής μιας ιστορίας, να φορέσει έναν ρόλο ή να τον απορρίψει, να ακουμπήσει τη δική του αλήθεια ή και την παραποίησή της. Οι ρόλοι είναι συχνά κόντρα, οι ταυτότητες αμφίσημες, οι φωνές πληθυντικές και μοναχικές ταυτόχρονα.

Μικρές ιστορίες με μεγάλες ψυχικές εντάσεις και κοινωνικές προεκτάσεις.

Είναι ιστορίες που αρχικά μοιάζουν ανένταχτες, μα τελικά δένουν μεταξύ τους με τον τρόπο που δένει η ίδια η ζωή: όχι με γραμμικότητα, αλλά με σπαράγματα και ψήγματα αλήθειας. Όλοι οι ήρωες έχουν τη δυναμική τους· όλα τα διηγήματα μπορούν να σταθούν αυτόνομα και όμως, όταν διαβαστούν ως σύνολο, αποκτούν μια βαθιά συνοχή. Η γλώσσα της Κεχαγιά είναι ωμή, καυστική. Δεν φοβάται να φέρει τον αναγνώστη σε αμηχανία, να τον ταρακουνήσει. Εκεί ακριβώς γεννιέται και η συμπόνια.

Κάποιες ιστορίες θα μας συγκινήσουν. Άλλες θα μας κάνουν να χαμογελάσουμε. Ορισμένες, όμως, θα μας αφήσουν με ένα σφίξιμο στο στομάχι, ξεσκεπάζοντας την ωμή πραγματικότητα μιας κοινωνίας που προσποιείται πως δεν βλέπει. Είναι ένα βιβλίο που τραβά τη μάσκα, που ρίχνει το προσωπείο. Μας αφήνει γυμνούς απέναντι στο «είμαι» – απέναντι στο ποιοι είμαστε και τι (δεν) βλέπουμε.

Ξεχωρίζει, ανάμεσα στα διηγήματα, μία φράση που περικλείει το βάρος της αυτογνωσίας: «Και μην επιτρέψετε η γνησιότητα της εξομολόγησής μου να μειώσει ούτε στο ελάχιστο την εκ προοιμίου κοινωνιοτραφή απέχθειά σας». Εδώ, βλέπουμε τον «κακό λύκο» να αποκτά συναίσθηση του εαυτού του, να γνωρίζει το κακό που προκαλεί και να δηλώνει υπερήφανος και απών – ένας αντιήρωας με αυτογνωσία.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Όποια πλευρά της ιστορίας και αν επιλέξεις, τη σωστή ή λάθος πλευρά, οφείλεις να έχεις επίγνωση των πράξεών σου και να φέρεις μέχρι τέλους την ευθύνη για τις πράξεις αυτές. Πόσο έτοιμοι είμαστε να το πράξουμε; Η συγγραφέας μάς καλεί να το εξερευνήσουμε και να το ανακαλύψουμε μαζί της.

Πρόκειται για ένα βιβλίο που μιλάει για τη συναίσθηση και για την απουσία της. Που ξεκινά από το «εγώ», αλλά τελικά καταλήγει στο «εμείς». Όπως αναφέρει και στον υποθετικό της επίλογο: «Είμαι εγώ. Είμαι εσύ. Είμαι εκείνο που είμαι και είναι. Είμαι. Είμαστε». Το «εγώ» δίνει αμεσότητα. Το «εμείς» προσφέρει κοινότητα. Το «εκείνο» υπογραμμίζει την αοριστία. Και το «είναι» δηλώνει την υπαρξιακή κατάληξη. Έτσι βίωσα αυτό το βιβλίο. Με ένταση, ειλικρίνεια και ανάγκη να δω κατάματα το «είμαι».

 

Είμαι...
Φανή Κεχαγιά
Μετρονόμος
174 σελ.
ISBN 978-618-5748-63-0
Τιμή €14,84

https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/25591-fani-kexagia-eimai


https://diastixo.gr



Eric Bogosian: «Επιχείρηση Νέμεσις»

 


«Βιλαέτι σφαγείων» ονομάζει την Οθωμανική Αυτοκρατορία του 1915 ο Λέσλι Ντέιβις, Αμερικανός πρόξενος στο Χαρπούτ, μια τουρκική πόλη που κατοικούνταν σε μεγάλο βαθμό από Αρμένιους. H κυβέρνηση των Νεότουρκων είδε την εξέγερση των Αρμενίων στην καρδιά της χώρας τους ως μια ζωτική απειλή για την ύπαρξη του έθνους και χρησιμοποίησε τις πιο βάρβαρες μεθόδους για την ολοσχερή εξαφάνισή τους, οργανώνοντας δολοφονικές εφόδους από κάθε εγκληματικό στοιχείο και πρώην κρατούμενους στις φυλακές, τους διαβόητους τσέτες (συμμορίτες). Υπό την ομίχλη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Τούρκοι θρησκευτικοί ηγέτες ενθάρρυναν τη γενοκτονία που ακολούθησε κηρύσσοντας ιερό πόλεμο (τζιχάντ) κατά των απίστων και προκάλεσαν τον αφανισμό 1.500.000 Αρμενίων, που πλημμύρισαν τις κοιλάδες και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στη δυτική Ανατολία, την Κιλικία και τη βόρεια Συρία.

Οργάνωσαν μία σειρά από ενέργειες, που έμειναν γνωστές ως «επιχείρηση Νέμεσις», και κατάφεραν να σκοτώσουν ορισμένους από τους υπεύθυνους για τη γενοκτονία τόσο των Αρμενίων, όσο και των Ελλήνων και των Ασσυρίων της Τουρκίας

Οι τουρκικές κυβερνήσεις που ακολούθησαν αρνήθηκαν με πείσμα την επίσημη αναγνώριση των σφαγών καταστρέφοντας κι εξαφανίζοντας χιλιάδες αρχεία, που θα μπορούσαν να αποκαλύψουν τον κεντρικό σχεδιασμό των εγκλημάτων. Οι επιζώντες Αρμένιοι δεν μπορούσαν να δεχτούν αυτή τη συγκάλυψη και τη σιωπή που επιβλήθηκε διεθνώς, έτσι οργάνωσαν μία σειρά από ενέργειες, που έμειναν γνωστές ως «επιχείρηση Νέμεσις»,και κατάφεραν να σκοτώσουν ορισμένους από τους υπεύθυνους για τη γενοκτονία τόσο των Αρμενίων, όσο και των Ελλήνων και των Ασσυρίων της Τουρκίας.

Επιθυμώντας να τιμήσει τη μνήμη των Αρμένιων προγόνων του, ο Ερίκ Μπογκοσιάν, συγγραφέας, δραματουργός και ιστορικός ερευνητής, έψαξε όλα τα αρχεία και το διαθέσιμο έντυπο υλικό επιχειρώντας να αναστήσει την ιστορία της οργάνωσης Νέμεσις, μιας οργάνωσης που προσπάθησε να αποδώσει δικαιοσύνη χρησιμοποιώντας νεαρούς μαχητές αυτοκτονίας, όπως ο Σογομόν Τεχλιριάν. Ο Τεχλιριάν γεννήθηκε σ’ ένα χωριό της επαρχίας Ερζερούμ, κατατάχθηκε εθελοντής στο αρμενικό στρατιωτικό σώμα που πολεμούσε μαζί με τους Ρώσους εναντίον των Τούρκων και, ύστερα από πολλές περιπέτειες, επέστρεψε στο πατρικό του σπίτι αναζητώντας τη μητέρα και τα αδέρφια του. Οι συγκλονιστικές εμπειρίες του τον έκαναν ορκισμένο εχθρό των Τούρκων και πήρε την εκδίκησή του εκτελώντας το 1921 έναν από τους πρωτεργάτες της αρμενικής γενοκτονίας, τον Ταλαάλτ Πασά, που είχε καταφύγει στο Βερολίνο. Στη δίκη που ακολούθησε, ο Τεχλιριάν αθωώθηκε – ήταν μια σοκαριστική απόφαση, σύμφωνη όμως με το περί δικαίου αίσθημα που επικρατούσε στον κόσμο και ήταν σφόδρα εναντίον της Τουρκίας· είναι χαρακτηριστικός ο τίτλος των NewYorkTimes εκείνης της εποχής: «Απλώς έπρεπε να τον αφήσουν να φύγει!»

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Ο Μπογκοσιάν μεγάλωσε στη Μασαχουσέτη των ΗΠΑ ακούγοντας ιστορίες από τον παππού του, που είχε γλιτώσει τη σφαγή κρυμμένος σ’ ένα σιταροχώραφο. «Έγραψα αυτό το βιβλίο επειδή δεν είχα άλλη επιλογή», αναφέρει στην εισαγωγή του. «Η ιστορία της επιχείρησης Νέμεσις απαιτούσε περισσότερη προσοχή από ένα απλό σενάριο. Έκανα ό,τι μπορούσα για να την αφηγηθώ όσο το δυνατόν πιο ειλικρινά και πιο ολοκληρωμένα».

Το βιβλίο του είναι ένας φόρος τιμής στον αρμένικο λαό και στην οργάνωση Νέμεσις, η οποία έδρασε σε τρεις ηπείρους και εφτά χώρες, εντοπίζοντας και εκτελώντας επτά υψηλόβαθμους τζιχαντιστές και τους συνεργάτες τους. Για περισσότερα από εκατό χρόνια οι Τούρκοι αρνούνται να αναγνωρίσουν τα ιστορικά γεγονότα και δεν υπάρχει κανένα μνημείο στα σημεία σφαγής εκατοντάδων χιλιάδων Αρμενίων. Η υπόθεση της γενοκτονίας και των επαναστατικών ομάδων των Αρμενίων που αναζήτησαν τη δικαιοσύνη σ’ έναν άδικο κόσμο δεν μπορεί να μείνει θαμμένη, καθώς η πληροφόρηση και η πρόσβαση των νέων ανθρώπων σε παλιά αρχεία και πηγές μπορεί να νικήσει τη λήθη. Πρέπει να σεβόμαστε τους νεκρούς, λέει ο Μπογκοσιάν, επειδή «συνεχίζουν να ζουν στις σελίδες χιλιάδων βιβλίων, στα τούβλα αμέτρητων κτιρίων, στις αντανακλάσεις των σκιών παλιών ταινιών, σχεδόν σε όλα όσα βλέπουμε και αγγίζουμε, συμπεριλαμβανομένων των ίδιων μας των παιδιών».

 

Επιχείρηση Νέμεσις
Η εξόντωση των υπαιτίων για τη γενοκτονία των Αρμενίων
Eric Bogosian
μετάφραση: Χριστίνα Θεοχάρη
Εκδόσεις Παπαδόπουλος
464 σελ.
ISBN 978-618-232-090-7
Τιμή €20,99

Ο Απόστολος Σπυράκης είναι συγγραφέας και κριτικός.

https://diastixo.gr/kritikes/meletesdokimia/25571-epixeirisi-nemesis


https://diastixo.gr 

Βασίλειος Α. Γεώργας: συνέντευξη στον Παναγιώτη Σκορδά

 


Ο Βασίλειος Α. Γεώργας γεννήθηκε το 1961 στην Αγγελώνα της νοτιοανατολικής Λακωνίας. Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. με ειδίκευση στις Βυζαντινές και Νεοελληνικές Σπουδές. Συνεργάστηκε με τον καθηγητή Εμμανουήλ Κριαρά στο Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών ως συντάκτης στο Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669 (το διάστημα 1985-1988) και στο Νέο Ελληνικό Λεξικό. Λεξικό της Σύγχρονης Ελληνικής Δημοτικής Γλώσσας (το διάστημα 1987-1991), που εξέδωσε η Εκδοτική Αθηνών το 1995. Τον Σεπτέμβριο του 1988 διορίστηκε μόνιμος καθηγητής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και δίδαξε σε σχολικές μονάδες του Κιλκίς για πέντε χρόνια. Από το 1993 ζει μόνιμα στη Λέσβο, διδάσκει σε σχολεία του νησιού και είναι μέλος του Συνδέσμου Φιλολόγων Λέσβου. Το 2022 κυκλοφόρησε από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης το Γλωσσάρι στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη και πριν από λίγο καιρό το Γλωσσάρι στο έργο του Στράτη Μυριβήλη από τις λεσβιακές Εκδόσεις Μύθος. Για το βιβλίο αυτό συζητάμε με τον συγγραφέα.

Ας ξεκινήσουμε από το προηγούμενο βιβλίο σας, το Γλωσσάρι στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη. Επειδή η δουλειά σας ήταν εντελώς πρωτότυπη, πώς την υποδέχτηκαν ειδικοί και αναγνώστες;

Το Γλωσσάρι στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη υπήρξε αντικείμενο θερμής υποδοχής από ευρύ αναγνωστικό κοινό ‒που πλέον προσεγγίζει ευκολότερα και κατανοεί καλύτερα τα λογοτεχνικά έργα του Κρητικού συγγραφέα‒ και αποκόμισε ευμενείς κριτικές από μελετητές, ερευνητές, κριτικούς λογοτεχνίας, που επισήμαναν ότι κάλυψε επαρκώς ένα διαπιστωμένο σοβαρό βιβλιογραφικό κενό. Τα ερμηνεύματα του Γλωσσαρίου χρησιμοποιούνται ανελλιπώς στις επανεκδόσεις των καζαντζακικών έργων από τον εκδοτικό οίκο που κατέχει τα πνευματικά δικαιώματα του Καζαντζάκη. Αξιοσημείωτο γεγονός, ως προς την ανταπόκριση του κοινού στο πόνημα, συνιστά η περίπτωση συμπαθούς συνταξιούχου γιατρού με καταγωγή από την Κρήτη, για τον οποίο το Γλωσσάρι υπήρξε πηγή έμπνευσης: οι δεκάδες κρητικές λέξεις που περιλαμβάνει πυροδότησαν τη μνήμη του, πράγμα το οποίο είχε ως αποτέλεσμα να συγγράψει ενδιαφέρον βιβλίο ποικίλων βιωμάτων και αναμνήσεων από τη μητρική του γλώσσα, αντίτυπο του οποίου μερίμνησε να μου χαρίσει. Επιστέγασμα της υποδοχής του έργου μου αποτελεί η βράβευσή του με το «Βραβείο Εμμανουήλ Ροΐδου» τον Δεκέμβριο του 2023 από την Ακαδημία Αθηνών, ύψιστη τιμή επιβράβευσης και αναγνώρισης της αξίας του.

Ποια ήταν η κεντρική ιδέα πάνω στην οποία δομείται το Γλωσσάρι;

Και τα δύο εκπονημένα Γλωσσάρια (καθώς και τα άλλα δύο αδημοσίευτα) δομούνται στον άξονα της ευκολότερης προσέγγισης ολόκληρου του λογοτεχνικού έργου των δημιουργών τους, θέτοντας ως κεντρικό στόχο τους να μην υπάρχει πλέον λέξη άγνωστη ή δυσερμήνευτη στον ενδεχόμενο αναγνώστη από κανένα λογοτέχνημα των συγκεκριμένων συγγραφέων, ώστε να βοηθηθεί στην ευχερέστερη κατανόησή τους και να συνεχίσει με αμείωτο ενδιαφέρον την «επικοινωνία» του με το έργο τους. Τα Γλωσσάρια καλύπτουν, συν τοις άλλοις, την ανάγκη διαφύλαξης και διατήρησης της σπουδαίας γλωσσικής κληρονομιάς μας: «τρελαίνουμαι για κάθε ζωντανή λέξη της δημοτικής, τη λυπούμαι, θέλω να την τοποθετήσω σʼ ένα κείμενο να μη χαθεί», ομολογεί σε επιστολή του στον πανεπιστημιακό καθηγητή Ιωάννη Θ. Κακριδή ο Καζαντζάκης το 1945· αυτή την αρχή διάσωσης της ζωντανής λαϊκής ‒προφορικής και γραπτής‒ γλωσσικής μας παράδοσης και κληροδότησής της στις μέλλουσες γενιές υπηρετούν τα Γλωσσάρια.

Με τον Στράτη Μυριβήλη τι σας παρακίνησε να ασχοληθείτε;

Από την περίοδο των πανεπιστημιακών χρόνων, ο κοινωνικός και οικογενειακός κύκλος μου διευρύνθηκε ‒έχοντας ως κέντρο αναφοράς τη σύντροφο της ζωής μου‒ με πρόσωπα από τη Λέσβο, που χρησιμοποιούσαν το τοπικό γλωσσικό ιδίωμα στον καθημερινό λόγο τους. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την έλξη που μου ασκούσε η γλώσσα του Μυριβήλη από την εφηβεία, η μετοίκησή μου (το 1993) στη Λέσβο, που καθιστούσε διαρκή την επαφή μου με τη λεσβιακή ντοπιολαλιά διατηρώντας αμείωτο το ενδιαφέρον μου, και η πρόθεσή μου να μελετήσω ‒σε περιορισμένο βαθμό, υπό το πρίσμα δηλαδή της διεισδυτικής ματιάς, της γοητευτικής γραφής και της αγάπης του Μυριβήλη (και δικής μου) για τη λαϊκή γλώσσα‒ το γλωσσικό όργανο του τόπου που με φιλοξενεί επί τριακονταετία, συνηγόρησαν στην απόφαση να καταρτίσω γλωσσάρι στο έργο του Μυριβήλη, διαθέτοντας πλέον πολυετή λεξικογραφική εμπειρία από τη συστηματική ενασχόλησή μου με εκπόνηση ανάλογων γλωσσικών ερμηνευτικών εγχειριδίων στο έργο του Καζαντζάκη και του Παλαμά.

Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της γλωσσικής ταυτότητας του Μυριβήλη;

Τη γλωσσική ταυτότητα του Μυριβήλη συνθέτουν η σταθερή αγάπη και προσήλωση στη δημοτική γλώσσα, η πλαστική ευλυγισία του λόγου, η γλωσσική αρτιότητα και το γλωσσοποιητικό δαιμόνιό του, που σμιλεύει έως την τελευταία λεπτομέρεια κάθε λέξη και φράση υπηρετώντας συνειδητά και ακούραστα το αίτημα της τέλειας έκφρασης σε όλα τα λογοτεχνήματά του· τίποτε δεν του χαρίστηκε, ό,τι πέτυχε το κατόρθωσε χάρη στο γνήσιο, αστείρευτο ταλέντο του και στον διαρκή, άοκνο αγώνα του να κατακτήσει τη δημοτική γλώσσα ανασυνθέτοντας τη λαϊκή λαλιά και μετουσιώνοντάς τη σε λογοτεχνική δημιουργία· τη σαφέστερη προσφορά του στα γράμματα αποτελούν η γλωσσική επεξεργασία και επίμονη φροντίδα του αφηγηματικού λόγου, καθώς και οι νέες απροσδόκητες εννοιολογικές αποχρώσεις, οι νέοι αρμονικοί τόνοι, η νέα εκφραστική δυναμική που προσέδωσε στην αφήγησή του.

«Τρελαίνουμαι για κάθε ζωντανή λέξη της δημοτικής, τη λυπούμαι, θέλω να την τοποθετήσω σʼ ένα κείμενο να μη χαθεί».

Δώστε μας δυο-τρία ενδεικτικά παραδείγματα από αυτά που θα βρούμε στο βιβλίο σας. Στο σύνολο πόσα είναι τα λήμματα;

Το Γλωσσάρι συγκεντρώνει και ερμηνεύει επτά χιλιάδες λήμματα άγνωστων και δυσνόητων λέξεων από το σύνολο των λογοτεχνημάτων του Μυριβήλη. Ενδεικτικά:

αθιβολή η. Θέμα συζήτησης, ομιλία, λόγος· φήμη: σαν απίστευτη αθιβολή σερνόταν από στόμα σε στόμα στο χωριό (Β-Α 72). [μτγν. ἀμφιβολή].

βιζινές ο. Ζυγαριά ακριβείας κυρ. αργυραμοιβού, πλάστιγγα για ζύγισμα μικρών ποσοτήτων ή βαρών· (μτφ.): πόσες φορές ονειρεύτηκε τούτη την ευτυχία που μόνο αυτός μπορούσε να ζυγιάσει την αξία της με το βιζινέ της νοσταλγίας (Δ-Μ 1). [τουρκ. vezne].

γλέχουμαι. (Μτβ.) ορέγομαι, επιθυμώ πολύ κάτι, λαχταρώ· θαυμάζω, απολαμβάνω: σα βρέθηκαν πάνω στην τούμπα της Βίγλας, σταθήκανε για λίγο να θαμάξουνε τη θάλασσα από τʼ αψήλου ... η Αδριανή τήνε γλέχτηκε με αστραφτερά μάτια (Δ-Μ 316). [αρχ. γλίχομαι].

κοντζές ο. Κάλυκας άνθους, μπουμπούκι: και τʼ όνομά της το χάιδικο, που της ταίριαζε τόσο καλά τότες που φτεροπετούσε κορίτσι φιντανάκι σα σφιχτός κοντζές γαρουφαλιάς, άρχισε ναν τη στενοχωρά σα μια ρομπίτσα των δεκαννιά χρονώ που θα την φορούσε μια μεγάλη κοπέλα σαν που ήτανε πια σήμερα (Διηγ. 72). [τουρκ. goncekonca{η λ. στο έπος του Διγενή Ακρίτα}].

[Διευκρίνιση: Β-Α = Ο Βασίλης ο Αρβανίτης // Δ-Μ = Η Δασκάλα με τα χρυσά μάτια (1η έκδ.) // Διηγ. = Διηγήματα.]

Διαβάζοντας προσεκτικά τα λογοτεχνικά έργα του Μυριβήλη, προκειμένου να τα αποδελτιώσετε, νομίζετε ότι η χρήση λέξεων της τοπικής διαλέκτου προσθέτει κάτι το ιδιαίτερο στο λογοτεχνικό σώμα; Να το ρωτήσω κι αλλιώς: Πώς θα ήταν αυτά τα έργα χωρίς τις συγκεκριμένες λέξεις;

Αν και δεν χρησιμοποιεί λέξεις μόνο του λεσβιακού γλωσσικού ιδιώματος στα λογοτεχνήματά του ο Μυριβήλης, θα προσπαθήσω να απαντήσω στο ερώτημα υιοθετώντας την άποψη του Ι.Θ. Κακριδή, η οποία ερμηνεύει τις πρωτόγνωρες γλωσσικές επιλογές του Καζαντζάκη, αφορά όμως και λογοτέχνες που μεταχειρίζονται ευρέως στα έργα τους ιδιωματικό λόγο, όπως ο Μυριβήλης:

Όταν γυρεύεις νʼ αποφύγεις τη γλώσσα της αγοράς και φυσικά δεν μπορείς να πλάσεις μια δική σου αποξαρχής γλώσσα ικανή να σε εκφράσει, πού αλλού θα καταφύγεις, αν όχι στον παλαιότερο γλωσσικό θησαυρό του λαού σου, στα διαλεχτικά στοιχεία; Σε κάθε γλώσσα τα αρχαϊκά και τα ιδιωματικά δάνεια [...] εκπληρώνουν όλα τα αιτήματα της ποιητικής λέξης: είναι στοιχεία άτριφτα, ασυνήθιστα, όχι με το πρώτο άκουσμα κατανοητά και γιʼ αυτό φορτισμένα συναισθηματικά. Πρόσθετο συναισθηματικό βάρος παίρνουν τα αρχαϊκά στοιχεία, όταν είναι δανεισμένα από πιο παλιά, ποιητικά πάλι κείμενα.

Ο Κακριδής εξηγεί τη στάση και του έτερου πόλου της λογοτεχνίας, του αναγνώστη, απέναντι σε λογοτεχνήματα που περιέχουν λέξεις δυσερμήνευτες, ασυνήθιστες και απαιτητικές (ιδιωματικές ή νεολογισμούς):

Ο αναγνώστης, στην προσπάθειά του να κατανοήσει καθεμία από αυτές τις ασυνήθιστες λέξεις, εντείνει την προσοχή και τη φαντασία του, με αποτέλεσμα πιο πολύ να ευχαριστιέται παρά να δυσαρεστείται· κι αυτό γιατί όσο ευκολότερα κατανοητή είναι μια λέξη, όσο κανονικότερος ο σχηματισμός της, τόσο λιγότερο κατάλληλη είναι να ερεθίσει τη φαντασία του, τόσο πιο απογυμνωμένη είναι από συναισθηματικό χρώμα. Αντίθετα, η ασυνήθιστη λέξη θα του κινήσει περισσότερο τη φαντασία, θα του αναστήσει το νόημα εντονότερα, θα προκαλέσει στην ψυχή του βαθύτερη χαρά και αν είναι εραστής του ελληνικού λόγου, θα σταθεί ώρα πολλή με θαυμασμό σε καθεμιά φράση και θα γυρέψει να ξαναζωντανέψει όλα τα κινήματα της λαϊκής ψυχής που οδήγησαν στη δημιουργία της.

Η απουσία ξεχωριστού λεξιλογίου, σπάνιων γλωσσικών τύπων και δυσπρόσιτων λεκτικών στοιχείων που βρίσκονται διάσπαρτα στα λογοτεχνήματα του Μυριβήλη θα αφαιρούσε όλη την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, τη μοναδική γοητεία που περιέγραψε παραστατικά ο Κακριδής, και θα στερούσε από τους φιλαναγνώστες τη χαρά που προκαλεί η γνωριμία με γλωσσικά «διαμάντια» του λαϊκού πολιτισμικού θησαυρού.

Χαρακτηρίζετε τον Μυριβήλη ως έναν από τους «κορυφαίους δημιουργούς του νεοελληνικού και ευρωπαϊκού πνευματικού στερεώματος». Έχετε διαπιστώσει επιρροές της γραφής του σε μεταγενέστερους λογοτέχνες;

Κατά τη γνώμη μου, ο Μυριβήλης είναι σημαντική πρωτοποριακή ευρωπαϊκή πνευματική προσωπικότητα, παρότι δεν έχει αναγνωριστεί πλήρως η αξία του: Η ζωή εν τάφω είναι γνωστό ότι καινοτόμησε διεθνώς ανανεώνοντας αισθητά τη λογοτεχνία που έχει ως θέμα τον πόλεμο, την ίδια περίοδο που σύγχρονά της συναφή λογοτεχνικά έργα Ευρωπαίων δημιουργών ‒κάποια σαφώς κατώτερης ποιότητας‒ κυκλοφορούσαν σε εκατοντάδες χιλιάδες αντιτύπων, αποκτώντας δόξα που ανήκε στον Μυριβήλη. Το ερώτημά σας, σημειωτέον, θα μπορούσε να αποτελέσει πρώτης τάξεως αντικείμενο εξειδικευμένης συστηματικής έρευνας από ειδικά καταρτισμένο μελετητή· είμαι βέβαιος ότι τα συμπεράσματά της θα είναι πλούσια και άκρως ενδιαφέροντα, δεδομένου ότι η έξοχη γραφή και ο περίτεχνος λόγος του Μυριβήλη διατρέχουν το έργο και έχουν «επιθέσει» το αποτύπωμά τους σε πλήθος μεταγενέστερων καταξιωμένων σκαπανέων της ποίησης και της πεζογραφίας ‒ ίσως όχι μόνο στον ελλαδικό χώρο, καθότι τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες· ενδεικτικά, αναφέρω τον Μ. Καραγάτση (για τον οποίον οφείλω να επισημάνω ότι σε νεαρή ηλικία εξέφραζε τη δυσαρέσκειά του για τη δυσκολία κατανόησης που αντιμετώπισε πρωτοδιαβάζοντας τη Ζωή εν τάφω λόγω της γλώσσας της ‒στην εισαγωγή του Γλωσσαρίου παραθέτω σχετική μαρτυρία‒ ως λογοτέχνης όμως στη συνέχεια χρησιμοποίησε αφειδώς πληθώρα σπάνιων λέξεων και ασυνήθιστων εκφράσεων που χρήζουν γλωσσαρίου), τον Οδ. Ελύτη και τον Μ. Αναγνωστάκη.

 

Γλωσσάρι στο έργο του Στράτη Μυριβήλη
Βασίλειος Α. Γεώργας
Μύθος
601 σελ.
ISBN: 978-618-587-702-6
Τιμή: 33,00€

https://diastixo.gr/sinentefxeis/ellines/25584-vasileios-georgas

https://diastixo.gr