- Παναγιώτης Σκορδά
Ο Βασίλειος Α. Γεώργας γεννήθηκε το 1961 στην Αγγελώνα της νοτιοανατολικής Λακωνίας. Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. με ειδίκευση στις Βυζαντινές και Νεοελληνικές Σπουδές. Συνεργάστηκε με τον καθηγητή Εμμανουήλ Κριαρά στο Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών ως συντάκτης στο Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669 (το διάστημα 1985-1988) και στο Νέο Ελληνικό Λεξικό. Λεξικό της Σύγχρονης Ελληνικής Δημοτικής Γλώσσας (το διάστημα 1987-1991), που εξέδωσε η Εκδοτική Αθηνών το 1995. Τον Σεπτέμβριο του 1988 διορίστηκε μόνιμος καθηγητής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και δίδαξε σε σχολικές μονάδες του Κιλκίς για πέντε χρόνια. Από το 1993 ζει μόνιμα στη Λέσβο, διδάσκει σε σχολεία του νησιού και είναι μέλος του Συνδέσμου Φιλολόγων Λέσβου. Το 2022 κυκλοφόρησε από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης το Γλωσσάρι στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη και πριν από λίγο καιρό το Γλωσσάρι στο έργο του Στράτη Μυριβήλη από τις λεσβιακές Εκδόσεις Μύθος. Για το βιβλίο αυτό συζητάμε με τον συγγραφέα.
Ας ξεκινήσουμε από το προηγούμενο βιβλίο σας, το Γλωσσάρι στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη. Επειδή η δουλειά σας ήταν εντελώς πρωτότυπη, πώς την υποδέχτηκαν ειδικοί και αναγνώστες;
Το Γλωσσάρι στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη υπήρξε αντικείμενο θερμής υποδοχής από ευρύ αναγνωστικό κοινό ‒που πλέον προσεγγίζει ευκολότερα και κατανοεί καλύτερα τα λογοτεχνικά έργα του Κρητικού συγγραφέα‒ και αποκόμισε ευμενείς κριτικές από μελετητές, ερευνητές, κριτικούς λογοτεχνίας, που επισήμαναν ότι κάλυψε επαρκώς ένα διαπιστωμένο σοβαρό βιβλιογραφικό κενό. Τα ερμηνεύματα του Γλωσσαρίου χρησιμοποιούνται ανελλιπώς στις επανεκδόσεις των καζαντζακικών έργων από τον εκδοτικό οίκο που κατέχει τα πνευματικά δικαιώματα του Καζαντζάκη. Αξιοσημείωτο γεγονός, ως προς την ανταπόκριση του κοινού στο πόνημα, συνιστά η περίπτωση συμπαθούς συνταξιούχου γιατρού με καταγωγή από την Κρήτη, για τον οποίο το Γλωσσάρι υπήρξε πηγή έμπνευσης: οι δεκάδες κρητικές λέξεις που περιλαμβάνει πυροδότησαν τη μνήμη του, πράγμα το οποίο είχε ως αποτέλεσμα να συγγράψει ενδιαφέρον βιβλίο ποικίλων βιωμάτων και αναμνήσεων από τη μητρική του γλώσσα, αντίτυπο του οποίου μερίμνησε να μου χαρίσει. Επιστέγασμα της υποδοχής του έργου μου αποτελεί η βράβευσή του με το «Βραβείο Εμμανουήλ Ροΐδου» τον Δεκέμβριο του 2023 από την Ακαδημία Αθηνών, ύψιστη τιμή επιβράβευσης και αναγνώρισης της αξίας του.
Ποια ήταν η κεντρική ιδέα πάνω στην οποία δομείται το Γλωσσάρι;
Και τα δύο εκπονημένα Γλωσσάρια (καθώς και τα άλλα δύο αδημοσίευτα) δομούνται στον άξονα της ευκολότερης προσέγγισης ολόκληρου του λογοτεχνικού έργου των δημιουργών τους, θέτοντας ως κεντρικό στόχο τους να μην υπάρχει πλέον λέξη άγνωστη ή δυσερμήνευτη στον ενδεχόμενο αναγνώστη από κανένα λογοτέχνημα των συγκεκριμένων συγγραφέων, ώστε να βοηθηθεί στην ευχερέστερη κατανόησή τους και να συνεχίσει με αμείωτο ενδιαφέρον την «επικοινωνία» του με το έργο τους. Τα Γλωσσάρια καλύπτουν, συν τοις άλλοις, την ανάγκη διαφύλαξης και διατήρησης της σπουδαίας γλωσσικής κληρονομιάς μας: «τρελαίνουμαι για κάθε ζωντανή λέξη της δημοτικής, τη λυπούμαι, θέλω να την τοποθετήσω σʼ ένα κείμενο να μη χαθεί», ομολογεί σε επιστολή του στον πανεπιστημιακό καθηγητή Ιωάννη Θ. Κακριδή ο Καζαντζάκης το 1945· αυτή την αρχή διάσωσης της ζωντανής λαϊκής ‒προφορικής και γραπτής‒ γλωσσικής μας παράδοσης και κληροδότησής της στις μέλλουσες γενιές υπηρετούν τα Γλωσσάρια.
Με τον Στράτη Μυριβήλη τι σας παρακίνησε να ασχοληθείτε;
Από την περίοδο των πανεπιστημιακών χρόνων, ο κοινωνικός και οικογενειακός κύκλος μου διευρύνθηκε ‒έχοντας ως κέντρο αναφοράς τη σύντροφο της ζωής μου‒ με πρόσωπα από τη Λέσβο, που χρησιμοποιούσαν το τοπικό γλωσσικό ιδίωμα στον καθημερινό λόγο τους. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την έλξη που μου ασκούσε η γλώσσα του Μυριβήλη από την εφηβεία, η μετοίκησή μου (το 1993) στη Λέσβο, που καθιστούσε διαρκή την επαφή μου με τη λεσβιακή ντοπιολαλιά διατηρώντας αμείωτο το ενδιαφέρον μου, και η πρόθεσή μου να μελετήσω ‒σε περιορισμένο βαθμό, υπό το πρίσμα δηλαδή της διεισδυτικής ματιάς, της γοητευτικής γραφής και της αγάπης του Μυριβήλη (και δικής μου) για τη λαϊκή γλώσσα‒ το γλωσσικό όργανο του τόπου που με φιλοξενεί επί τριακονταετία, συνηγόρησαν στην απόφαση να καταρτίσω γλωσσάρι στο έργο του Μυριβήλη, διαθέτοντας πλέον πολυετή λεξικογραφική εμπειρία από τη συστηματική ενασχόλησή μου με εκπόνηση ανάλογων γλωσσικών ερμηνευτικών εγχειριδίων στο έργο του Καζαντζάκη και του Παλαμά.
Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της γλωσσικής ταυτότητας του Μυριβήλη;
Τη γλωσσική ταυτότητα του Μυριβήλη συνθέτουν η σταθερή αγάπη και προσήλωση στη δημοτική γλώσσα, η πλαστική ευλυγισία του λόγου, η γλωσσική αρτιότητα και το γλωσσοποιητικό δαιμόνιό του, που σμιλεύει έως την τελευταία λεπτομέρεια κάθε λέξη και φράση υπηρετώντας συνειδητά και ακούραστα το αίτημα της τέλειας έκφρασης σε όλα τα λογοτεχνήματά του· τίποτε δεν του χαρίστηκε, ό,τι πέτυχε το κατόρθωσε χάρη στο γνήσιο, αστείρευτο ταλέντο του και στον διαρκή, άοκνο αγώνα του να κατακτήσει τη δημοτική γλώσσα ανασυνθέτοντας τη λαϊκή λαλιά και μετουσιώνοντάς τη σε λογοτεχνική δημιουργία· τη σαφέστερη προσφορά του στα γράμματα αποτελούν η γλωσσική επεξεργασία και επίμονη φροντίδα του αφηγηματικού λόγου, καθώς και οι νέες απροσδόκητες εννοιολογικές αποχρώσεις, οι νέοι αρμονικοί τόνοι, η νέα εκφραστική δυναμική που προσέδωσε στην αφήγησή του.
«Τρελαίνουμαι για κάθε ζωντανή λέξη της δημοτικής, τη λυπούμαι, θέλω να την τοποθετήσω σʼ ένα κείμενο να μη χαθεί».
Δώστε μας δυο-τρία ενδεικτικά παραδείγματα από αυτά που θα βρούμε στο βιβλίο σας. Στο σύνολο πόσα είναι τα λήμματα;
Το Γλωσσάρι συγκεντρώνει και ερμηνεύει επτά χιλιάδες λήμματα άγνωστων και δυσνόητων λέξεων από το σύνολο των λογοτεχνημάτων του Μυριβήλη. Ενδεικτικά:
αθιβολή η. Θέμα συζήτησης, ομιλία, λόγος· φήμη: σαν απίστευτη αθιβολή σερνόταν από στόμα σε στόμα στο χωριό (Β-Α 72). [μτγν. ἀμφιβολή].
βιζινές ο. Ζυγαριά ακριβείας κυρ. αργυραμοιβού, πλάστιγγα για ζύγισμα μικρών ποσοτήτων ή βαρών· (μτφ.): πόσες φορές ονειρεύτηκε τούτη την ευτυχία που μόνο αυτός μπορούσε να ζυγιάσει την αξία της με το βιζινέ της νοσταλγίας (Δ-Μ 1). [τουρκ. vezne].
γλέχουμαι. (Μτβ.) ορέγομαι, επιθυμώ πολύ κάτι, λαχταρώ· θαυμάζω, απολαμβάνω: σα βρέθηκαν πάνω στην τούμπα της Βίγλας, σταθήκανε για λίγο να θαμάξουνε τη θάλασσα από τʼ αψήλου ... η Αδριανή τήνε γλέχτηκε με αστραφτερά μάτια (Δ-Μ 316). [αρχ. γλίχομαι].
κοντζές ο. Κάλυκας άνθους, μπουμπούκι: και τʼ όνομά της το χάιδικο, που της ταίριαζε τόσο καλά τότες που φτεροπετούσε κορίτσι φιντανάκι σα σφιχτός κοντζές γαρουφαλιάς, άρχισε ναν τη στενοχωρά σα μια ρομπίτσα των δεκαννιά χρονώ που θα την φορούσε μια μεγάλη κοπέλα σαν που ήτανε πια σήμερα (Διηγ. 72). [τουρκ. gonce, konca{η λ. στο έπος του Διγενή Ακρίτα}].
[Διευκρίνιση: Β-Α = Ο Βασίλης ο Αρβανίτης // Δ-Μ = Η Δασκάλα με τα χρυσά μάτια (1η έκδ.) // Διηγ. = Διηγήματα.]
Διαβάζοντας προσεκτικά τα λογοτεχνικά έργα του Μυριβήλη, προκειμένου να τα αποδελτιώσετε, νομίζετε ότι η χρήση λέξεων της τοπικής διαλέκτου προσθέτει κάτι το ιδιαίτερο στο λογοτεχνικό σώμα; Να το ρωτήσω κι αλλιώς: Πώς θα ήταν αυτά τα έργα χωρίς τις συγκεκριμένες λέξεις;
Αν και δεν χρησιμοποιεί λέξεις μόνο του λεσβιακού γλωσσικού ιδιώματος στα λογοτεχνήματά του ο Μυριβήλης, θα προσπαθήσω να απαντήσω στο ερώτημα υιοθετώντας την άποψη του Ι.Θ. Κακριδή, η οποία ερμηνεύει τις πρωτόγνωρες γλωσσικές επιλογές του Καζαντζάκη, αφορά όμως και λογοτέχνες που μεταχειρίζονται ευρέως στα έργα τους ιδιωματικό λόγο, όπως ο Μυριβήλης:
Όταν γυρεύεις νʼ αποφύγεις τη γλώσσα της αγοράς και φυσικά δεν μπορείς να πλάσεις μια δική σου αποξαρχής γλώσσα ικανή να σε εκφράσει, πού αλλού θα καταφύγεις, αν όχι στον παλαιότερο γλωσσικό θησαυρό του λαού σου, στα διαλεχτικά στοιχεία; Σε κάθε γλώσσα τα αρχαϊκά και τα ιδιωματικά δάνεια [...] εκπληρώνουν όλα τα αιτήματα της ποιητικής λέξης: είναι στοιχεία άτριφτα, ασυνήθιστα, όχι με το πρώτο άκουσμα κατανοητά και γιʼ αυτό φορτισμένα συναισθηματικά. Πρόσθετο συναισθηματικό βάρος παίρνουν τα αρχαϊκά στοιχεία, όταν είναι δανεισμένα από πιο παλιά, ποιητικά πάλι κείμενα.
Ο Κακριδής εξηγεί τη στάση και του έτερου πόλου της λογοτεχνίας, του αναγνώστη, απέναντι σε λογοτεχνήματα που περιέχουν λέξεις δυσερμήνευτες, ασυνήθιστες και απαιτητικές (ιδιωματικές ή νεολογισμούς):
Ο αναγνώστης, στην προσπάθειά του να κατανοήσει καθεμία από αυτές τις ασυνήθιστες λέξεις, εντείνει την προσοχή και τη φαντασία του, με αποτέλεσμα πιο πολύ να ευχαριστιέται παρά να δυσαρεστείται· κι αυτό γιατί όσο ευκολότερα κατανοητή είναι μια λέξη, όσο κανονικότερος ο σχηματισμός της, τόσο λιγότερο κατάλληλη είναι να ερεθίσει τη φαντασία του, τόσο πιο απογυμνωμένη είναι από συναισθηματικό χρώμα. Αντίθετα, η ασυνήθιστη λέξη θα του κινήσει περισσότερο τη φαντασία, θα του αναστήσει το νόημα εντονότερα, θα προκαλέσει στην ψυχή του βαθύτερη χαρά και αν είναι εραστής του ελληνικού λόγου, θα σταθεί ώρα πολλή με θαυμασμό σε καθεμιά φράση και θα γυρέψει να ξαναζωντανέψει όλα τα κινήματα της λαϊκής ψυχής που οδήγησαν στη δημιουργία της.
Η απουσία ξεχωριστού λεξιλογίου, σπάνιων γλωσσικών τύπων και δυσπρόσιτων λεκτικών στοιχείων που βρίσκονται διάσπαρτα στα λογοτεχνήματα του Μυριβήλη θα αφαιρούσε όλη την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, τη μοναδική γοητεία που περιέγραψε παραστατικά ο Κακριδής, και θα στερούσε από τους φιλαναγνώστες τη χαρά που προκαλεί η γνωριμία με γλωσσικά «διαμάντια» του λαϊκού πολιτισμικού θησαυρού.
Χαρακτηρίζετε τον Μυριβήλη ως έναν από τους «κορυφαίους δημιουργούς του νεοελληνικού και ευρωπαϊκού πνευματικού στερεώματος». Έχετε διαπιστώσει επιρροές της γραφής του σε μεταγενέστερους λογοτέχνες;
Κατά τη γνώμη μου, ο Μυριβήλης είναι σημαντική πρωτοποριακή ευρωπαϊκή πνευματική προσωπικότητα, παρότι δεν έχει αναγνωριστεί πλήρως η αξία του: Η ζωή εν τάφω είναι γνωστό ότι καινοτόμησε διεθνώς ανανεώνοντας αισθητά τη λογοτεχνία που έχει ως θέμα τον πόλεμο, την ίδια περίοδο που σύγχρονά της συναφή λογοτεχνικά έργα Ευρωπαίων δημιουργών ‒κάποια σαφώς κατώτερης ποιότητας‒ κυκλοφορούσαν σε εκατοντάδες χιλιάδες αντιτύπων, αποκτώντας δόξα που ανήκε στον Μυριβήλη. Το ερώτημά σας, σημειωτέον, θα μπορούσε να αποτελέσει πρώτης τάξεως αντικείμενο εξειδικευμένης συστηματικής έρευνας από ειδικά καταρτισμένο μελετητή· είμαι βέβαιος ότι τα συμπεράσματά της θα είναι πλούσια και άκρως ενδιαφέροντα, δεδομένου ότι η έξοχη γραφή και ο περίτεχνος λόγος του Μυριβήλη διατρέχουν το έργο και έχουν «επιθέσει» το αποτύπωμά τους σε πλήθος μεταγενέστερων καταξιωμένων σκαπανέων της ποίησης και της πεζογραφίας ‒ ίσως όχι μόνο στον ελλαδικό χώρο, καθότι τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες· ενδεικτικά, αναφέρω τον Μ. Καραγάτση (για τον οποίον οφείλω να επισημάνω ότι σε νεαρή ηλικία εξέφραζε τη δυσαρέσκειά του για τη δυσκολία κατανόησης που αντιμετώπισε πρωτοδιαβάζοντας τη Ζωή εν τάφω λόγω της γλώσσας της ‒στην εισαγωγή του Γλωσσαρίου παραθέτω σχετική μαρτυρία‒ ως λογοτέχνης όμως στη συνέχεια χρησιμοποίησε αφειδώς πληθώρα σπάνιων λέξεων και ασυνήθιστων εκφράσεων που χρήζουν γλωσσαρίου), τον Οδ. Ελύτη και τον Μ. Αναγνωστάκη.
Γλωσσάρι στο έργο του Στράτη Μυριβήλη
Βασίλειος Α. Γεώργας
Μύθος
601 σελ.
ISBN: 978-618-587-702-6
Τιμή: 33,00€
https://diastixo.gr/sinentefxeis/ellines/25584-vasileios-georgas
https://diastixo.gr/