Τρίτη 9 Ιουνίου 2026

Αλεξάνδρα Χριστακάκη: «Στα σπλάχνα της Σερίφου»

 


Όταν πήρα στα χέρια μου το βιβλίο Στα σπλάχνα της Σερίφου, που επιμελήθηκε η Αλεξάνδρα Χριστακάκη, ήμουν επιφυλακτικός. Σκέφτηκα ότι ένα βιβλίο για την εργασία στα μεταλλεία σίγουρα θα περιγράφει κακές συνθήκες εργασίες, κινδύνους, ατυχήματα, τραγωδίες. Ωστόσο, τι πραγματικά νέο θα είχε να συνεισφέρει ένα τέτοιο βιβλίο;

Έκανα λάθος. Το ερώτημά μου απαντήθηκε με την ανάγνωση του εν λόγω βιβλίου, που περιλαμβάνει μαρτυρίες των τελευταίων εν ζωή εργατών των μεταλλείων της Σερίφου και κάποιων απογόνων τους. Να λοιπόν κάποια πράγματα που εγώ τουλάχιστον έμαθα και κατάλαβα διαβάζοντάς το.

Έμαθα, κατ’ αρχάς, ότι αυτά τα σκοτεινά πράγματα δεν είναι τόσο μακρινά, αλλά συνέβαιναν έως και το 1963, δηλαδή μόλις δύο γενιές πριν. Έμαθα για παράδειγμα ότι το ΙΚΑ, η ασφάλιση των εργατών, ήρθε στη Σέριφο μόλις το 1955. Αλλά και πάλι η ασφάλιση ήταν κατά κάποιον τρόπο η εξαίρεση, καθώς «ένσημα μας έβαζαν μόνο όταν γκρινιάζαμε», όπως λέει ο Ζαννής Λιβάνιος.

Αυτό που σε κάθε περίπτωση εξοργίζει είναι το γεγονός της παντελούς απουσίας του κράτους. Στο βιβλίο, δηλαδή στις διηγήσεις των ανθρώπων, το κράτος δεν υπάρχει πουθενά.

Έμαθα νέες λέξεις. Παραμέντα, καμινέτα, μούρα, λούκια, βίντσια, βάσεις, κουτραπέζα, κοτσαδούρες, κούνιες, ράγες, τραβέρσες, γαδούρες, ξυλόφρενα, πλάκες, σπάλες, καρδιές, κλειδιά, πιστόλια, παραμίνες, στρατσόχαρτα, τακαδόροι, μίτσες, πασαβάδια, πιστολαδόροι, ξυλοδέτες. Λέξεις άγνωστες, λέξεις ξεχασμένες, λέξεις που καθώς τις έγραφα στον υπολογιστή ο διορθωτής μού τις υπογράμμιζε ως λανθασμένες, αλλά ωστόσο λέξεις «με σημασία», λέξεις ενός κόσμου που υπήρξε. Και μέσα από αυτές τις λέξεις μπόρεσα να αναπλάσω τον κόσμο των μεταλλείων, που διαφορετικά πολύ δύσκολα θα μπορούσα να κατανοήσω. Όπως με τις λέξεις του Καββαδία μπορείς καλύτερα να προσεγγίσεις τη σκληρή ναυτική ζωή, με τον ίδιο τρόπο –δηλαδή με τις λέξεις που διασώζει το βιβλίο αυτό– μπορούμε να φανταστούμε την ακόμα λιγότερο μαγική ζωή των μεταλλεργατών.

Το βιβλίο σε φέρνει αντιμέτωπο με την πραγματικότητα της παιδικής εργασίας. Γιατί είναι άλλο πράγμα να φαντάζεσαι παιδιά να δουλεύουν και άλλο να διαβάζεις ότι ο Αντώνης Λιβάνιος μπήκε στο μεταλλείο σε ηλικία 13 ετών, ο Γιώργος Μαγουλάς στα 14, ο Γιώργος Μαθιουδάκης στα 12,5, ο Αντώνης Γεροντάρης στα 16 και ο Τάσος Κουζούπης μόλις στα 12 του. Όπως λέει στο βιβλίο ο τελευταίος (Κουζούπης), «δεν πηγαίναμε Γυμνάσιο. Μετά το Δημοτικό όλοι δουλεύαμε στο μεταλλείο. Μπορεί να ήμαστε και 100 παιδιά που δουλεύαμε από τα 15 μας χρόνια».

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Το βιβλίο σε εξοικειώνει ακόμα με τον καθημερινό φόβο του εργατικού ατυχήματος, με τη φράση «έμπαινες και δεν ήξερες αν θα βγεις». Αλλά και με την τρομερή στιγμή του δυστυχήματος, όταν κάποιος «καταπλακώνεται». Το βιβλίο καταγράφει και περιγράφει τον θάνατο του Ιωσήφ Ξυπνητού, του Παπάλη και του Γιώργου Κουζούπη και –δίκαια– διασώζει τα ονόματά τους από τη λήθη. Διόλου αμελητέο.

Διαβάζοντάς το, νομίζω ερχόμαστε πιο κοντά στην κατανόηση αυτού που σήμερα μας φαίνεται ακατανόητο: αφού οι άνθρωποι κινδύνευαν και γνώριζαν τον κίνδυνο, τότε γιατί δέχονταν να δουλεύουν σε μια τέτοια δουλειά; Επ’ αυτού, μια φράση επανέρχεται χαρακτηριστικά στο βιβλίο: «Δεν είχαμε άλλη επιλογή». Τόσο απλό και ταυτόχρονα τόσο δύσκολο να το καταλάβουμε. Ωστόσο, αν αυτή η φράση μάς φαίνεται μη πειστική, οι εικόνες που αποτυπώνει το βιβλίο απαντούν στη δυσπιστία μας. Η εικόνα των –άκληρων– ανθρώπων που ξυπνάνε πολύ πριν χαράξει και περπατάνε για ώρες για να φτάσουν στην πύλη του μεταλλείου, όπου θα γίνει η διαλογή, είναι απολύτως χαρακτηριστική. Όπως και η διαλογή των εργατών με το μπαστούνι. Και το γεγονός ότι οι ίδιοι οι εργάτες πλήρωναν τις λάμπες της ασετυλίνης και τις δερμάτινες αρβύλες της δουλειάς. Γιατί πράγματι, δεν είχαν άλλη επιλογή.

Αυτό που σε κάθε περίπτωση εξοργίζει είναι το γεγονός της παντελούς απουσίας του κράτους. Στο βιβλίο, δηλαδή στις διηγήσεις των ανθρώπων, το κράτος δεν υπάρχει πουθενά. Δεν επιτηρεί τις συνθήκες ασφάλειας, είναι απόν όταν κάποιος παθαίνει ατύχημα, δεν ασφαλίζει τους εργάτες, δεν διασφαλίζει ότι θα πάρουν τα δεδουλευμένα, δεν κάνει κανέναν έλεγχο για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και της θάλασσας, δεν προνοεί καν να εισπράξει τους φόρους από τα κέρδη των μεταλλείων. Η όλη συνθήκη είναι κυριολεκτικά αποικιακή. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο είναι παράδοξο –αλλά ίσως όχι και τόσο– ότι όλοι όσοι μιλούν λένε καλά λόγια για το σωματείο. Είναι προφανές ότι το σωματείο είναι η μοναδική φωνή εξισορρόπησης των πραγμάτων.

Το βιβλίο ακόμα μας εξηγεί αυτό που περιγράφεται από τον Τάσο Κουζούπη ως ένας διαρκής εκβιασμός. Η εταιρεία σού χρωστά λεφτά και γι’ αυτόν τον λόγο σε υποχρεώνει να δουλέψεις για να πληρωθείς τα ήδη δεδουλευμένα, ενώ –όταν τελικά σου τα καταβάλει– θα σου οφείλει τα επόμενα. Φαύλος κύκλος. Οι άνθρωποι μιλούν για την προφανή αδικία να είσαι απλήρωτος και να βλέπεις τα αφεντικά να ευημερούν. Όπως λέει χαρακτηριστικά και ο Γιώργος Μαθιουδάκης, «οι εργολάβοι δήλωναν πτώχευση, ενώ οι ίδιοι παρέμεναν πάμπλουτοι».

Το βιβλίο μιλά ακόμα για την αρπαγή της γης. Για τον μηχανισμό σύμφωνα με τον οποίο κάποιος, προκειμένου δήθεν να σου προσφέρει δουλειά, εγκαθιστά ένα κτίσμα στην ιδιοκτησία σου και μετά τη διεκδικεί. Αυτές είναι οι συνθήκες υπό τις οποίες σήμερα η γη διεκδικείται από τους επίγονους των παλιών ιδιοκτητών. Όχι βέβαια για μεταλλευτικές δραστηριότητες, αλλά για τη «βαριά βιομηχανία» του τουρισμού.

Τέλος, υπάρχουν δύο φράσεις αντιφατικές μεταξύ τους, που νομίζω ότι περιγράφουν τη διάθεση αυτών των ανθρώπων απέναντι στη σκληρότητα που έζησαν. Η μία είναι η φράση: «Μακριά από τη στοά και τα μεταλλεία!» του Αντώνη Λιβάνιου και η άλλη η φράση της Κατερίνας Δουγέκου: «Ακόμα και σήμερα που βλέπω όνειρα, βλέπω το Μέγα Λειβάδι των παιδικών μου χρόνων».

Κλείνεις το βιβλίο με μια μικρή ανακούφιση στη σκέψη ότι οι συνθήκες εργασίας έχουν βελτιωθεί, ότι οι αγώνες των εργαζομένων είχαν αποτέλεσμα, όσο κι αν σήμερα τα εργατικά δυστυχήματα δεν έχουν εκλείψει. Αλλά και με την αίσθηση της αδικίας για την εκ νέου απόπειρα ιδιοποίησης της γης και της συνείδησης ότι ο πλούτος που έχει δημιουργηθεί δεν είναι ιερός, αλλά είναι αποτέλεσμα κλοπής της γης και υπερεκμετάλλευσης ανθρώπων και φυσικών πόρων.

Στο βιβλίο της Αλεξάνδρας Χριστακάκη οι επιζώντες εργάτες αναφέρονται με δέος στη μεγάλη απεργία του 1916, αν και δεν την έζησαν. Αποτελεί γι’ αυτούς ένα σημείο αναφοράς, έμπνευσης και υπερηφάνειας. Ας κρατήσουμε αυτή την εργατική υπερηφάνεια, προκειμένου να μας δεσμεύει ως οδηγός στις δικές μας επιλογές, ατομικές και συλλογικές.

[Ο Βασίλης Παπαστεργίου είναι δικηγόρος.]

 

Στα σπλάχνα της Σερίφου
Μαρτυρίες των τελευταίων εν ζωή εργατών στα μεταλλεία
Έρευνα – Συνεντεύξεις – Επιμέλεια: Αλεξάνδρα Χριστακάκη
Εκδόσεις Πυξίδα της Πόλης
152 σελ.
ISBN 978-618-58-8815-2
Τιμή €15,00

https://diastixo.gr/kritikes/diafora/25886-splaxna-serifou


https://diastixo.gr/  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου