Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

Ανδρέας Καρκαβίτσας: «Η Λυγερή»

 


Στην εμπεριστατωμένη Εισαγωγή του έργου Η Λυγερή του Ανδρέα Καρκαβίτσα, ο σημαντικός πανεπιστημιακός καθηγητής Γιάννης Παπακώστας, που υπογράφει τα εισαγωγικά κείμενα και είναι υπεύθυνος για τη φιλολογική εποπτεία σε όλους τους τόμους της σειράς, μας δίνει τη δεκαετία του 1880, γενιά του Παλαμά αλλιώς: μια μελέτη συστηματική, μια ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας στα μέτρα της περίστασης. Αδρομερώς ας αναφέρουμε ότι οι λογοτέχνες της γενιάς αυτής, αποβλέποντας στην ανανέωση της πεζογραφίας μας, άφησαν πίσω τους τον ρομαντισμό, έσκυψαν με ενδιαφέρον στον καθημερινό άνθρωπο και έβαλαν στο κέντρο της δημιουργίας τους την κοινωνική πραγματικότητα.

Ο καθηγητής, πέραν της γνωστής βιβλιογραφίας, ερεύνησε και τις πρωτογενείς πηγές, Τύπο, ημερήσιο και περιοδικό –άρθρα, σχόλια, μελέτες–, όπου αντικατοπτρίζεται το νέο πνεύμα. Μεταξύ άλλων, μας μιλάει για τη μορφοποίηση των στοιχείων του λόγου και την επισήμανση ενός νέου διαφωτισμού, κατά τον Κ.Θ. Δημαρά, για τους μεγάλους –μεταξύ άλλων– Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και Γεώργιο Βιζυηνό και, γενικώς, για τους συγγραφείς της γενιάς που συνέδεσαν τα ήθη και έθιμα της ελληνικής γης με τα προσωπικά τους βιώματα.

Από τα περιοδικά, αναλυτικότερα θα ασχοληθεί με την Εστία, την οποία ο Παπαδιαμάντης είχε αποκαλέσει «μονάκριβον περιοδικόν» που έδωσε «γενναίαν ώθησιν» στο διήγημα, κατά τον διευθυντή του Γεώργιο Κασδόνη, και άνοιξε τις σελίδες του στους νέους συγγραφείς.

 

Η επανέκδοση του έργου από τον Σύλλογο προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων (ΣΩΒ) είναι μεγάλη στιγμή για την επανασύνδεση του Καρκαβίτσα με τη σύγχρονη εποχή.

Και ενώ η παρότρυνση είναι να αποφευχθούν οι ευρωπαϊκές επιδράσεις, έρχεται η μεταφρασμένη στα ελληνικά νατουραλιστική Νανά του Ζολά δημοσιευμένη σε συνέχειες στον Ραμπαγά. Το έργο προξένησε αντιδράσεις, λόγω του τολμηρού του θέματος, μερικοί μάλιστα το θεώρησαν λογοτεχνική «πανώλη». Ο Παλαμάς όμως απεφάνθη ότι οι όροι ρεαλισμός και νατουραλισμός δεν είναι αβασάνιστες θεωρίες της στιγμής, αλλά συνιστούν «Αναγέννησιν». Ακολουθούν πληροφορίες για το γλωσσικό ζήτημα, θέσεις και αντιθέσεις, συγκρούσεις, με αποκορύφωμα τα «Ευαγγελικά» και τα «Ορεστειακά».

Ο Καρκαβίτσας, που είναι και η αφορμή αυτού του κειμένου, «στράφηκε εναντίον του αφιονισμένου πλήθους, τονίζοντας ότι η γλώσσα είναι ένας ζωντανός οργανισμός και εξελισσόμενος αναζητεί νέους εκφραστικούς τρόπους». Δημοσιεύει διηγήματά του σε εφημερίδες και περιοδικά, προσηλωμένος σε ό,τι υπηρετεί το έθνος, τη Μεγάλη Ιδέα και το εθνικό όραμα, ενώ με τη στήριξη του Παλαμά ανεβαίνει στα ύψη και κατατάσσεται στους σημαντικούς δημιουργούς με μεγάλη απήχηση. Μετά το 1904 όμως παρουσιάζει κάμψη, την οποία παραδέχεται και ο ίδιος, δυσαρεστημένος και από την κριτική που του ασκήθηκε.

Στα έργα του αντικατοπτρίζεται μια κοινωνία «ιστορικά και πολιτιστικά αναπλασμένη», διαβάζουμε στη διεξοδική μελέτη του Γιάννη Παπακώστα, με τη ρεαλιστική απεικόνιση, την ψυχολογική διείσδυση, τις δεισιδαιμονίες και τις προκαταλήψεις, την εκμετάλλευση, την αδικία και όλα αυτά με ένα λεξιλόγιο αντλημένο από τη στεριανή ή τη θαλασσινή γλώσσα, ανάλογα με την εκάστοτε περίπτωση.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Βεβαίως, ο Καρκαβίτσας έζησε σε μια εποχή, στην οποία έχει εισβάλει το ξένο θέατρο, η «υψηλή τέχνη» που, κατά τον Παλαμά, μπορούσε να συγκινήσει και τους πολλούς και τους λίγους «ανάλογα με την ευαισθησία τους» και όχι με «τη νοημοσύνη των πορτιέρηδων». Το ίδιο και ο Ξενόπουλος. Ο Καρκαβίτσας, ειρωνικός και επιθετικός», γράφει πάντα ο Παπακώστας, υπεραμύνθηκε της «ψυχής του λαού» και ο Αργύρης Εφταλιώτης, συμφωνώντας μαζί του, υποστήριξε πως τα έργα των Ευρωπαίων δημιουργών αλλοιώνουν τη φυσιογνωμία του ελληνικού λαού. Μετά τον θάνατο του Καρκαβίτσα, ο Παλαμάς επανέλαβε την υποστήριξή του, ονοματίζοντάς τον «αναγεννητή της νεοελληνικής διηγηματογραφίας». Ωστόσο, στάθηκε αρνητικός απέναντι στις νεωτεριστικές τάσεις της εποχής ακόμα και στα κτήρια της Αθήνας· τη γνωστή Τριλογία –Εθνική Βιβλιοθήκη, Πανεπιστήμιο, Ακαδημία–, το Ζάππειο Μέγαρο, το κτήριο του Αρχαιολογικού Μουσείου και του Αστεροσκοπείου. Παρ’ όλα αυτά, η εφημερίδα του Βλάση Γαβριηλίδη Ακρόπολις, πέραν των άλλων θεμάτων της, άνοιξε τα φύλλα της και στο βιβλίο «ως πολιτισμικό αγαθό». Το ίδιο έκαναν και άλλες εφημερίδες και περιοδικά.

Η Λυγερή, η Ανθή, κόρη του μεγαλέμπορα Παναγιώτη Στριμμένου, στον Νομό Ηλείας, πατρίδα του λογοτέχνη, τηρεί και το γράμμα και τον νόμο της λογοτεχνικής ιδεολογίας του Καρκαβίτσα, ο οποίος εισχωρεί στην ψυχή των απλών και, συνήθως, τελείως αγράμματων ανθρώπων της ελληνικής επαρχίας. Το ύφος, ο λόγος, η όλη συμπεριφορά, γυρίζουν γύρω από έναν άξονα. Την Ανάγκη, όπως θα λέγαμε στην τραγωδία, από την οποία κανείς δεν μπορεί να παρεκκλίνει, ούτε και η ηρωίδα του, η ωραία και λυγερόκορμη μοναχοκόρη του πλούσιου μεγαλέμπορα, η οποία θα υποκύψει στην πίεση του πατέρα και θα παντρευτεί τον «χονδρόν» (με όσα απωθητικά χαρακτηριστικά απορρέουν από τον προσδιορισμό του γαμπρού) παραγιό του μαγαζιού, εγκαταλείποντας τον ωραίο, ελεύθερο και λεβέντη «καρολόγο» που αγαπά. Έτσι, η Λυγερή με τα κάλλη και τις αρετές της θα συμβιβαστεί, γιατί η Ανάγκη θα της ψαλιδίσει τα φτερά και θα γίνει αυτό που επιβάλλει ο νόμος του πατρός, ενώ ο μέλλων σύζυγος βλέπει την κόρη ως μέσο για κοινωνική αναρρίχηση –ο νόμος του χρήματος– και η Λυγερή θα θαφτεί ζωντανή στον τάφο-γάμο, που είναι ο νόμος της φύσης. Αυτός ο αταίριαστος γάμος θα αποδειχτεί με τον τρόπο του «επιτυχής», αφού η Λυγερή Ανθή θα αφομοιωθεί από τον χονδρόν έμπορο σύζυγό της: «εις τοιαύτην χονδροειδή αναισθησίαν κατήντησε τώρα η Ανθή». Όμως εδώ θα αναπτυχθεί μεγάλη φιλολογία, υπέρ και κατά της θέσης, οπότε «η Λυγερή είναι η εμπλοκή του Καρκαβίτσα (και) στο γυναικείο ζήτημα».

Η καθηγήτρια Γεωργία Γκότση, που έκανε την επιμέλεια του κειμένου και υπογράφει το Γλωσσάρι και το Επίμετρο, κάνει λόγο για εσωτερική σύγκρουση της Ανθής, για «εξάρτηση του ατόμου από το κοινωνικό περιβάλλον του και τις δυνάμεις της φύσης». Αναφέρεται επίσης στον επιστημονικό λόγο, τη θεωρία του Δαρβίνου, τον φιλοσοφικό θετικισμό του Αυγούστου Κοντ και την εφαρμογή του στη λογοτεχνία του Ιππολύτου Ταιν, τον ρεαλισμό και νατουραλισμό, θεωρίες που επηρέασαν τη γραφή των λογοτεχνών του 1880, όλα εκείνα τα οποία, κατά τον Ταιν, αποτελούν το Milieu – φυσικός, ηθικός, πνευματικός, κοινωνικός και υλικός περίγυρος, μέσα στον οποίο ζουν οι ήρωες (φυλή, περιβάλλον και στιγμή, κατά τον Δαρβίνο), που διαμορφώνουν τη λογοτεχνία. Εν τέλει, θεωρεί τον Καρκαβίτσα ιδεολογικό, πολιτικό, κοινωνικό και γλωσσικό αναμορφωτή. Συγκεκριμένα, λέει ότι: «Ο εθιμικός τρόπος ζωής ρυθμίζει αδιάλλακτα τη σκέψη και τις αντιδράσεις των γυναικών», επιμένοντας στη λαογραφική περιέργεια, τη νοσταλγική μνήμη και την αληθοφανή αναπαράσταση της πραγματικότητας, για «να αποδώσει την αλήθεια για τη θέση της γυναίκας στην παραδοσιακή κοινωνία», αλλά και την πίστη στη «φυσική νομοτέλεια».

Η ηθογραφία της γενιάς αυτής είναι εθνογραφική, με ρεαλιστική αποτύπωση του ελληνικού τόπου, που ακολουθεί και την παρότρυνση του Νικολάου Πολίτη στην προκήρυξη «προς συγγραφήν ελληνικού διηγήματος» του περιοδικού Εστία το 1883. Στόχος των λογοτεχνών η ανάδειξη του λαογραφικού πλούτου και της ελληνικής ψυχής. Έτσι, ο Καρκαβίτσας, κοντά στα μάγια, στοιχειά, θρύλους, εξορκισμούς, μίλησε και για τη σκληρότητα με την οποία αντιμετωπίζεται η Ανθή, και κάθε γυναίκα, από τον άνδρα που αγαπά, από τον άλλο που παντρεύεται, από πατέρα, μητέρα και πεθερά, πάππου προς πάππου. Μίλησε ακόμα για την εμπορευματοποίηση της ζωής, όπου επιβάλλεται το δίκαιο του πιο «έξυπνου», και για την καταστροφή των εσωτερικών δεσμών των μελών της οικογένειας και της κοινωνίας. Όλα αλλάζουν και ποιος ευθύνεται γι’ αυτές τις αλλαγές; Η απάντηση δίνεται από κάθε κατεύθυνση, επιστημονική και προσωπική.

Και όλα αυτά με την καθαρεύουσα γλώσσα του αφηγητή, αλλά και τη δυναμική δημοτική των ηρώων για την ανάδειξη της δύναμης της γλώσσας του λαού.

Η επανέκδοση του έργου από τον Σύλλογο προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων (ΣΩΒ) είναι μεγάλη στιγμή για την επανασύνδεση του Καρκαβίτσα με τη σύγχρονη εποχή.

 

Η Λυγερή
Ανδρέας Καρκαβίτσας
Επιμέλεια κειμένου – Επίμετρο – Γλωσσάρι: Γεωργία Γκότση
Φιλολογική εποπτεία – Εισαγωγή: Γιάννης Παπακώστας
Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων
416 σελ.
ISBN 978-618-5683-25-2
Τιμή €18,00

Η Ανθούλα Δανιήλ είναι δρ Φιλολογίας, συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας, μέλος της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών και μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.  


https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/25892-andreas-karkabitsas-i-ligeri


https://diastixo.gr


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου