Κυριακή, 24 Δεκεμβρίου 2017

«Ρίζες» του Δημήτρη Μακρίδη

Οι διακοπές των Χριστουγέννων με βρήκαν στο χωριό της μητέρας μου. Από τη μία η κεκτημένη συνήθεια, από την άλλη η επείγουσα ανάγκη για μετρητά στις 24 του Δεκέμβρη, πάταγα τα χώματα του ηρωικού Κουτσόπυργου. Ήθελα να βρω αγοραστή για τα κτήματα με τις ελιές που είχα κληρονομήσει μετά το θάνατό της. Είχα στο μυαλό μου να ξεκινούσα με τα λεφτά αυτά μια ιδιαίτερη επιχείρηση στην πρωτεύουσα. Ένα εστιατόριο-καφετέρια για αυτούς που δουλεύουν στις κανονικές καφετέριες. Σκοπός μου ήταν να μαζεύονται σε μένα παράωρα και να συζητάνε τα προβλήματά τους, όπως συμβαίνει στο μουσικό ή στο καλλιτεχνικό καφενείο. Τα είχα όλα σκεφτεί για τη διακόσμηση του χώρου. Θα άπλωνα δύο παλιά τραπεζομάντιλα, θα κρέμαγα μια κιθάρα που έπαιζα στο δημοτικό και ό,τι άλλο ήθελα να πετάξω από το σπίτι. Θα έπαιρνα και ό,τι άλλη παλιατζούρα έβρισκα στο χωριό και το μαγαζί θα ήταν έτοιμο. Το μόνο που δεν είχα ήταν λεφτά για την εκκίνηση, έτσι η πώληση του κτήματος φάνταζε η μόνη λύση.
«Να φύγω εγώ πρώτα και μετά να το κάνετε ό,τι θέλετε» έλεγε στα τελευταία η μητέρα σε μένα και τα αδέρφια μου για το κτήμα. Ήταν τότε που παρόμοιες σκέψεις μάς τριγυρνούσαν το μυαλό. Συνδύασα λοιπόν τη δουλειά με εκδρομή στα μητρικά εδάφη και έκατσα κάποιες μέρες στο χωριό φιλοξενούμενος στο σπίτι της θείας μου. Ωραία η ύπαιθρος! Για τρεις, τέσσερις μέρες είναι ό,τι πρέπει, όπως λέει ειρωνικά ένας φίλος. Άσε που θα έβλεπα συγγενείς και φίλους που είχαν ανέβει για διακοπές. Θυμήθηκαν και αυτοί έστω από ανάγκη τα μέρη τους, γιατί τα τετραήμερα στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες είναι πλέον απαγορευτικά. Άλλωστε και εδώ έχει χιόνι και κρύο, όπως υποκριτικά δικαιολογούνταν κάποιοι που είχαν να φανούν χρόνια.
Είναι οι μέρες που ο Άνω και Κάτω Κουτσόπυργος είναι μονοιασμένοι. Δεν τσακώνονται για το ποιος παίρνει περισσότερο νερό, για το πού θα γίνει η παρέλαση για την εθνική επέτειο. Οι ντόπιοι θέλουν να δείξουν καλό πρόσωπο σε αυτούς που έρχονται από κάθε γωνιά της χώρας και του εξωτερικού. Άλλωστε, έχουν μέρες να τσακώνονται τον υπόλοιπο χρόνο.
Από το πρωί βρισκόμουν στο κεφαλοχώρι κουβεντιάζοντας για τα συμβόλαια. Με τα πολλά η ώρα είχε φτάσει σχεδόν μεσημέρι. Κουρασμένοι αφήσαμε την μισοτελειωμένη κουβέντα για την μεθαυριανή μέρα. Αποφάσισα να κάνω μια βόλτα στους κεντρικούς δρόμους της μικρής πόλης πριν γυρίσω στο χωριό. Βρήκα παλιούς γνώριμους στο στέκι της νεολαίας και με τις παραινέσεις τους έκατσα. Ήταν ένα μαγαζί μαϊμού, κακέκτυπο της διασκέδασης στην πόλη που προσπαθεί απελπιστικά να της μοιάσει. Το μόνο καλό ήταν πως είχε θέα όλη την κεντρική οδό που γινόταν το σουλάτσο. Κόσμος περνούσε πέρα δώθε ανταλλάσοντας ευχές με φίλους, γνωστούς και μαλακογνωστούς. Θα παρατηρούσα από εκεί τα πάντα προσπαθώντας να μαντέψω αν ο κόσμος είναι ή κάνει τον χαρούμενο σε αυτή την καλοκουρδισμένη παράσταση.
Από την πρώτη στιγμή τον ξεχώρισα στο πολύβουο πλήθος που ανεβοκατέβαινε. Ήταν όλη η παράταιρη εμφάνιση που φανέρωνε πως ήταν κάτι το ξένο σε τούτα τα μέρη. Μπροστά μου έβλεπα ένα μικρό ανθρωπάκι, με σγουρά άσπρα μαλλιά και φροντισμένα μούσια. Το άσπρο πουλόβερ, παρόλο που κρυβόταν σχεδόν ολόκληρο στο κατάμαυρο παλτό, τον έκανε κυριολεκτικά και μεταφορικά σαν τη μύγα μες στο γάλα. Στο δεξί του χέρι κρατούσε ένα αδιάβροχο, φανερώνοντας άνθρωπο που υπολόγιζε το παραμικρό, μέχρι και τα λίγα σύννεφα που σιγά σιγά μαζεύονταν. Τα μάτια του έδειχναν διαπεραστικά και ανιχνευτικά χωρίς να γίνονται αδιάκριτα. Όλο το σουλούπι, παρόλο τα παλιά ρούχα, φανέρωνε μια γοητεία που κανείς χρόνος δεν βρέθηκε ικανός να τη διαγράψει. Το ατημέλητο ντύσιμο δεν μου κόλλαγε σε αυτό το φωτισμένο πρόσωπο. Φορώντας του ένα μπλέιζερ μπροστά σου θα είχες έναν Άγγλο ευπατρίδη. Μαυρισμένο εξαιτίας ίσως της διαμονής του για χρόνια στις Ινδίες.
Προχωρούσε χαμένος στις σκέψεις του χωρίς να προσέχει τους γύρω του που φλυαρούσαν ακατάσχετα. Τον πήρα και εγώ στο κατόπι αφήνοντας τους φίλους μου που ήταν χαμένοι στα κινητά τους. Σχεδόν έτρεχα να τον προλάβω. Το γοργό και σταθερό του βήμα ήταν βγαλμένο από τα παρισινά και βιεννέζικα βουλεβάρτα. Οι μεγάλες όμως δρασκελιές φανέρωναν άνθρωπο του βουνού. Σίγουρα θα είχε περάσει παλιότερα από τούτα τα μέρη. Αν πρόσεχες και το μελαγχολικό του βλέμμα θα σου φανέρωνε πως ήταν οργανικό κομμάτι τους, όπως θα ανακάλυπτα στη συνέχεια.
Περπάταγα αλάργα αλλά σταθερά δίπλα του. Τα μάτια του έπαιζαν νευρικά, δεξιά και αριστερά. Εικόνες έρχονταν στο μυαλό του και τις συνδύαζε με αυτά που έβλεπε. Προσπαθούσε να βρει παλιά σημεία στην πόλη που είχε σχεδόν εξ ολοκλήρου χτιστεί μετά τον πρόσφατο σεισμό. Σαν ένας εμιγκρές που επέστρεψε μετά από καιρό στον τόπο του. Στα ερείπια του παλιού Γυμνασίου το βήμα του απότομα επιβράδυνε. Οι ανάσες του έβγαιναν τώρα πιο βαθιές. Σαν από βαθύ πηγάδι.
Όλες οι ενδείξεις μαρτυρούσαν πως θα ήταν σίγουρα αυτός. Το θρυλικό πρόσωπο που άκουγα στις διηγήσεις των μεγάλων και είχε πάρει μυθικές διαστάσεις στο παιδικό μου μυαλουδάκι. Ο Άγγελος Ξανθίππης, ο άνθρωπος που έκανε περήφανο το χωριό στη μακρινή Χιλή. Έφτασε με πενήντα δολάρια σε μια τρύπια κάλτσα και βρέθηκε να ανεβοκατεβάζει κυβερνήσεις με τη δύναμή του στη χώρα της Νότιας Αμερικής. Τώρα είχε πιάσει πραγματική δουλειά στα χαλάσματα. Τα χέρια του είχαν ασπρίσει από τη σκόνη έχοντας γίνει προέκταση του πουλόβερ. Έβγαλε με προσοχή ένα τσίγκο μέσα από σπασμένες πέτρες. Έτριψε με το μαντίλι του την ταμπέλα ώσπου φάνηκε με ξεθωριασμένα γράμματα δύο λέξεις: «Γυμνάσιο Αρρένων». Στη συνέχεια σήκωσε και μύρισε με κλειστά τα μάτια ένα μάτσο παλιοσίδερα. Ήταν κάποια απομεινάρια από την παλιά πόρτα του σχολείου. Θα τη φαντάστηκε όρθια με τον εαυτό του να βγαίνει τρέχοντας με τους φίλους του. Έβαλε ένα μικρό κομμάτι στην τσέπη και συνέχισε την πορεία του.
Προσπάθησα να κρατηθώ για να μη φωνάξω. Είχα τον γίγαντα Ξανθίππη δίπλα μου ολοζώντανο. Τον φανταζόμουν γύρω στα δύο μέτρα μα από κοντά τον περνούσα στο ύψος. Ήταν τέκνο μιας πολυμελούς οικογένειας που σκόρπισε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Σχεδόν συνομήλικος και γείτονας της μητέρας μου. Κρατούσε μάλιστα και αλληλογραφία, που ποτέ δεν μας την έδειχνε. Μα για αυτό τον αναγνώρισα. Τον είχα δει φευγαλέα σε μια φωτογραφία που η μητέρα είχε ξεχάσει στο κομοδίνο της. Μόλις που τον πρόσεξα όταν μου την άρπαξε αστραπιαία. Η μητέρα πάντα τον ανέφερε ως «ο Άγγελός μας» με τη διττή σημασία προσώπου και θρησκευτικής υποδήλωσης. Λόγια τυπικά μιας χήρας που κουβαλάει το ήθος της ελληνικής επαρχίας. Νομίζω πως τα λόγια της έκρυβαν και κάποια ενδόμυχη ερωτική ορμή. Ο άνθρωπος αυτός όσα χρόνια και να έλειπε ποτέ δεν ξέχασε τη γη του. Στήριζε πάντα οικονομικά την περιοχή. Σιωπηρά, χωρίς να ακούγεται ούτε καν το όνομά του. Φημολογούνταν πως αυτός είχε φτιάξει το ορφανοτροφείο και όλα τα ευαγή ιδρύματα της γύρω περιοχής. Οι δε υποτροφίες του, για μαθητές και φοιτητές, ήταν τρομερό κίνητρο για τους νέους να βελτιώσουν τις επιδόσεις τους στα μαθήματα. Όλες οι δωρεές είχαν ονόματα παλιών φίλων ή και ανύπαρκτων προσώπων για να μη δίνει στόχο. Είχε να συζητάει για καιρό το χωριό ποιο είναι το φιλόπτωχο του Αγίου Αβακούμ που έφτιαξε τη νέα πτέρυγα στο νοσοκομείο. «Αν είναι κάποιος να μας κάνει τέτοιες πλάκες, ας συνεχίσει να μας τις κάνει» είχε πει τότε ο δήμαρχος. Είχε δώσει και λεφτά για να χτιστεί και το σχολείο που ο ίδιος είχε φοιτήσει, αλλά φαγώθηκαν από επιτήδειους καλοθελητές. Ένα συμβούλιο που μάλλον έπρεπε να είχε για πρόεδρο τον Αλί Μπαμπά. Ανθρώπους που καμάρωναν για τις δωρεές του, λες και τις έδιναν οι ίδιοι.
Φτάσαμε στο καφενείο με τα υπεραιωνόβια πλατάνια και τους αιωνόβιους γέρους για θαμώνες. Χαιρέτησε αδιάφορα για τυπικούς λόγους με σκοπό να δώσει το στίγμα του ανθρώπου που έρχεται συχνά εδώ. Έκατσε όμως αλάργα να ξαποστάσει χωρίς να θέλει πολλά πάρε δώσε. Απόμακρα από τους ακατάσχετα πολιτικολογούντες γερολαίους, μοναδικός ηθοποιός σε ένα μονόπρακτο με θεατή τον ίδιο.
Έκατσα και εγώ σε μια παρέα κουστουμαρισμένων γέρων που όρθιοι παρακολουθούσαν άλλους δύο να παίζουν πλακωτό. Ήταν τόσο το ενδιαφέρον που μαζί με την επίσημη αμφίεσή τους η εικόνα φάνταζε παιχνίδι ρουλέτας στο καζίνο. Έκανα πως βλέπω και εγώ, ενώ κοίταζα αυτόν, κρυμμένος μέσα στο ασπρομάλλικο πλήθος.
Ήθελα να έβρισκα το θάρρος να του μιλήσω. Να του πω ένα απλό ευχαριστώ για αυτό που είχε κάνει για μένα. Είχα σπουδάσει με τα λεφτά από την υποτροφία του. Λόγω της μάνας μου πιανόμουν για κάτοικος της περιοχής. «Δικαιούχος εκ μητρογονίας», όπως έγραφε χαρακτηριστικά η προκήρυξη.
Υπέθεσα πως είχε έρθει για τη μητέρα του. Ήταν οι μέρες που είχε πεθάνει πριν κάποια χρόνια. Τη θυμάμαι αρχοντογυναίκα στο κτήμα με τις νεραντζιές στο δυτικό μέρος του χωριού. Στα δέντρα που ρημάζαμε μικροί μετά από κάθε συγκομιδή. Η κηδεία της είχε γίνει αθόρυβα και σε πολύ κλειστό κύκλο. Μέχρι και ο παπάς, με την υπόσχεση ανακαίνισης του καμπαναριού, δεν είπε τίποτα σε κανέναν. Τα χωράφια μοιράστηκαν σε οικογένειες με την μόνη προϋπόθεση όλα τα μέλη της να μείνουν στον τόπο.
Βγήκα από την κρυψώνα μιας φαλάκρας για να τον χορτάσω. Έπινε τσίπουρο χαρούμενος, γιορτάζοντας την επιστροφή του. Πρόσεξα πως το βλέμμα του κατευθυνόταν προς εμένα. Προσπάθησα να τον αποφύγω και χώθηκα στην καρέκλα μου. Ξανασηκώθηκα αλλά τα δύο μάτια συνέχιζαν να με κοιτάζουν. Σε μια στιγμή σηκώθηκε και έτεινε προς το μέρος μου. Μου ήρθε ζαλάδα καθώς κοντοζύγωνε. Τα λόγια του ακόμα ηχούν στα αυτιά μου. «Είσαι ίδιος η μάνα σου. Χαιρόταν να σε βλέπει εδώ έστω και λίγες μέρες που ερχόσουν. Πάντα μου το έγραφε». Αυτό είπε μονάχα και απομακρύνθηκε χαμογελαστός. Το χαμόγελό του είχε μια σπάνια δύναμη που συναντάς ελάχιστες φορές στη ζωή σου. Ενώ εξαφανιζόταν στο πλήθος εγώ έμεινα να τον κοιτάζω χαζεμένος. Μέχρι να συνέλθω τον είχα χάσει.
Σκέψεις πλημμύρισαν το μυαλό μου μετά την απρόσμενη, σχεδόν μαγική συνάντηση. Αναπόφευκτα ήρθε στο μυαλό η μητέρα μου. Πάντα η απουσία της τις γιορτινές μέρες ήταν πιο έντονη. Την θυμήθηκα να με βλέπει κουστουμαρισμένο, έτοιμο για τα ταξίδια της εταιρείας που τότε εργαζόμουν. Με τα μυαλά μου να έχουν πάρει αέρα από τις συνεχείς προαγωγές, πριν ξεφουσκώσουν απότομα με το κλείσιμο της εταιρίας. Πάντα με προσγείωνε λέγοντας κάτι εντελώς ακαταλαβίστικο ξανά και ξανά. «Παιδάκι μου, ό,τι και να παριστάνεις, όπου και να φτάσεις, στο πρωινό στα ξενοδοχεία θα ξυπνάει το βουνό μέσα σου. Τότε που θα ορμάς στο μπουφέ τρώγοντας σαν λιμασμένος. Αυτή τη στιγμή είναι που θα συνειδητοποιείς την καταγωγή σου. Το ποιος είσαι». Η παράξενη αυτή υπενθύμισή της είχε έρθει αυτές τις μέρες μέσω του παλιού της φίλου. Ο ξένος μού ανέσυρε αυτόματα δεκάδες εικόνες από το πηγάδι της μνήμης, κάνοντας να δεθώ περισσότερο με το μέρος. Μου θύμισε πως είχα ρίζες αλλά και ρίζες για ελιές. Πως ήμουν και εγώ κομμάτι της γης αυτής έστω αυτές τις λίγες μέρες. Όπως γινόταν και αυτός με τον δικό του ιδιόρρυθμο τρόπο ερχόμενος από την άλλη άκρη της γης. Δεν με φαντάστηκα αγρότη σε κάποιο πίνακα του Θεόφιλου. Δεν πονούσα την γη για να την καλλιεργήσω, γιατί δεν ήξερα καλά καλά που βρίσκεται. Τα ξαδέλφια μάζευαν τις ελιές και μου έστελναν μερικούς τενεκέδες κάθε Νοέμβρη. Σίγουρα όμως δεν είχα καμία αρμοδιότητα να την πουλήσω. Περαστικός ήμουν από εδώ παίρνοντας μάλιστα πολλά. Η γη μούείχε χαρίσει δεκαπέντε μέρες αγροτική άδεια στο στρατό χωρίς να έχω κάνει μία τσαπιά. Λεφτά για σπουδές χωρίς να είμαι κομμάτι της. Ένιωσα την ανάγκη να γυρίσω στο χωράφι για να το ξαναδώ. Το περπάτησα όλο με μια πρωτόγνωρη ενέργεια. Ένιωθα σαν να καθρεφτιζόμουν σε κάθε σημείο του. Πως είχα περάσει από εδώ αφού είχαν ζήσει οι πρόγονοί μου. Φανερώθηκε ένα αίσθημα ασφάλειας που δεν είχα βιώσει πουθενά στην πόλη. Σε καμία γκρίζα συνοικία, σε κανένα αποστειρωμένο προάστιο.
Διηγήθηκα την ιστορία στη θεία καθώς γύρισα σπίτι. «Θα σε πείραξε η ησυχία και ο καθαρός αέρας» μου είπε μεταξύ σοβαρού και αστείου. «Ο Ξανθίππης είναι στην Αμερική. Έχει να φανεί εδώ και δεκαετίες. Θα τον μπέρδεψες με κανέναν άλλο τόσο καιρό που έχεις να έρθεις» συμπλήρωσε με φανερό παράπονο στη φωνή της. Της ανακοίνωσα πως δεν θα πουλήσω τα χωράφια, πως θα το ξανασκεφτώ. «Ό,τι θες κάνε, μόνο όχι άλλους τσακωμούς για τα περιουσιακά» με παρακάλεσε υποκριτικά, γνωρίζοντας πως ήταν η πρώτη που μας ανακάτευε σε τέτοια θέματα. Ενώ έβγαζε το βραστό από την κατσαρόλα, φωνές ακούγονταν μέσα από τη σάλα. Φορτώθηκα μια πιατέλα και κατευθύνθηκα ασυναίσθητα προς αυτές. Το χωριάτικο καρό τραπεζομάντιλο είχε στρωθεί στη φυσική του θέση. Εκεί θα έμενε, αφού δεν θα το έπαιρνα στην επιστροφή. Είχα κερδίσει άλλα πράγματα, άλλωστε. Έκατσα ευχαριστημένος, σαν να είχα κουραστεί ολημερίς στα χωράφια. Μύρισα το κρασί για κάποια δευτερόλεπτα σαν παλιός χωριάτης και το σήκωσα ψηλά. Ευχήθηκα σε όλους για τις γιορτές και για καλή σοδειά ενώ με κοίταζαν περίεργα με το βαρύ, αγροτικό τους μειδίαμα.
Βιβλίο & Τέχνες | diastixo.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου