Παρασκευή 6 Ιουνίου 2025

Ανδρέας Χατζηχαμπής: «Το δάκρυ της Περσεφόνης»

 


Το δάκρυ της Περσεφόνης είναι η έκτη ποιητική συλλογή του βραβευμένου Κύπριου ποιητή και διδάκτορα Βιολογίας Ανδρέα Χατζηχαμπή και το τρίτο μέρος της τριλογίας του με τίτλο «Αρχαία βροχή».

Το ποιητικό ταξίδι της τριλογίας ξεκίνησε πριν από έξι χρόνια με τον Οδυσσέα Αστέρη, μια πολύπτυχη λυρική σύνθεση που χαρτογραφεί τη μετάβαση του ποιητικού υποκειμένου από το «εγώ» στο «εμείς» και τελικά στο «όλοι». Με κεντρικό άξονα την προσωπική του ιστορία, ο ποιητής-αφηγητής, που ανακαλεί στη σκέψη μας τον ομηρικό Οδυσσέα ή καλύτερα έναν σεφερικό Αργοναύτη, αναζητά την αλήθεια πορευόμενος μέσα από κύκλους φωτός και σκότους. Πραγματοποιεί ένα ταξίδι γεμάτο περιπέτειες, γεμάτο γνώσεις, που συγχωνεύει το ατομικό με το συλλογικό βίωμα και διαπλέκει την προσωπική ιστορία με την εθνική τραγωδία και το διαχρονικό δράμα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Επόμενος σταθμός του ταξιδιού του είναι Η κραυγή της Αντιγόνης, μια ελεγειακή σύνθεση που αποτελείται επίσης από ύμνους και χορικά, φωνές και αντιφωνήσεις, με ύφος που θυμίζει τη Μαρία Νεφέλη του Οδυσσέα Ελύτη καιμε συμβολικούς αφηγητές τον Οδυσσέα Αστέρη και την Αντιγόνη. Δεσπόζει η εμβληματική μορφή της σοφόκλειας Αντιγόνης, που ενσαρκώνει την τραγική μοίρα της διχοτομημένης πατρίδας μας, της μαρτυρικής Κύπρου. Μέσα από τον ύμνο και τον θρήνο της, η ηρωική Αντιγόνη μετατρέπεται σε σύμβολο αντίστασης και ηθικής συνέπειας, χαρίζοντας στην ποιητική αφήγηση ένταση και ρυθμό.

Στο τρίτο μέρος της τριλογίας, Το δάκρυ της Περσεφόνης, οι δύο αυτές μορφές –ο Οδυσσέας Αστέρης, που έχει το βλέμμα στ’ άστρα, και η Αντιγόνη, που κραυγάζει με πόνο για όσους αντιστρατεύονται το ηθικό χρέος– ενώνουν τη φωνή τους με τη μυθική Περσεφόνη, που δακρύζει για τα πάθη του τόπου, της γης και του ανθρώπου. Σύμβολο του πένθους και της αναγέννησης της φύσης, η Περσεφόνη εκφράζει αλληγορικά τη σκοτεινή διαδρομή που καλείται ο άνθρωπος να διανύσει, ώστε να φτάσει μέσω της αυτογνωσίας στην άνθιση και τη λύτρωση.

Το δάκρυ της Περσεφόνης, όπως και οι προηγούμενες συνθέσεις, είναι ένα πολυφωνικό έργο, αποτελούμενο από 67 λυρικά ποιήματα. Οι τρεις κεντρικές μορφές –η Περσεφόνη, ο Οδυσσέας Αστέρης και η Αντιγόνη– τραγουδούν διαδοχικά, με τον Χορό των Ποιητών να πλέκει έναν ζωντανό διάλογο μαζί τους γεμάτο θρήνο, στοχασμό και ελπίδα. Ο Χορός, ως φωνή του συλλογικού βιώματος, υφαίνει και συνέχει τον ιστό της αφήγησης, παραλαμβάνοντας το νήμα εκεί απ’ όπου οι τρεις μορφές το αφήνουν. Η ποιητική αυτή σύνθεση υμνεί τα πάθη του ανθρώπου, της πατρίδας και του κόσμου, αναζητώντας την αρμονία ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, τη ζωή και τον θάνατο.

Η σύνθεση ακολουθεί μεθοδική δομή. Πρώτη τραγουδά η Περσεφόνη, ακολουθεί ο Οδυσσέας Αστέρης και στη συνέχεια η Αντιγόνη. Ενδιάμεσα, σε αντιφώνηση, παρεμβάλλεται το άσμα του Χορού των Ποιητών, που ξεχωρίζει και μορφικά με την πλάγια γραμματοσειρά. Στα «ποιήματα της Περσεφόνης» αναδύεται ο πόνος του ποιητή για τα πληγωμένα και απόκοσμα τοπία, τα σιωπηλά λιβάδια και τα δέντρα που μαράζωσαν, τους ωκεανούς που πνίγονται στο πλαστικό. Με πίκρα μιλά η Περσεφόνη για τη σύγχρονη δουλεία και τη «μαύρη τυραννία», την υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων και την εμπορευματοποίηση της ζωής μας, την απώλεια του παραδείσου. Γράφει ο ποιητής στο ποίημα «Το δάκρυ της Περσεφόνης», που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή:

[…] Τότε
μάζευα φωτεινά άνθη
απ’ τ’ αλμυρό λιβάδι,
τώρα
ψάχνω τη σιωπηλή άνοιξη των δέντρων,
των πουλιών την ατάραχη μετανάστευση,
ψάχνω το αθώο βλέμμα των ελαφιών,
τις ρίζες των ψαριών
στα σμήνη των γαλάζιων αιώνων,
ψάχνω την πορφυρή Ατλαντίδα,
ψάχνω τον παράδεισό μου
και την πύλη της αθωότητας
μέσα στο κλάμα του κόσμου.

Οι τίτλοι «των ποιημάτων της Περσεφόνης», «Καμένη γη», «Πολυάνθιστη γη», «Προδοσία», «Καίγεται η πλάση», «Τα δάκρυα της Μέδουσας», «Ψηφιακός κόσμος», «Μαύρο διαμάντι», «Δίχτυα φαντάσματα», «Μεθόριος άνθρωπος», «Πάμφωτη γη» αναδεικνύουν τη βαθιά θλίψη του ποιητή για την ανθρώπινη απληστία και τη θυσία της ομορφιάς της φύσης στον βωμό της αδηφαγίας. Ο Χορός των Ποιητών απαντά με τη φωνή της συλλογικής νοσταλγίας για τον χαμένο παράδεισο, υφαίνοντας έναν λυρικό θρήνο που διαπερνά οριζόντια τη σύνθεση.

Αντίρροπα, ο Οδυσσέας Αστέρης τραγουδά την πίστη στον άνθρωπο και τη δύναμη της εσωτερικής αναζήτησης. Βρίσκει γαλήνη στο βάθος τού είναι του, αντλώντας νόημα από την απλότητα, την αγάπη και το θαύμα της ζωής. Όταν στον εξωτερικό κόσμο η Περσεφόνη αντικρίζει το τίποτα, ο Οδυσσέας Αστέρης, μέσα από βαθιά και κατανυκτική ενδοσκόπηση, βρίσκει τη γαλήνη αναζητώντας στα κατάβαθα της ψυχής του τη θεία σπίθα που φωτίζει το σκοτάδι του «έσω σύμπαντος» («Σπαράγματα μνήμης», σ. 12).

Σ’ αυτήν τη μυστική πορεία προς τα ενδότερα, συναντά την «Παναγιά του κάλλους», την οποία χαιρετίζει με βαθιά πίστη στη λυτρωτική της δύναμη. Ανακαλύπτει την αγάπη και το θείο μέσα του, το φως που ανατέλλει καθημερινά στον κόσμο και το θαύμα της ζωής που γεννιέται από την αγνή ομορφιά. Αντλεί νόημα από την απλότητα και την καθαρότητα στον λαμπερό κόσμο των λέξεων, που «φτερουγίζουν φεγγερές» (σ. 72). Εκεί, μέσα στη φωτεινή μαγεία της αθωότητας, αντηχεί το τραγούδι της δημιουργίας, της ζωής και του θαύματος.

Η Αντιγόνη θρηνεί για τη μοιρασμένη στα δυο πατρίδα. Στα «χαρακωμένα βουνά του Γολγοθά» (σ. 14) της σκλαβωμένης Κύπρου, αναζητά, όπως και τα άλλα δύο ποιητικά προσωπεία, την «πορφυρή Ατλαντίδα» και τον απολεσθέντα παράδεισο. Στην καμένη γη «μελετά τα λαμπρά παλικάρια» και θρηνεί για τους ήρωες – τον Αυξεντίου, τον Παλληκαρίδη και όλους εκείνους που πάτησαν «το πολύσκαλο της θυσίας» (σ. 20) και «φόρεσαν το πορφυρό διάδημα της αγχόνης» – για το «πελώριο τίποτα». Η φράση «πελώριο τίποτα» επανέρχεται ως μοτίβο στη συλλογή, θυμίζοντας το «αδειανό πουκάμισο» της Ελένης  του Σεφέρη και συνδέοντας την προδομένη θυσία του αγώνα του ’55-’59 με τον καημό της Αντιγόνης για το χαμένο όραμα. Έτσι, ο θρήνος της γίνεται η φωνή της συλλογικής μνήμης και μιας πληγής που παραμένει ανοιχτή στον χρόνο.

Υμνεί τα πάθη του ανθρώπου, της πατρίδας και του κόσμου, αναζητώντας την αρμονία ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, τη ζωή και τον θάνατο.

Η διακειμενική αναφορά στο «αδειανό πουκάμισο» συναντάται και στο ποίημα «Νεκρή ζώνη» (σ. 26), στο οποίο αποτυπώνεται η διακοπή της ζωής από τη βίαιη τουρκική εισβολή. Η «Νεκρή ζώνη», από τα «ποιήματα της Αντιγόνης», αποτυπώνει τη βίαιη ρήξη ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Τα «μισοτελειωμένα» αντικείμενα, όπως το «πουκάμισο» και το «ψωμί», λειτουργούν ως μαρτυρίες μιας ζωής που εγκαταλείφθηκε απότομα. Ο χρόνος παραμένει παγωμένος, αντικατοπτρίζοντας την πληγή της διαίρεσης, η οποία επεκτείνεται στη συλλογική συνείδηση. Ο «ημιτελής στίχος» και το «ατελείωτο ποίημα» εκφράζουν την αδυναμία της μνήμης να ανασυγκροτήσει την ολοκληρωμένη εικόνα του χαμένου κόσμου, αφήνοντας μόνο ίχνη, αποσπασματικά και θρυμματισμένα.

Η αναφορά μάλιστα στη «μαχαιριά στα στήθια των αιώνων» και στα «αιώνια χαλάσματα» συνδέει το παρόν με μια διαχρονική αίσθηση πόνου και απώλειας, προβάλλοντας την τουρκική εισβολή ως μια πληγή που ξεπερνά την ιστορική στιγμή, χαράσσοντας ανεξίτηλα την ψυχή ενός ολόκληρου λαού. Μέσα από τις εικόνες της καταστροφής και της φυγής, το ποίημα αναδεικνύει την αλληγορία της «νεκρής ζώνης» ως ένα υπαρξιακό τοπίο, όπου η ζωή συναντά τη στασιμότητα και η μνήμη μάχεται ενάντια στη λήθη. Στην αντιφώνηση του Χορού εκφράζεται, ωστόσο, η προσδοκία για την «ανάσταση νεκρών/ ανάσταση νεκρών ζωνών,/ ανάσταση νεκρών ψυχών,/ ανάσταση νεκρών στίχων, την ανέσπερη άνθιση». («Αιώνια χαλάσματα», σ. 27).

Στα «ποιήματα της Αντιγόνης» ενσωματώνεται και ο θρήνος για τους αγνοούμενους της τουρκικής εισβολής, εκείνους που επί δεκαετίες παρέμεναν άφαντοι, μέχρι που τα τραγικά απομεινάρια τους ήρθαν στο φως. Νέα παιδιά που έτρεξαν εθελοντές να υπερασπιστούν την πατρίδα, επιστρέφουν τώρα ως λευκά οστά μέσα σ’ ένα μικρό ξύλινο κουτί, για να αναπαυθούν στα λευκά μάρμαρα του Τύμβου. «Επιστρέφουν», αλλά η μαυροφορεμένη μάνα της προσμονής δεν είναι εκεί για να τους καλωσορίσει, καθώς η καρτερία της λύγισε από τον χρόνο. Στο ποίημα «Η επιστροφή του αγνοούμενου» (σ. 50), ο χαμένος γιος απευθύνεται στη μάνα του με έναν γοερό χαιρετισμό, αποτυπώνοντας τον πόνο και τη νίκη της μνήμης απέναντι στον θάνατο:

Επέστρεψα, μάνα,
είμαι ’δώ,
μέσα στο ξύλινο μικρό κασόνι
μισή σιαγόνα
και μισό οστό μηριαίο,
ό,τι απέμεινε απ’ τ’ όνειρο,
ό,τι απέμεινε απ’ τον χαμό.

Μα συ δεν είσαι εδώ, μάνα,
δεν σε πρόλαβα,
μάνα της προσμονής,
δεν άντεξες,
μάνα της καρτερίας,
αναχώρησες για το εικονοστάσι τ’ ουρανού
με τον ωραίο κήπο.

Σε φιλώ,
ο γιος σου,
ο αγνοούμενος,
ο πάντα αγνοούμενος,
που νίκησε τον Χάρο.

Ο θρήνος, η οργή και η βαθιά υπαρξιακή αγωνία συνυφαίνονται με την ελπίδα και την πίστη για τη λύτρωση.

Σπαρακτικό είναι και το ποίημα για τα «ασυνόδευτα παιδιά», όσα φυγάδευσαν οι γονείς τους «με μια βαλίτσα φόβους,/ με τρύπια παπούτσια πρόσφυγες/ και υπερμεγέθη ρούχα δανεικά» (σ. 32), για να τα σώσουν από τη λαίλαπα του πολέμου. Ο στίχος αποτυπώνει την αθωότητα που θυσιάστηκε στη δίνη της προσφυγιάς, προκαλώντας συγκίνηση και βαθύ προβληματισμό. Παράλληλα, καυστική είναι και η αναφορά στους συνοικισμούς που «φιλοξένησαν» τους πρόσφυγες. Σαρκασμός και πικρία διαπνέουν τους στίχους: «Μεγάλη ευκαιρία να βρεις/ σπίτι στον συνοικισμό./ Να χαίρεσαι και να εκτιμάς/ που μες στην καλοσύνη μας/ σ’ το δώσαμε» (σ. 56), αποκαλύπτοντας την υποκρισία και την αδιαφορία απέναντι στον πόνο των ξεριζωμένων.

Στις αντιφωνήσεις του, ο Χορός ποιητών αντλεί έμπνευση από τους προηγούμενους στίχους, τους οποίους συχνά επαναλαμβάνει, εμπλουτίζοντάς τους με στοχαστικές σκέψεις. Έτσι, διευρύνει το θεματικό του πεδίο, αγγίζοντας γενικότερα ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης. Μέσα από τη λυρική απόδοσή τους, τα αντιφωνήματα αυτά ενισχύουν το βάθος και τη συνοχή του έργου, λειτουργώντας ταυτόχρονα ως γέφυρα που συνδέει το συγκεκριμένο με το καθολικό.

Στην «Έξοδο» της συλλογής, οι τρεις ποιητικές περσόνες ενώνουν τις φωνές τους με τον Χορό των Ποιητών για να εκφράσουν τον βαθύ προβληματισμό τους για τους «επίορκους των αιώνων» και την ευθύνη τους για τη φθορά του κόσμου. Ο θρήνος, η οργή και η βαθιά υπαρξιακή αγωνία συνυφαίνονται με την ελπίδα και την πίστη για τη λύτρωση.

Κλείνοντας, τα κύρια γνωρίσματα της ποιητικής συλλογής Το δάκρυ της Περσεφόνης  είναι η ειλικρίνεια και η εξομολογητική διάθεση, ο μεστός και εύρωστος ποιητικός λόγος, καθώς και η σύνθετη γλωσσική διαστρωμάτωση, που ενσωματώνει στοιχεία από όλο το εύρος της ελληνικής γλώσσας και της κυπριακής ιδιολέκτου. Η λυρική εικονοποιία, με τις έντονες μεταφορές, τις συνεχείς αντιθέσεις φωτός και σκότους και τον στοχαστικό τόνο, ενισχύεται από τη δεξιοτεχνική αφηγηματική οργάνωση, η οποία βασίζεται σε επαναλήψεις λέξεων ή φράσεων-κλειδιών, δημιουργώντας υπόγειες συνομιλίες ανάμεσα στα μέρη του ποιήματος και στα ίδια τα ποιήματα.

Πίσω από το σημαντικό αυτό ποιητικό εγχείρημα του Ανδρέα Χατζηχαμπή διαφαίνεται το όραμά του για έναν καλύτερο κόσμο, βασισμένο σε αξίες όπως η δικαιοσύνη, η μνήμη και η συλλογική ευθύνη. Ο στοχασμός του γύρω από την ιστορία και τον τόπο μας λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος, μετατρέποντας το τοπικό σε οικουμενικό. Ο λυρισμός, ως βασικό χαρακτηριστικό της συλλογής, της προσδίδει συνοχή και βάθος, καθιστώντας την ποίηση όχι μόνο εργαλείο αισθητικής απόλαυσης αλλά και μέσο κατανόησης του ανθρώπινου πεπρωμένου, τόσο σε προσωπικό όσο και σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο.

Η τριλογία «Αρχαία βροχή» αναδεικνύει τον Ανδρέα Χατζηχαμπή ως μία από τις δυναμικότερες ποιητικές φωνές διαμαρτυρίας για τα πάθη του μαρτυρικού νησιού μας. Στους στίχους του, η αναζήτηση της ισορροπίας ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, τη μνήμη και τη λήθη, τη θλίψη και την ελπίδα γίνεται διαρκής αγώνας. Είναι ένα έργο μεγάλης πνοής, που συνομιλεί διαχρονικά με την τραγωδία της ανθρώπινης ύπαρξης.

 

Το δάκρυ της Περσεφόνης
Ανδρέας Χατζηχαμπής
Κέδρος
96 σελ.
ISBN 978-960-04-5513-7
Τιμή 11,00€

Αγάθη Γεωργιάδου δρ Φιλολογίας, συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας

https://diastixo.gr/kritikes/poihsh/24185-to-dakry-tis-persefonis


https://diastixo.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου