Παρασκευή 13 Ιουνίου 2025

13-6-313μΧ - Ανάρτηση Διατάγματος Μεδιολάνων - 1712 έτη Ανεξιθρησκείας


 Σαν σήμερα, στις 13 Ιουνίου του 313, αναρτάται στη Νικομήδεια το Διάταγμα των Μεδιολάνων, το οποίο υπέγραψαν ο Κωνσταντίνος Α’ ο Μέγας και ο συν-αυτοκράτορας Λικίνιος παραχωρώντας θρησκευτική ελευθερία σε όλη τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

Διάταγμα των Μεδιολάνων (αλλιώς και διάταγμα του Μιλάνου, καθώς τα Μεδιόλανα είναι το -από τα λατινικά εξελληνισμένο- όνομα του σημερινού Μιλάνου της Ιταλίας) ονομάζεται το διάταγμα της θέσπισης της ανεξιθρησκείας στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, με το οποίο ο Μέγας Κωνσταντίνος σταμάτησε τους διωγμούς των χριστιανών το 313. Με το διάταγμα αυτό, νομιμοποιήθηκε η χριστιανική Εκκλησία ως «επιτρεπομένη θρησκεία», οι οπαδοί της οποίας έπρεπε να προσεύχονται στον δικό τους θεό για την ευτυχία του κράτους. Με αυτή την κίνηση ο Μέγας Κωνσταντίνος δεν έκανε το Χριστιανισμό επίσημη θρησκεία της Αυτοκρατορίας, απλώς εγγυήθηκε την ανοχή του κράτους απέναντι στους χριστιανούς. Παρόλο που το διάταγμα ίσχυε, οι διωγμοί σταμάτησαν μόνο όταν ο Κωνσταντίνος έγινε μονοκράτορας (324). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι χριστιανοί να μην κρύβονται και κατά συνέπεια να μην χρησιμοποιούν τις κατακόμβες ως μέρος για να κρύβονται και να τελούν τις θρησκευτικές τους τελετές.
Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο Χριστιανισμός απέκτησε το επίσημο δικαίωμα να υπάρχει και να αναπτύσσεται. Το πρώτο διάταγμα που ευνοούσε τον Χριστιανισμό, εκδόθηκε το 311 από τον Γαλέριο, που υπήρξε ένας από τους πιο άγριους διώκτες του. Το διάταγμα αυτό συγχωρούσε τους Χριστιανούς για την αντίστασή τους στις διαταγές της κυβέρνησης να επιστρέψουν στην ειδωλολατρία και αναγνώριζε το νόμιμο δικαίωμά τους να υπάρχουν. «Οι Χριστιανοί», έγραφε το διάταγμα, «μπορούν και πάλι να έχουν τις συναντήσεις τους, εφόσον δεν κάνουν τίποτε το αντίθετο προς το κοινό καλό και υποχρεώνονται να προσεύχονται στον Θεό τους για το καλό μας και το καλό της πολιτείας».
Δύο χρόνια αργότερα, μετά τη νίκη του εναντίον του Μαξεντίου και τη συμφωνία του με τον Λικίνιο στο Μιλάνο, εξέδωσαν το εξαιρετικά ενδιαφέρον έγγραφο, που, λανθασμένα, ονομάζεται Έδικτο του Μιλάνου. Το πρωτότυπο του εγγράφου δεν έχει διασωθεί, αλλά ένα λατινικό διάταγμα, που έστειλε ο Λικίνιος στο νομάρχη της Νικομήδειας, έχει διασωθεί από τον Λακτάντιο. Μια ελληνική μετάφραση του λατινικού πρωτοτύπου υπάρχει στην Εκκλησιαστική Ιστορία του Ευσέβιου, την οποία και παραθέτουμε:
“Εδώ και πολύν καιρό, έχοντας αποφασίσει ότι δεν πρέπει να απορρίπτεται η ελευθερία της θρησκείας και πως πρέπει να δίνεται η δυνατότητα στη βούληση του καθενός να υπηρετεί τα θεία πράγματα σύμφωνα με την προαίρεσή του, παραγγείλαμε στους χριστιανούς να φυλάνε την πίστη της θρησκείας τους… Όταν εγώ, ο Αύγουστος Κωνσταντίνος, κι εγώ, ο Αύγουστος Λικίνιος, με καλούς οιωνούς ήρθαμε στα Μεδιόλανα και συζητήσαμε όλα όσα αφορούν την ωφέλεια του δημοσίου, ανάμεσα στα άλλα μέτρα που κρίναμε ότι θα είναι επωφελή σ' όλους από πολλές απόψεις, αποφασίσαμε κατά πρώτο και κύριο λόγο να διατάξουμε να εξασφαλιστεί η τιμή και ο σεβασμός προς το Θείο, δηλαδή να δώσουμε και στους χριστιανούς και σ' όλους την ελευθερία να ακολουθήσουν όποια θρησκεία θέλουν, έτσι ώστε, όποια κι αν είναι η θεότητα και η ουράνια δύναμη, να μπορέσει να είναι ευμενής και σε μας τους ίδιους και στους υπηκόους μας… Ήταν λοιπόν φυσικό να θεωρήσουμε καλό να εκδώσουμε αυτή τη διαταγή, για να αφαιρεθούν εντελώς οι όροι που υπήρχαν σε προηγούμενα έγγραφα σχετικά με τους χριστιανούς, όροι οι οποίοι ήσαν σκληροί και ξένοι στην πραότητά μας. Τώρα ελεύθερα και απλά μπορεί καθένας από εκείνους που πρεσβεύουν τη θρησκεία των χριστιανών να τη διατηρεί χωρίς καμιά ενόχληση… Έχουμε δώσει στους χριστιανούς ελεύθερη και απεριόριστη εξουσία να επιμελούνται τη θρησκεία τους… Έχει δοθεί η εξουσία αυτή και σε όσους άλλους θέλουν να ακολουθούν τη λατρεία και θρησκεία της αρεσκείας τους, κατά τρόπον ώστε να μπορεί καθένας να προτιμά και να υπηρετεί οποιανδήποτε θρησκεία θέλει. Αυτό γίνεται, για να μη φαίνεται ότι κάποια λατρεία ή θρησκεία μειώνεται στο ελάχιστο από εμάς… Με αυτό το λογισμό… είθε να διαμένει σταθερή καθ' όλο το χρόνο η θεία πρόνοια για εμάς, της οποίας εμπειρία είχαμε σε πολλές περιστάσεις. Για να μπορέσουν να μάθουν όλοι τις διατάξεις της νομοθεσίας αυτής… είναι εύλογο η διαταγή αυτή να δημοσιευτεί παντού… έτσι ώστε να μην ξεφύγει την προσοχή κανενός”.
(Ευσεβίου Καισαρείας Εκκλησιαστική Ιστορία Χ, 5,1-14 -επιλογή).
Σύμφωνα με αυτό το διάταγμα οι Χριστιανοί και όσοι πίστευαν σε άλλες θρησκείες, είχαν πλήρη ελευθερία να ακολουθούν οποιαδήποτε θρησκεία ήθελαν. Όλα τα εναντίον των Χριστιανών μέτρα θεωρούνταν άκυρα.
Το 1891 ο Γερμανός λόγιος O. Seeck διατύπωσε τη θεωρία ότι ποτέ δεν εκδόθηκε το Έδικτο του Μιλάνου. Το μόνο Έδικτο που εκδόθηκε, γράφει, είναι το Έδικτο της ανεκτικότητας του Γαλέριου, που κυκλοφόρησε το 311. Η σύγχρονη όμως ιστορική επιστήμη, δεν δέχεται καθόλου την άποψη αυτή.
Το συμπέρασμα πάντως είναι ότι ο Κωνσταντίνος και ο Λικίνιος έδωσαν στον Χριστιανισμό τα δικαιώματα που είχαν οι ειδωλολάτρες και οι άλλες θρησκείες. Είναι πρόωρο να μιλάει κανείς για θρίαμβο του Χριστιανισμού την εποχή του Κωνσταντίνου, ο οποίος νόμιζε ότι ο Χριστιανισμός μπορούσε να συμβιβαστεί με την ειδωλολατρία. Το σημαντικότερο γεγονός είναι ότι όχι μόνον έδωσε στους Χριστιανούς το δικαίωμα να υπάρχουν, αλλά και τους έβαλε κάτω από την προστασία του κράτους. Το γεγονός αυτό αποτελεί έναν εξαιρετικής σημασίας σταθμό για την ιστορία του Χριστιανισμού. Οπωσδήποτε όμως το Έδικτο της Νικομήδειας δεν αποτελεί βάση για την άποψη ορισμένων ιστορικών ότι κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Κωνσταντίνου ο Χριστιανισμός είχε τοποθετηθεί πάνω από όλες τις θρησκείες, ότι οι άλλες θρησκείες ήταν απλώς ανεκτές και ότι το Έδικτο του Μιλάνου δεν διακήρυσσε μια τακτική ανεκτικότητας, αλλά την υπεροχή του Χριστιανισμού. Όταν προκύπτει το ζήτημα της εκλογής μεταξύ της υπεροχής ή των ίσων δικαιωμάτων του Χριστιανισμού, πρέπει ασφαλώς να κλίνουμε προς τα ίσα δικαιώματα. Παρ’ όλα αυτά, η σημασία του Εδίκτου της Νικομήδειας είναι μεγάλη. Όπως λέει ένας ιστορικός, «στην πραγματικότητα, χωρίς υπερβολές η σημασία του Εδίκτου του Μιλάνου παραμένει ασυζήτητα μεγάλη, γιατί αποτελεί μια πράξη που έθεσε τέρμα στην (εκτός Νόμου) θέση των Χριστιανών, ενώ συγχρόνως αναγνώρισε πλήρη θρησκευτική ελευθερία, υποβιβάζοντας έτσι την ειδωλολατρία, de jure, από την προηγούμενή της θέση, ως της μόνης επίσημης θρησκείας, στην ίδια θέση που είχαν και οι άλλες θρησκείες».
Πολλά έχουν γραφεί για τους λόγους που οδήγησαν στην έκδοση του διατάγματος των Μεδιολάνων. Οι ιστορικοί στην πλειοψηφία τους συμφωνούν ότι υπήρξαν τόσο πολιτικοί, όσο και θρησκευτικοί λόγοι. Ο Μ. Κωνσταντίνος πίστευε ότι η πολιτική ενότητα του κράτους διασαλευόταν από τους διωγμούς των χριστιανών και τις εμφύλιες συγκρούσεις που αυτοί γεννούσαν στο εσωτερικό του κράτους. Κατενόησε, ως διορατικός που ήταν, ότι ήταν αδύνατο να εξαλειφθεί ο χριστιανισμός, ο οποίος είχε διαδοθεί σε ολόκληρο το φάσμα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Είχε δε την πεποίθηση ότι η διδασκαλία του χριστιανισμού, της αγάπης, της ανοχής, της ειρήνης, εισχωρούσε σε ανθρώπους με διαφορετικές πολιτιστικές καταβολές με αποτέλεσμα να δημιουργεί ένα οικουμενικό πνεύμα αδελφοσύνης που θα εμπέδωνε σταθερότητα στο κράτος και θα βοηθούσε στην ανάπτυξη ομοιογένειας εντός αυτού.
Το κοσμοϊστορικό αυτό διάταγμα δρομολόγησε μια σειρά διατάξεων που επηρέασαν στο σύνολό της την ζωή και την πορεία της ανατέλλουσας αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης. Το χριστιανικό πνεύμα διαπότισε ολόκληρη την πολιτική και κοινωνική ζωή του κράτους. Οι χριστιανοί αποκτούσαν νομική υπόσταση και γίνονταν πραγματικοί πολίτες με πλήρη δικαιώματα και τους επιτρέπονταν η ανάληψη κρατικών αξιωμάτων. Τους επιστράφηκαν οι δημευθείσες περιουσίες, η Κυριακή κατέστη ημέρα αργίας και οι νόμοι προσαρμόστηκαν σύμφωνα με το χριστιανικό πνεύμα της αγάπης. Οι ναοί καθιερώθηκαν ως τόποι ασύλου, αναδείχθηκαν οι μεγάλες χριστιανικές εορτές ως κρατικές. Το κράτος άρχισε να επιχορηγεί το κτίσιμο ναών και ξεκίνησε η έκδοση νομισμάτων με την απεικόνιση χριστιανικών θεμάτων. Το βασικότερο, όμως, από όλα τα ανωτέρω ήταν η καθιέρωση του σεβασμού των θρησκευτικών ελευθεριών και συνεκδοχικά του σεβασμού των υπέρτατων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, θεσμοθέτηση η οποία επηρέασε και επηρεάζει μέχρι σήμερα τις νομοθεσίες κρατών και τις διακηρύξεις και καταστατικούς χάρτες διεθνών οργανισμών και ιδρυμάτων που ασχολούνται με τα ζητήματα αυτά.
Σήμερα, βεβαίως που όλος ο χριστιανικός εορτάζει και προβάλλει τη σημασία του Διατάγματος αυτού θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η θρησκευτική ελευθερία είναι ακόμη ένα αγαθό ζητούμενο και όχι καθιερωμένο. Τούτη η διαπίστωση φαίνεται από τις υπάρχουσες και συνεχώς διογκούμενες παραβιάσεις των θρησκευτικών ελευθεριών και ιδιαιτέρως σε βάρος των χριστιανών, ακόμη και εντός της «χριστιανικής» Ευρώπης, η οποία ζώντας στο γαλαξιακό νεφέλωμα της πολυπολιτισμικότητας και της παγκοσμιοποίησης ρέπει συνεχώς σε απαξίωση των χριστιανικών ιδεωδών και αξιών και σε παραβίαση των χριστιανικών ελευθεριών (κατάργηση της αργίας της Κυριακής, πυρπόληση ναών, βία προς τους χριστιανούς κ.λπ.). Σε άλλες περιοχές του πλανήτη, δεν έχει καταστεί, ακόμη και σήμερα, η αποδοχή της χριστιανικής πίστης, η οποία τυγχάνει να είναι διαφορετική από την πίστη-θρησκεία της πλειοψηφίας. Εκεί δε που επικρατεί ο θρησκευτικός φανατισμός και φονταμενταλισμός, οι θρησκευτικές καταπιέσεις εναντίον των χριστιανών είναι ισχυρές, αφόρητες και καταστρεπτικές, όπως για παράδειγμα στη φλεγόμενη Μέση Ανατολή και την Αφρική.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία, έχει την αυτοσυνειδησία της μεγάλης και ιστορικής σημασίας του Διατάγματος των Μεδιολάνων για την ελευθερία του ανθρώπου και γι’ αυτό μεριμνά για την πλήρη επικράτησή του και αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι μετά την ανάπτυξη των διορθοδόξων σχέσεων, με πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριαρχείου τέθηκε ως θέμα μεταξύ των θεμάτων με τα οποία θα ασχοληθεί η «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος» της Ορθοδόξου Εκκλησίας και το ζήτημα της συμβολής «των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών εις την επικράτησιν των χριστιανικών ιδεωδών της ειρήνης, της ελευθερίας, της αδελφωσύνης και της αγάπης μεταξύ των λαών και άρση των φυλετικών διακρίσεων».
Όλα τα παραπάνω θα πρέπει να αποτελέσουν αφορμή, ιδιαίτερα για την χριστιανική Ευρώπη, να προβεί σε μια εκτεταμένη και βαθύτατη ενδοσκόπηση που θα την οδηγήσει στο να ξυπνήσει πνευματικά και να κατανοήσει ότι το ζωογόνο μήνυμά το οποίο φέρει και μεταλαμπαδεύει ως τις μέρες μας το χριστιανικό πνεύμα -το οποίο επίμονα προσπαθούμε να εξοβελίσουμε από τον ευρωπαϊκό πολιτισμό- της αγάπης και της ελευθερίας του ανθρώπινου προσώπου, είναι τα θεμέλιο της ύπαρξής της, το οποίο «μεταμορφώνει τους θεσμούς, την ζωήν και αναγεννά τον κόσμον» και καθιστά τον άνθρωπο τον κάθε άνθρωπο, πραγματικά ελεύθερο…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου