Παρασκευή 20 Απριλίου 2018

«Οι μαθηματικοί κήποι της Νανάς Ησαΐα» της Ελένης Λαδιά

«Σου έχω πει ποτέ ότι αγαπώ τους μαθηματικούς κήπους;»
αναρωτιέται σε έναν στίχο της, και εγώ πιστεύω πως δεν υπάρχει πιο εύστοχη παρατήρηση, πιο καθοριστική φράση που να χαρακτηρίζει ολόκληρη την ποίησή της, η οποία διαθέτει τη λογική, την ευκρίνεια και τη διαύγεια των μαθηματικών και συγχρόνως την ωραιότητα των κήπων. Η ποίησή της έχει μαθηματική καθαρότητα, στερεομετρική διαφάνεια, απεικονίζοντας εδώ όχι τις λέξεις, τους ήχους, τα χρώματα καθαυτά αλλά τα αποτυπώματά τους. Τα είδωλα των ειδώλων, όπως τα χαρακτηρίζει μια πλωτινική σκέψη. Έτσι, στην ποίησή της υπάρχει ένας φανταστικός καθρέφτης, όπου βλέπει κανείς καθαρά τα είδωλα των ειδώλων.
Μια από τις ποιητικές της έγνοιες ήταν η σημασία, η θέση και η ακρίβεια των λέξεων και κυρίως ο ρυθμός τους. Έχουν μια μουσική υπόκρουση οι στίχοι της ή πιο ορθά την αποτύπωση μουσικών ήχων. Η Νανά Ησαΐα πρόσεχε πολύ τις λέξεις, τις εσωτερικές τους συλλαβές, τα συμπλέγματα, τις παρηχήσεις και συνηχήσεις. Ο αφορισμός της ήταν: «Δεν πρέπει να γρονθοκοπούνται οι λέξεις». Ο προσεκτικός αναγνώστης θα βρει πολλούς στίχους να υποστηρίζουν την άποψή της. Παραθέτω ορισμένους ακολουθώντας τη διάταξή τους και υπογραμμίζοντας τα σημεία.
Σε όλα μπλε
Στη μπλούζα μου
Στα μούσμουλα στο μπωλ
Και στο μπλοκ.
ή 
η μπλε λάμπα
ή
Μας λείπει το γαλάζιο πουλί από την τελετή των φύλλων.
Οπωσδήποτε η ποίηση της Νανάς Ησαΐα είναι προϊόν μιας έντονης νοητικής διεργασίας και έμμεσης αριστοκρατικής αντίληψης. Συνήθως η θεματολογία της είναι ο έρως, αλλά ένας στατικός, ταριχευμένος έρωτας. Η ποιήτρια στο επίσης βαλσαμωμένο δωμάτιο, με τα αντικείμενα διατεταγμένα σε καθαρές μαθηματικές γραμμές, τα γυάλινα μπολ, η λάμπα και κυρίως το μπλε χρώμα στις μπλε λάμψεις, στα γαλάζια κομμάτια, στα γαλάζια παγάκια, διαστελλόμενο παντού ,«ακόμα και στην τράπουλα», παίζει τραγικούς ρόλους φιλοσοφώντας επάνω στο πρόσωπο και στο προσωπείο. Η μάσκα και τα γυαλιά γίνονται τα σύμβολα του προσωπείου: «Έχω βγάλει τη μάσκα μου./Δε βγάζεις κι εσύ τα μπλε σου γυαλιά
για τον ήλιο;/τι τα θέλεις πια;».
Η μάσκα και τα γυαλιά βγαίνουν και φοριούνται συχνά, πρόσωπο και προσωπείο αντιτίθενται μέχρι την ταύτιση. «Βγάζω τώρα το πρόσωπό μου από το πρόσωπό μου» ή «Εγώ δεν έχω πια πρόσωπο./Το έχασα στον καθρέφτη./ Αυτό που είχες στα χέρια σου ήταν το προσωπείο μου./Κουτό στο βάθος./Κενό» ή «Με το ένα μου πρόσωπο στον καθρέφτη/και το άλλο ένα προσωπείο κενό./Χωρίς θέμα το ποίημα αυτό θα γραφεί διπλό./Σαν το εγώ μου».
Αυτά τα σύμβολα του προσωπείου, μολονότι ξένα (ξένα τα γυαλιά προς τα μάτια, ξένη η μάσκα προς το πρόσωπο), είναι απαραίτητα για να κατανοηθεί το εγώ, ένα διπλό, τριπλό, πολυπρόσωπο και πολύπτυχο εγώ, να κατανοηθεί και να ξεφυλλισθεί σαν άνθος, για να βρεθεί ο πυρήνας του. Το εγώ της ποιήτριας είναι διάφανο, είναι κόκκινο, είναι ένα χρυσό εγώ.
«Το πολλαπλό μου πρόσωπο παραληρεί στο ένα» γράφει κι εμείς χαιρόμαστε αυτό τον στίχο της βαθύτατης ψυχολογικής ευκρίνειας και του υψηλού στοχασμού.
Ανατέμνει τον παρελθόντα έρωτα με τα όπλα μιας φιλοσόφου. Τώρα που δε φοβάται τις συναισθηματικές του δονήσεις, που δεν αγγίζει παρά μόνο τη μνήμη, βγάζει εκπληκτικά συμπεράσματα γι’ αυτό το παγκόσμιο φαινόμενο. Έγραψα πιο πάνω για βαλσάμωμα, αλλά ήταν μάλλον άστοχο. Η ποίησή της δεν έχει την εικόνα της ταρίχευσης ούτε τη μυρωδιά του θανάτου, αλλά το σταμάτημα της ζωής σε κάποια αχρονολόγητη φάση. Τα πιο ζωντανά μέσα στο δωμάτιο, γιατί όλα εκεί διαδραματίζονται –με σπανίως την εμφάνιση κάποιας μνημονικής λεωφόρου–, είναι τα αντικείμενα έτσι τοποθετημένα, ώστε να βγάζουν λάμψεις, λάμψεις που τόσο αγαπούσε, λάμψεις των οραμάτων και των ονείρων που την περιστοίχιζαν σαν προστατευτικό τείχος. Όλα συντελούνται μέσα στο δωμάτιο, σε έναν ορισμένο χώρο, με δυνατότητες όμως παραλλαγής, μεταλλαγής και νοητικών επεκτάσεων, όπως στη Γεωμετρία.
«Στο θαμπό αυτό δωμάτιο ετοιμάζω μια σύμπτωση». 
Τι θαυμάσια σύλληψη με όλη της την παραδοξότητα. Τη λογική της ανατροπή: η ετοιμασία μιας σύμπτωσης.
«Δεν θα μας λυπηθεί κανείς./Μόνοι μας σχηματίσαμε αυτό το δωμάτιο./Σ’ ένα ορθογώνιο τάφου./Σ’ ένα ποίημα ήδη από άλλοτε».
Οι χρόνοι παίζουν κι αυτοί, μεταλλάσσονται προσπαθώντας να συλλάβουν τις αλλοιώσεις της πραγματικότητας, υιοθετούν την υποθετική έγκλιση στην προσπάθεια να εκφράσουν το ανείπωτο, δημιουργούν ταυτολογίες. «Το σιωπηλό σπίτι είναι σιωπηλό» ή «το απατηλό φως είναι απατηλό». Η ανατομία του ερωτικού πάθους ανάγεται τελικώς στο Ποίημα. Αυτό είναι το ύψιστον ενδιαφέρον.
Το ποίημα το γράφει στον παρόν, αλλά το ζει σε κάποια παρωχημένη φάση του χρόνου, «σε ένα ποίημα ήδη από άλλοτε».
Τι αναζητά λοιπόν από το ποίημα; Το εκμυστηρεύεται η ίδια: «Αυτό θέλω να πω όταν γράφω ένα ποίημα./Τη σιωπή μιας κόκκινης και χρυσής σελήνης». 
ΥΓ. Χρόνια σκεφτόμουν να γράψω κάτι για τη φίλη μου Νανά Ησαΐα, που αγαπούσα και εκτιμούσα πολύ. Μέσα στα χρόνια με άλλα γραπτά και έγνοιες το καθυστέρησα. Όμως δόθηκε μια αφορμή για να ξαναδιαβάσω την εκκεντρική αλλά θαυμάσια ποίησή της. Στις 22 Μαρτίου, ημέρα Πέμπτη, ώρα 7.30 το βράδυ, στο πατάρι των εκδόσεων Γαβριηλίδη, έγινε μια εκδήλωση για την ποιήτρια στο πλαίσιο μιας προσπάθειας για να γνωρίσουν οι νεότεροι τους παλαιότερους, με τον τίτλο «Η ποίηση στο φως». Στην αίθουσα εννέα άτομα. Αυτό τα λέει όλα. Ήμουν συγκινημένη και συγχρόνως λυπημένη. Έτσι λοιπόν λησμονιούνται οι αποθαμένοι ποιητές και συγγραφείς; Και πού ήταν όλοι αυτοί που την είχαν γνωρίσει και διαβάσει;
Το μικρό μου κείμενο αναφέρεται στη συλλογή της Μέρες και νύχτες χωρίς σημασία (Πολυπλάνο, Δεκέμβριος 1977).

«Οι μαθηματικοί κήποι της Νανάς Ησαΐα» της Ελένης Λαδιά

diastixo.gr

Βιβλίο & Τέχνες | diastixo.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου