Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

Γιώργος Ανδρειωμένος: συνέντευξη στη Χαριτίνη Μαλισσόβα

Ο Γιώργος Ανδρειωμένος, καθηγητής στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου (2008 κ.εξ.) και αναπληρωτής πρύτανης του ίδιου ιδρύματος (2013 κ.εξ.), είναι πτυχιούχος του Πανεπιστημίου Αθηνών (1986) και διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Μπέρμιγχαμ (1991). Έχει διατελέσει ερευνητικός εταίρος του Πανεπιστημίου του Μπέρμιγχαμ (1991-1992) και επιστημονικός συνεργάτης της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού (1993-1994), ενώ έχει διδάξει μαθήματα της ειδικότητάς του στο Πανεπιστήμιο Πατρών (1995-1997), στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο (1997-2008), καθώς και σε άλλα ανώτερα και ανώτατα ιδρύματα της ημεδαπής και της αλλοδαπής. Έχει λάβει σειρά υποτροφιών, είναι μέλος πολλών επιστημονικών εταιρειών και επιτροπών αξιολόγησης και έχει εποπτεύσει ικανό αριθμό διδακτορικών διατριβών και ερευνητικών προγραμμάτων. Ερευνητικές εργασίες του έχουν κυκλοφορήσει αυτοτελώς ή έχουν δημοσιευτεί σε έγκυρα περιοδικά, ενώ έχει συμμετάσχει με ανακοινώσεις του σε πολλά επιστημονικά συνέδρια και έχει δώσει πολυάριθμες διαλέξεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Αφορμή της συζήτησής μας με τον Γιώργο Ανδρειωμένο είναι το δοκίμιό του με τίτλο Πότε θα κάνει ξαστεριά, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ι. Σιδέρης.
«Πότε θα κάνει ξαστεριά» ο τίτλος του δοκιμίου σας, με υπότιτλο: Από τις ρίζες των Λευκών Ορέων στην πανελλήνια χρήση. Τι σας κινητοποίησε για τη συγγραφή του;
Εδώ και χρόνια ασχολούμαι με την επιβίωση, την ιστορική διαδρομή, καθώς και την κοινωνική και ιδεολογική χρήση των ελληνικών δημοτικών τραγουδιών. Τα δύο κυριότερα στοιχεία που με εντυπωσίασαν στο συγκεκριμένο τραγούδι και με έκαναν να ασχοληθώ με αυτό υπήρξαν η τεράστια διάδοσή του (ενώ γνώριζα ότι δημιουργήθηκε στα Λευκά Όρη των Χανίων, το άκουγα να άδεται, έξω από την Κρήτη, σε μια σειρά από εντελώς ετερόκλητες περιστάσεις, όπως σε επετείους, σε συγκεντρώσεις και στο γήπεδο, ή διάβαζα το πρώτο ημιστίχιό του, αυτούσιο ή παραλλαγμένο, σε πάμπολλα άρθρα και σημειώματα), καθώς και η αγριότητα των καταληκτήριων στίχων του που, εκ πρώτης όψεως, δεν μου φαινόταν να ταιριάζει με την προσμονή και τη λεβεντιά που αποτυπώνονται στο εισαγωγικό μέρος του. Με τον καιρό διαπίστωσα ότι η «Ξαστεριά» έχει στο πέρασμα του χρόνου διασωθεί σε πλήθος παραλλαγών και έχει χρησιμοποιηθεί και ερμηνευτεί με τόσο διαφορετικούς τρόπους, ώστε η ειδικότερη μελέτη του συναφούς υλικού να επιτρέπει να παρακολουθήσει κανείς τις μεταλλαγές της νοοτροπίας των Νεοελλήνων, ανάλογα με την εκάστοτε κοινωνική και πολιτική συγκυρία. Παράλληλα, οι προερχόμενοι από τραγούδια του Κάτω Κόσμου και του Χάρου τελευταίοι στίχοι του, λειτουργούν εμφατικά σε σχέση με τους προηγούμενους, θέλοντας να αποτυπώσουν τη δύναμη και την αποφασιστικότητα με τις οποίες θα δράσει ο πρωταγωνιστής του άσματος.
Με τον καιρό διαπίστωσα ότι η «Ξαστεριά» έχει στο πέρασμα του χρόνου διασωθεί σε πλήθος παραλλαγών και έχει χρησιμοποιηθεί και ερμηνευτεί με τόσο διαφορετικούς τρόπους, ώστε η ειδικότερη μελέτη του συναφούς υλικού να επιτρέπει να παρακολουθήσει κανείς τις μεταλλαγές της νοοτροπίας των Νεοελλήνων, ανάλογα με την εκάστοτε κοινωνική και πολιτική συγκυρία.
Οι περισσότεροι γνωρίζουμε την εκτέλεση των στίχων ως τραγούδι με τη φωνή του Ν. Ξυλούρη, ωστόσο η ιστορία του αγγίζει ένα πολύ μακρινότερο παρελθόν. Πόσο σημαντική είναι η διάσωση και η γνώση της ιστορίας των δημοτικών μας τραγουδιών;
Πράγματι, είναι δύσκολο να φανταστούμε ποια θα ήταν η τύχη του τραγουδιού χωρίς την ερμηνεία του Νίκου Ξυλούρη στον δίσκο Ριζίτικα που κυκλοφόρησε, με επιμέλεια του Γιάννη Μαρκόπουλου, στα 1971. Ήταν ο δίσκος που βοήθησε στην τεράστια διάδοση της «Ξαστεριάς» και την κατέστησε πανελλήνια γνωστή. Λίγοι, ωστόσο, γνώριζαν την προέλευση και την ιστορική διαδρομή του τραγουδιού που ξεκινούσε από τα χρόνια των ακριτών, περνούσε μέσα από την Ενετοκρατία στην Κρήτη και τις αντιπαραθέσεις των ντόπιων με τους Βενετούς ή τους τοπικούς άρχοντες, συνεχιζόταν, ως τραγούδι θηρευτικό, βεντέτας και ηρωικό-πολεμικό μέσα στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και των πολυάριθμων κρητικών επαναστάσεων, μεταφερόταν από Κρητικούς μαχητές στη Μακεδονία στις αρχές του 20ού αιώνα και στους Βαλκανικούς Πολέμους και επιστρατευόταν, σε αρκετές παραλλαγές, στη Μάχη της Κρήτης και στη γερμανική Κατοχή του νησιού. Σε αυτή την τελευταία περίοδο έλαβε και πολιτική διάσταση, την οποία πρωτίστως διατήρησε στα Ιουλιανά (1965), στη Δικτατορία (1967-1974), στην τουρκική εισβολή στην Κύπρο (1974) και σε όλη τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης. Με άλλα λόγια, η καταγραφή και η μελέτη των ελληνικών δημοτικών τραγουδιών, ιδίως σε συνάρτηση με τα ιστορικά και κοινωνικά δρώμενα του Νέου Ελληνισμού, μπορούν να αποβούν εξόχως σημαντικές και διαφωτιστικές, βοηθώντας στην κατανόηση της αλλαγής των νοοτροπιών και της ιδεολογίας του και, εν τέλει, της ιδιοπροσωπίας του.
Η φράση «Πότε θα κάνει ξαστεριά» έχει συνδεθεί με την Αριστερά, ωστόσο έχει αποκτήσει με το πέρασμα των χρόνων «υπερκομματική» αξία;
Είναι γεγονός ότι από την Κατοχή και μετά, και ιδίως στη διάρκεια της επτάχρονης Δικτατορίας και της έντονης πολιτικοποίησης που ακολούθησε στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια, η «Ξαστεριά» ταυτίστηκε με τον λεγόμενο «προοδευτικό» χώρο και ειδικότερα με την Αριστερά. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, της αποκαλούμενης περιόδου της κρίσης ή των «Μνημονίων», το τραγούδι ή ο αρχικός στίχος του, μολονότι συνεχίζουν να ακούγονται σε αγωνιστικές κινητοποιήσεις των προαναφερθέντων πολιτικών χώρων, χρησιμοποιούνται από όλο σχεδόν το πολιτικό φάσμα, που καλύπτει τόσο το αντιμνημονιακό όσο και το μνημονιακό μπλοκ. Έτσι, η αγωνιστική διάθεση του τραγουδιού συμβαδίζει άλλοτε με τον «αντισυστημικό» ή τον ριζοσπαστικό χαρακτήρα της ρητορικής και των διεκδικήσεων ετερόκλητων κομματικών σχηματισμών και προσώπων, ενώ άλλοτε η χρήση του άσματος συμβαδίζει με την αλλαγή του πολιτικού σκηνικού και την ανατροπή των ακολουθούμενων πολιτικών. Κοινή συνισταμένη παραμένει η προσμονή ενός καλύτερου μέλλοντος. Και είναι πρωτίστως αυτό το τελευταίο που προσδίδει, μαζί με την αρχική προέλευση και την ιστορική διαδρομή της «Ξαστεριάς», ένα είδος «υπερκομματικού» χαρακτήρα στο εν λόγω τραγούδι.
«Η χρήση της γλώσσας και η ιστορία ενός λαού μέσα από τις παραλλαγές ενός δημοτικού τραγουδιού» είναι ο υπότιτλος που αυθόρμητα έβαλα στο δοκίμιό σας κατά την ανάγνωσή του. Πόσο συμφωνείτε;
Από όσα ανέφερα πρωτύτερα, καθίσταται εμφανές ότι ο υπότιτλος που επιλέξατε είναι απόλυτα πετυχημένος. Καθώς περνούν τα χρόνια, μαζί με την εξέλιξη της γλώσσας και της ιστορίας ενός λαού, παραλλάσσονται και τα τραγούδια του και, εν τέλει, προσαρμόζονται στα συμφραζόμενα της κάθε περιόδου. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι σε κάθε εποχή ένα τραγούδι, όπως η «Ξαστεριά», μπορεί να ενταχθεί ώστε να (ανα)παριστά τις ανάλογες συγκυρίες και τις μεμονωμένες ή συλλογικές αντιδράσεις, για να απενταχθεί στη συνέχεια, όταν οι συνθήκες θα έχουν αλλάξει, και ακολούθως να επανενταχθεί σε νέα περιβάλλοντα.
Κοινή συνισταμένη παραμένει η προσμονή ενός καλύτερου μέλλοντος. Και είναι πρωτίστως αυτό το τελευταίο που προσδίδει, μαζί με την αρχική προέλευση και την ιστορική διαδρομή της «Ξαστεριάς», ένα είδος «υπερκομματικού» χαρακτήρα στο εν λόγω τραγούδι.
Ανατρέχοντας στην ιστορία της χώρας μας, πάντα αναζητούσαμε και αναμέναμε την «ξαστεριά». Ποιες περίοδοι ήταν εκείνες όπου η «ξαστεριά» όντως υπήρχε;
Η ελπίδα και η διεκδίκηση ενός δίκαιου, ασφαλούς, ειρηνικού, προσοδοφόρου και, με μια λέξη, φωτεινού μέλλοντος δεν έπαψαν και δεν θα πάψουν να αποτελούν πρωταρχικούς στόχους κάθε κοινωνίας, επομένως και της ελληνικής. Κάθε περίοδος, δε, είχε και έχει τις θετικές και τις αρνητικές όψεις της και θα περικλείει εντός της ενθυμήσεις (καλές και κακές) του παρελθόντος και προανακρούσματα του αύριο. Σε κάθε περίπτωση, μου είναι δύσκολο προσωπικά να προσδιορίσω περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας που η κοινωνία βρέθηκε σε «πραγματικά καλή κατάσταση». Οι περισσότερες είχαν θετικές και αρνητικές πλευρές και επιπτώσεις, σε βαχυπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη κλίμακα.
Η πρόσφατη μαύρη περίοδος είναι αυτή που βιώνουμε τα τελευταία 8 χρόνια. Υπάρχει δυνατότητα ανάκαμψης;
Η πρόσφατη κρίση είναι βαθιά και πολύπλευρη. Δεν είναι μόνο οικονομική, είναι ταυτόχρονα αξιακή και πολιτισμική. Είμαι φύσει αισιόδοξος και όχι μόνο θεωρώ ότι θα υπάρξει ανάκαμψη, αλλά ελπίζω ότι μέσα από την κρίση θα βγούμε σοφότεροι και καλύτεροι. Έρχομαι καθημερινά σε επαφή με νέους ανθρώπους, βλέπω τις δυνατότητές τους και τη θέλησή τους και πιστεύω σε αυτούς.
Είμαστε υπερήφανοι για την ιστορία μας ως λαός, ενώ δεν τη γνωρίζουμε. Πώς σχολιάζετε τη φράση αυτή;
Όποιος δεν γνωρίζει σε βάθος την ιστορική διαδρομή του τόπου του, του έθνους του, των γειτόνων του και των άλλων λαών, γενικότερα, πέρα από το ότι θα έχει διαρκώς ένα έλλειμμα παιδείας, δεν θα μπορεί, ως πολίτης, να είναι συνειδητά υπερήφανος για το παρελθόν και τα όποια επιτεύγματα των προγόνων του, ενώ την ίδια στιγμή θα κινδυνεύει να περιχαρακωθεί στις προκαταλήψεις του και στα στερεότυπα που του σερβίρουν και θα αδυνατεί να καταλάβει τους άλλους.
Τι λείπει από το εκπαιδευτικό μας σύστημα και οι μαθητές και φοιτητές δεν αγαπάνε το μάθημα της Ιστορίας και δεν γνωρίζουν Ιστορία;
Και οι μαθητές και οι φοιτητές αγαπούν την Ιστορία, όταν τη διδάσκονται από ελκυστικά γραμμένα βιβλία και καταρτισμένους, χωρίς παρωπίδες και αγκυλώσεις, διδάσκοντες. Για το πρώτο, ειδικά για τις δύο πρώτες βαθμίδες της εκπαίδευσης, απαιτείται, με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, πολιτική βούληση και πνεύμα συναίνεσης. Για το δεύτερο, χρειάζονται στιβαρές σπουδές, κίνητρα από την Πολιτεία, φιλότιμο και προσωπικό μεράκι. Πολύ φοβούμαι ότι έχουν μείνει κυρίως τα δύο τελευταία. Οι διαρκείς αλλαγές στην ύλη, στη δομή και στο ύφος των σχολικών βιβλίων, ώστε να προσαρμόζονται στις συνεχώς μεταλλασσόμενες εκπαιδευτικές πολιτικές διαδοχικών κυβερνήσεων, και η σταδιακή υποβάθμιση του μαθήματος της Ιστορίας στο ωρολόγιο πρόγραμμα, δεν βοηθούν στην ελκυστική και αποτελεσματική διδασκαλία του. Επειδή η Ιστορία, όπως άλλωστε η Λογοτεχνία και η Γλώσσα, είναι κλάδοι συνυφασμένοι διαχρονικά με την ίδια τη ζωή, μια διαθεματική διδασκαλία τους, ενδεχομένως, θα συντελούσε στη συνειδητοποίηση, από την πλευρά των μαθητών, ότι το κάθε αντικείμενο έχει την ιστορική του διαδρομή, ότι ποικίλες όψεις του αποτυπώνονται σε λογοτεχνική μορφή και πως χρησιμοποιεί τη δική του ειδική γλώσσα. Τοιουτοτρόπως, ειδικά η Ιστορία ως αντικείμενο μπορεί (και αξίζει) να διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο στην εκπαίδευση των μαθητών και να καταστεί πολλαπλά επωφελής και ευχάριστη γι’ αυτούς.
Χαριτίνη Μαλισσόβα, εκπαιδευτικός και αρθρογράφος λογοτεχνίας στην εφημερίδα Θεσσαλία.
 Χαριτίνη Μαλισσόβα Δημοσιεύτηκε 07 Αυγούστου 2017
«Πότε θα κάνει ξαστεριά» Από τις ρίζες των Λευκών Ορέων στην πανελλήνια χρήση Γιώργος Ανδρειωμένος Ι. Σιδέρης«Πότε θα κάνει ξαστεριά»Από τις ρίζες των Λευκών Ορέων στην πανελλήνια χρήση
Γιώργος Ανδρειωμένος
Ι. Σιδέρης
376 σελ.
ISBN 978-960-08-0758-5
Τιμή: €16,00

http://diastixo.gr/

Βιβλίο & Τέχνες | diastixo.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου