Τετάρτη 18 Οκτωβρίου 2017

Μαρία Κουγιουμτζή: συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

Η Μαρία Κουγιουμτζή γεννήθηκε το 1945 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά Η λέξηΕντευκτήριο, Πάροδος, Πανδώρα, Παρέμβαση και Ένεκεν. Ποίησή της έχει δημοσιευτεί στα περιοδικά Εντευκτήριο και Πάροδος.
Το βιβλίο της Άγριο βελούδο τιμήθηκε με τα βραβεία διηγήματος του περιοδικού Διαβάζω (2009) και του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (2010).
Ένα απλό βλέμμα, ένας ήχος, μια λέξη και όλα οργανώνονταν από μόνα τους. Το μηδέν είναι το αυγό που τα περιέχει όλα. Μια εικόνα, μια σκέψη μπορεί να το διαρρήξει και το παν ξεχύνεται.
Ποια ήταν τα πρώτα σας διαβάσματα;
Ντοστογέφσκι, Βιζυηνός, Παπαδιαμάντης και δημοτική ποίηση.
Πώς ξεκίνησε η ιδέα της συγγραφής του βιβλίου;
Η ίδια πάντοτε. Αυτά που γίνονται γύρω μου και μέσα μου. Η ασύνειδη αναζήτηση των άκρων στην άβυσσο της ανθρώπινης ψυχής. Η οργή μου προς το κακό και η συμπόνια μου γι’ αυτούς που το υφίστανται αλλά και γι’ αυτούς που το διαπράττουν. Το διπλό, καλό-κακό, που κατέχει τον άνθρωπο.
Ήμουν φανατική αναγνώστρια και ονειροπόλος τύπος. Ήταν επόμενο να γράψω, χωρίς καμιά ιδέα. Χωρίς πρόγραμμα και στόχο. Ένα απλό βλέμμα, ένας ήχος, μια λέξη και όλα οργανώνονταν από μόνα τους. Το μηδέν είναι το αυγό που τα περιέχει όλα. Μια εικόνα, μια σκέψη μπορεί να το διαρρήξει και το παν ξεχύνεται. Είναι ένα μυστήριο που τα κείμενα πρέπει να το περιέχουν. Το γίγνεσθαι πρέπει να περιέχει και να υπερέχει της σκέψης. Οι ιδέες πρέπει να ενσωματώνονται στη δράση, να σωματοποιούνται, όπως στον Ντοστογέφσκι, και ταυτόχρονα να μένουν αινιγματικές και απρόσμενες. Να ανοίγουν δρόμους μέσα στην ομίχλη των αισθήσεων.
Στο πρώτο διήγημα, «Ο βάλτος», γράφετε για έναν βοηθό γιατρού που επισκέπτεται έναν ηλικιωμένο, τον Γαβρήλο. Όλα αυτά λαμβάνουν χώρα μέσα σε μια ομιχλώδη ατμόσφαιρα. Μήπως αυτή η κατάσταση δίνει μια εικόνα της σημερινής κοινωνίας μας;
Κυρίως διαπραγματεύεται το θέμα της μνήμης. Τα κόκαλα που ξερνάει ο βάλτος είναι για να θυμόμαστε τα λάθη μας, γιατί αν τα ξεχνάμε θα τα επαναλάβουμε. Ο Γαβρήλος ζει με τους νεκρούς του χωρίς να έχει συνειδητοποιήσει τις ενοχές του. Απλώς έχουν αφήσει πάνω του τα σημάδια τους. Ξέρει πως στον αποξηραμένο βάλτο, το στάχυ που φυτρώνει πάνω απ’ τους νεκρούς περιέχει κάτι από την καρδιά , το νεφρό τα μάτια τους. Τρώμε τους νεκρούς μας με απάθεια. Ξεχνάμε. Το πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης έχει χτιστεί πάνω στους τάφους των Εβραίων. Γι αυτό δεν γίνεται καλύτερος ο κόσμος. Κάθε γενιά αρχίζει από την αρχή. Ας έχει εφόδιό της την πληροφορία. Η πληροφορία δεν είναι ζωή, δεν έχει αίμα.
Οι κοινωνίες όλες λίγο πολύ, πάντοτε, έχουν τις ζοφερές πλευρές τους, σήμερα αυτές εξαπλώνονται περισσότερο, και δείχνονται περισσότερο από τα μέσα ενημέρωσης. Διανύουμε όχι την ουτοπία αλλά τη δυστοπία. Ο βάλτος είναι μια μικρή αντανάκλασή της.
Γεννήθηκα στην καρδιά του Εμφυλίου κι αυτά που άκουγε και ζούσε το νήπιο σώμα μου και ο αδιαμόρφωτος ψυχισμός μου φαίνεται πως στοίχειωσαν μέσα μου και εμφανίζονται όταν παρόμοιες συνθήκες δείχνουν τα δόντια τους. Γύρω μας οι πόλεμοι ξεβράζουν τη φρίκη τους πάνω μας με τη μορφή των δύστυχων προσφύγων και μεταναστών.
Τα ανθρώπινα πάθη, οι αδυναμίες, έχουν τεράστια δύναμη. Η συνείδηση δεν είναι μαγικό χαλινάρι για να τα συγκρατεί. Το να συνειδητοποιείς το κακό δεν σε εμποδίζει να το κάνεις.
Κάποια διηγήματα απηχούν γεγονότα της περιόδου του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου. Τι σας γοητεύει από εκείνη την εποχή;
Δεν με γοητεύει, με απωθεί. Γράφω για τη βία γιατί μου είναι αδιανόητη η ύπαρξή της. Τονίζω την απόστασή μας από την ειρήνη, και το αίσχος του πολέμου. Η ειρήνη, η ελευθερία έχουν γίνει κουρελόχαρτα, κι όχι μόνο σε καιρό πολέμου. Απλώς εκεί αναδύεται μέσα από τον άνθρωπο η τερατώδης δύναμη των ενστίκτων, που παρ’ όλο τον πολιτισμό και την εξέλιξή μας, στις κρίσιμες ώρες σηκώνει κεφάλι. Ο πόλεμος είναι η χειρότερη σχιζοφρένεια που υπάρχει. Μια σχιζοφρένεια αρκετά επινοητική ώστε να ανανεώνεται ο κόσμος. Αυτό είναι ένα ακόμα πρόσωπο της Ζωής, λίπασμα για τους επερχόμενους.
Στα διηγήματα «Περνώντας πλάι τους» και «Ακόμα ένα βράδυ στο δρόμο», εντοπίζετε μερικά από τα κοινωνικά προβλήματα που ταλανίζουν την κοινωνία μας. Μπορεί ο συγγραφέας να αφυπνίσει την κοινωνία με τα γραπτά του;
Όχι, δεν μπορεί. Απλώς εκείνα τα πρόσωπα που ήδη είναι αφυπνισμένα αισθάνονται πως δεν είναι μόνα. Ο συγγραφέας βρίσκει ως ένα σημείο τον εαυτό του ψάχνοντας τον ίδιο τον εαυτό του. Συντελείται ένα είδος αυτογνωσίας, είσαι υποψιασμένος, δεν ωραιοποιείς τον εαυτό σου και τις καταστάσεις. Είναι μοναχική πάλη και συνήθως χωρίς αποτελέσματα ικανά να σε αλλάξουν. Τα ανθρώπινα πάθη, οι αδυναμίες, έχουν τεράστια δύναμη. Η συνείδηση δεν είναι μαγικό χαλινάρι για να τα συγκρατεί. Το να συνειδητοποιείς το κακό δεν σε εμποδίζει να το κάνεις. Η ροπή προς αυτό είναι ενδογενής. Ίσως οι μεγάλοι δημιουργοί ανοίγουν νέους ορίζοντες που βοηθούν τους αναγνώστες να καταλάβουν και να αισθανθούν περισσότερο τον κόσμο, αλλά όχι να τους κάνουν καλύτερους. Κυρίως να καταλάβουν τον άλλον άνθρωπο, να τον δεχτούν.
Τα συμφέροντά μας αλληλοσυγκρούονται και οι κοινωνίες πρέπει να έχουν ιδιαίτερα ηθικό ανάστημα για να αντεπεξέλθουν, κάτι που σχεδόν είναι αδύνατον. Από την πρώτη γυμνασίου μου είχε κάνει εντύπωση το αδιέξοδο που εξέφραζε μια μάνα στο γνωστό κείμενο, ως προς τι να ευχηθεί, να βρέξει ή να κάνει λιακάδα, γιατί ο ένας της γιος ήταν κεραμοποιός και είχε ανάγκη τον ήλιο κι ο άλλος γεωργός και είχε ανάγκη τη βροχή. Αυτό το αρχαίο κείμενο βάζει πολλά πράγματα στην αδιέξοδο θέση τους. Κάτι που ούτε ο Θεός ούτε η φύση μπορεί να διευθετήσει.
Τα πρόσωπα δεν περπατούν απλώς πλάι μου, εγώ γίνομαι όλα τα πρόσωπα. Δεν ξέρω τι θα πω, δεν το προσχεδιάζω. Αφήνομαι στο ασυνείδητο να αναδυθεί ο κόσμος που πέρασε μέσα μου, τα αισθήματά μου, η οργή μου, οι επιθυμίες μου, οι απογοητεύσεις, όσα έχασα ή δεν βρήκα.
Ορισμένα διηγήματα ιστορούν την απιστία – «Με τη φωνή του»– ή τον αιώνιο έρωτα – «Νίνα». Γιατί ο έρωτας είναι διαχρονικός;
Φυσικά και είναι διαχρονικός. Μας ταλανίζει ως τα βαθιά γεράματα. Αλλά όχι διαχρονικός προς ένα πρόσωπο. Αυτό δεν αντέχεται. Εκτός αν δεν ικανοποιείται. Τότε υπάρχει περίπτωση να διατηρηθεί επί μακρόν. Ίσως οι πλατωνικοί έρωτες να έχουν περισσότερη αντοχή, γιατί δεν μεσολαβεί ο κορεσμός. Διαχρονική είναι η τάση μας να ερωτευόμαστε. Κι αυτό είναι ένα μυστήριο, αφού δεν υπάρχει το δικαιολογητικό της διαιώνισης του είδους. Οι γέροι δεν τεκνοποιούν, αλλά ερωτεύονται. Ίσως να είναι προάγγελος αυτού που ήδη συμβαίνει, να γεννάνε οι ηλικιωμένοι μέσω της τεχνολογίας. Άλλωστε ο έρωτας δεν απευθύνεται μόνο στον άνθρωπο, απευθύνεται σε παν αισθητό και μη. Κουβαλά πίσω του την ευφορία της δημιουργίας που φέρνει ένα είδος ευτυχίας.
Η γραφή σας είναι δουλεμένη και έχετε μια ιδιότυπη λογοτεχνική ματιά. Ποια είναι τα μυστικά της γραφής του συγγραφέα; Τι πρέπει να προσέχει και τι να αποφεύγει;
Δεν μπορώ να προτείνω τρόπους, γιατί δεν έχω. Εγώ όταν γράφω είναι σα να ονειρεύομαι. Τα πρόσωπα δεν περπατούν απλώς πλάι μου, εγώ γίνομαι όλα τα πρόσωπα. Δεν ξέρω τι θα πω, δεν το προσχεδιάζω. Αφήνομαι στο ασυνείδητο να αναδυθεί ο κόσμος που πέρασε μέσα μου, τα αισθήματά μου, η οργή μου, οι επιθυμίες μου, οι απογοητεύσεις, όσα έχασα ή δεν βρήκα. Δεν γράφω βιωματικά. Αν προσπαθήσω να πω ένα αληθινό γεγονός δεν το λέω καλά. Πρέπει να περάσει πάνω του η πατίνα όχι μόνο του χρόνου αλλά του μύθου. Φυσικά δεν είναι ξεκάρφωτα, η εμπειρία τα έχει χωνέψει, σαν τους νεκρούς μας που χάνουν τη σαρκική παρουσία τους, μένει μέσα μας το φάσμα τους και διαρκώς ανανεώνεται η σχέση μας μαζί του.
Αν και τα διηγήματα δεν έχουν εκδοτική επιτυχία, δείχνετε ότι αγαπάτε αυτού του είδους τη γραφή. Γιατί σας γοητεύει το διήγημα;
Δεν ξέρω αν με γοητεύει περισσότερο από τα άλλα είδη γραφής, απλά σ’ αυτό έχω περισσότερη κλίση. Άλλωστε τώρα είναι η εποχή του μικρού. Τα πάντα τρέχουν, οι άνθρωποι δεν έχουν χρόνο. Κυρίως έχει χαθεί ο προσωπικός χρόνος. Έχει δολοφονηθεί. Μέσα στη γραφή τον ξανααισθάνεσαι, τον ξαναγεύεσαι. Όμως έχω ήδη εκδώσει ένα μυθιστόρημα και τώρα γράφω παράλληλα με τα διηγήματα κι ένα άλλο. Ένα ερωτικό μυθιστόρημα με πολλές καμπύλες του έρωτα.
Τι λείπει που θα μπορούσε η πολιτεία να το προσφέρει και να βοηθήσει το βιβλίο;
Αυτά που κάνουν τα ανεπτυγμένα κράτη. Χώρο και χρόνο στον συγγραφέα, κάτι αδύνατον στο φτωχό μας κράτος. Εντούτοις θα μπορούσαν να γίνονται περισσότερες μεταφράσεις. Και η σωστή ενημέρωση από τα μέσα. Επίσης ο συντηρητισμός που αλυσοδένει κάθε νέο βλέμμα να περιοριστεί και να δοθεί χώρος για πειραματισμούς, ακόμα κι αν αποτυγχάνουν.
Σήμερα τα έντυπα περιοδικά έχουν λιγοστέψει. Οι περισσότεροι αναγνώστες διαβάζουν από το διαδίκτυο. Είμαστε στην αρχή μιας άλλης εποχής;
Οπωσδήποτε. Απ’ όλες τις απόψεις. Και όπως κάθε καινούριο έχει και τα καλά και τα άσχημά του. Αποκτήσαμε ταχύτητα ως προς την πρόσβαση αλλά τελικά έγινε όπως με τα αυτοκίνητα, χάνουμε περισσότερο χρόνο από την… πολυκυκλοφορία. Τα ηλεκτρονικά περιοδικά φορτώνονται καθημερινά και βομβαρδίζεσαι από τα κείμενα. Πόση πνευματική τροφή μπορείς ν’ αντέξεις; Η επιλογή σου γίνεται απ’ αυτά (αυτούς) που γνωρίζεις. Κι αυτά (αυτούς) που δεν γνωρίζεις; Πόσο μπορείς να ψάξεις; Στο έντυπο περιοδικό, που δυστυχώς η κατάσταση της χώρας και όχι το διαδίκτυο τα λιγοστεύει, μιας και αδυνατούν να αντεπεξέλθουν οικονομικά, ο εκδότης του αναλάμβανε υπεύθυνα αυτό τον ρόλο, να προβάλλει το νέο που είναι αξιόλογο. Έτσι ξεχώριζε ένα καλό περιοδικό και επιβάλλονταν. Αλλιώς έσβηνε. Όμως το μέλλον είναι το διαδίκτυο. Ελπίζω πως σιγά σιγά θα μπουν κανόνες και θα κατασταλεί η αυθαιρεσία.
Ποιο βιβλίο διαβάσατε τελευταία και σας έκανε εντύπωση;
Τα δύο βιβλία του Κρασναχορκάι. Οι ήρωές του είναι ο σύγχρονος πρίγκιπας Μίσκιν του Ντοστογέφσκι. Το φύσει καλό καταπατάται και φτάνει στην τρέλα ή στην απομόνωση μη αντέχοντας τη σκληρότητα του πραγματικού-ρεαλιστικού. Το αλαλούμ και το ανεύθυνο, το πολύπλοκο και δολοπλόκο του σύγχρονου κόσμου. Όχι ότι αυτά δεν γίνονταν πάντα, απλώς τώρα η βιομηχανία του κακού έχει εξαπλωθεί. Το καλό είναι ονειροπόλο, αυθόρμητο, ελεύθερο, χωρίς περιουσία αλλά με την ουσία που δίνει η ίδια η ύπαρξη. Κάτι που το κακό όταν εξαπλώνεται όπως τώρα, παγκόσμια σχεδόν, χάνει κι αυτό τη γεύση του. Δέχεσαι λίγο αλάτι στο φαγητό σου, αλλά όχι τόνους.
Τι σας έμαθαν οι γονείς σας και το τηρείτε ακόμη;
Αξιοπρέπεια και αλληλεγγύη. Να μην κινούμαι σαν αρπαχτικό, αλλά να παραμερίζω, να δίνω χώρο και στον άλλον. 
ola aggigmaΌλα μπορούν να συμβούν μ' ένα άγγιγμα
Μαρία Κουγιουμτζή
Καστανιώτης
248 σελ.
ISBN 978-960-03-6078-3
Τιμή: €13,00

Βιβλίο & Τέχνες | diastixo.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου