Τρίτη 14 Απριλίου 2026

Δημήτρης Ψαθόπουλος: συνέντευξη στην Κωνσταντίνα Δρακουλάκου

 


Ο Δημήτρης Ψαθόπουλος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Φαρμακευτική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και Δημιουργική Γραφή στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Έχει γράψει διηγήματα και θεατρικά. Από τις Εκδόσεις Κέδρος κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά του Ένα βιολί στο χρώμα του πάγου (2020) και Άγνωστες λέξεις (2025), το οποίο μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη.

Πώς αξιοποιήσατε αρχειακό υλικό για να σμιλεύσετε την ατμόσφαιρα της μεταπολεμικής Θεσσαλονίκης του ’48;

Ξεκίνησα από τα ίδια τα γεγονότα της υπόθεσης Πολκ, αλλά δεν με ενδιέφερε να τα αναπαραστήσω στεγνά. Έψαξα σε εφημερίδες της εποχής, σε δικαστικά αρχεία, σε φωτογραφίες και μαρτυρίες για να καταλάβω όχι μόνο τι έγινε, αλλά πώς ένιωθαν οι άνθρωποι που ζούσαν τότε στη Θεσσαλονίκη – μια πόλη πληγωμένη από την Κατοχή, γεμάτη φόβο, καχυποψία και σιωπή. Το αρχειακό υλικό ήταν ο σκελετός· την ατμόσφαιρα την έδωσε το συναίσθημα που ανέβλυζε πίσω από τις γραμμές. Δεν ήθελα να γράψω ιστορικό ρεπορτάζ, αλλά να αποτυπώσω εκείνη την αίσθηση πνιγμού, το βάρος τού να μην μπορείς να μιλήσεις. Αυτή η σιωπή είναι που, νομίζω, χρωματίζει όλο το βιβλίο.

Η υπόθεση Πολκ παραμένει μυστηριώδης και σκοτεινή. Τι σας ώθησε να την ξαναφέρετε στο φως μέσα από ένα μυθιστόρημα και όχι, λόγου χάρη, μέσα από ένα ιστορικό δοκίμιο;

Η υπόθεση Πολκ δεν με ενδιέφερε ως ανεξιχνίαστο έγκλημα, αλλά ως καθρέφτης μιας εποχής. Μιας Ελλάδας που βγήκε από τον πόλεμο διχασμένη, εξαντλημένη και βουτηγμένη στην καχυποψία. Το μυθιστόρημα μου έδωσε την ελευθερία να φωτίσω εκείνο το σκοτάδι όχι μόνο με γεγονότα, αλλά με συναισθήματα, σιωπές και αντιφάσεις. Ένα ιστορικό δοκίμιο θα έμενε αναγκαστικά στα δεδομένα. Η λογοτεχνία, αντίθετα, μπορεί να ανασυνθέσει την ψυχολογία της εποχής, να δώσει φωνή σε όσους δεν είχαν ποτέ δικαίωμα λόγου. Με ενδιέφερε περισσότερο η αλήθεια που δεν καταγράφεται στα πρακτικά – η αλήθεια που ζει μέσα στους ανθρώπους.

Η αφήγηση κινείται ανάμεσα στο μυθιστόρημα, το θεατρικό και το ντοκιμαντέρ. Πώς ισορροπείτε τη συναρπαστική αφήγηση με τη ρεαλιστική έρευνα;

Δεν πιστεύω ότι υπάρχει απόλυτη γραμμή ανάμεσα στη λογοτεχνία και την έρευνα. Το ζητούμενο για μένα δεν ήταν να κάνω «ρεπορτάζ», αλλά να μείνω πιστός στο πνεύμα της εποχής και στα ίχνη των ανθρώπων που έζησαν τότε. Το τεκμηριωμένο υλικό λειτούργησε σαν άγκυρα – να μη χαθεί η ιστορική αλήθεια. Η μυθοπλασία, από την άλλη, μου επέτρεψε να φωτίσω όσα δεν μπορούν να ειπωθούν με ημερομηνίες και αρχεία: τον φόβο, την ενοχή, τη συγκάλυψη. Η ισορροπία κρατήθηκε με ένα βασικό κριτήριο: κάθε φράση, κάθε σκηνή, έπρεπε να μπορεί να σταθεί και ως λογοτεχνία και ως αληθοφάνεια. Αν κάτι φαινόταν «εντυπωσιακό» αλλά όχι αληθινό, το έσβηνα χωρίς δεύτερη σκέψη.

Η σιωπή μπορεί να είναι πιο επικίνδυνη κι από το ψέμα.

Ένα μυθιστόρημα που «δεν διεκδικεί να δώσει απαντήσεις», αλλά δείχνει «μια σταγόνα πιθανότητας». Τι σας ώθησε να κρατήσετε αυτή την οπτική;

Η αλήθεια γύρω από την υπόθεση Πολκ έχει θαφτεί κάτω από τόσα στρώματα ψεύδους, φόβου και σκοπιμοτήτων, που κανείς δεν μπορεί πια να τη διακρίνει καθαρά. Δεν θα είχε νόημα να προσποιηθώ ότι την κατέχω εγώ. Προτίμησα λοιπόν να δείξω μόνο μια πιθανότητα – μια ρωγμή μέσα από την οποία μπορεί να φανεί κάτι. Η λογοτεχνία, άλλωστε, δεν είναι δικαστήριο· δεν δίνει ετυμηγορία. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να κρατήσει ανοιχτή τη συζήτηση, να σε βάλει να σκεφτείς ποιοι είμαστε και πόσα είμαστε ικανοί να θάψουμε, για να νιώθουμε ήσυχοι. Αυτή η «σταγόνα πιθανότητας» είναι, νομίζω, πιο τίμια από μια ψεύτικη βεβαιότητα.

Από τις λέξεις «σιωπή», «ενοχή» και «αμφιβολία», που αναδεικνύονται στο βιβλίο σας, ποια πιστεύετε ότι έχει τη μεγαλύτερη απήχηση στο συλλογικό τραύμα της ελληνικής μεταπολεμικής συνείδησης;

Η λέξη είναι σιωπή. Η ενοχή υπάρχει, αλλά μένει ανομολόγητη· η αμφιβολία υπάρχει, αλλά σκεπάζεται. Αυτό που πραγματικά χαρακτήρισε τη μεταπολεμική Ελλάδα είναι η σιωπή – η συμφωνία να μη μιλάμε για ό,τι έγινε, να μην ψάχνουμε ποιος είχε δίκιο και ποιος άδικο. Αυτή η σιωπή πέρασε από γενιά σε γενιά, έγινε τρόπος ζωής. Κι αυτό το κουκούλωμα, αυτό το «άσ’ το καλύτερα», είναι που μας κρατά ακόμη ανώριμους απέναντι στην ιστορία μας. Αυτό ήθελα να δείξω μέσα από το βιβλίο: ότι η σιωπή μπορεί να είναι πιο επικίνδυνη κι από το ψέμα.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Η γραφή σας αποφεύγει τις δηλώσεις· είναι επιλεκτικά λιτή και πυκνή. Τι σημαίνει για εσάς να φτάσει κανείς «στο φως της ανθρώπινης εμπειρίας» μέσω της σιωπής;

Πιστεύω πως ό,τι έχει πραγματική βαρύτητα στη ζωή, δύσκολα μπορεί να ειπωθεί. Οι άνθρωποι δεν μιλούν εύκολα για όσα τους πονάνε, ούτε για όσα τους εκθέτουν. Κι εκεί ακριβώς βρίσκεται το «φως» – όχι στα λόγια, αλλά σε αυτό που μένει ανάμεσά τους. Η σιωπή στη γραφή δεν είναι έλλειψη· είναι χώρος για τον αναγνώστη να νιώσει, να συμπληρώσει, να συμμετάσχει. Προτιμώ να αφήνω μια φράση να αιωρείται, παρά να την εξαντλώ με εξηγήσεις. Το φως της ανθρώπινης εμπειρίας δεν έρχεται από τις απαντήσεις, αλλά από τη στιγμή που τολμάς να σταθείς απέναντι σε κάτι χωρίς να μπορείς να το εξηγήσεις.

Ως αποτύπωση μιας στιγμής ψυχροπολεμικής έντασης, που «η αλήθεια δεν είναι αρετή αλλά απειλή», τι μας λέει το βιβλίο για τη συλλογική μνήμη;

Το βιβλίο μιλά για μια εποχή όπου η αλήθεια μπορούσε να σε καταστρέψει. Όποιος μιλούσε, έμπαινε στο στόχαστρο· όποιος σιωπούσε, επιβίωνε. Αυτό το δίλημμα –ανάμεσα στη σιωπή και την έκθεση– άφησε βαθύ αποτύπωμα στη συλλογική μας μνήμη. Μάθαμε να υποψιαζόμαστε την αλήθεια, να τη φοβόμαστε. Να προτιμάμε την ασφάλεια του μισόλογου από το ρίσκο του ξεκαθαρίσματος. Η Ελλάδα κουβαλά ακόμη αυτή την κληρονομιά. Δεν είναι μόνο ιστορικό τραύμα· είναι τρόπος να θυμόμαστε επιλεκτικά, να ξεχνάμε ό,τι μας φέρνει σε δύσκολη θέση. Αυτό ήθελα να δείξω: ότι χωρίς αλήθεια, η μνήμη γίνεται σκηνοθεσία – και κάποτε αρχίζεις να πιστεύεις τα ψέματα που είπες για να σωθείς.

Χωρίς αλήθεια, η μνήμη γίνεται σκηνοθεσία.

Πώς, κατά τη γνώμη σας, διαμορφώνει σήμερα η «εξουσία του λόγου» τον δημόσιο χώρο στην Ελλάδα –ιδίως μέσω των ΜΜΕ, των πολιτικών και της πολιτικής ορθότητας– σε σύγκριση με τα «σκοτεινά συμβόλαια» και τις έμμεσες συμμαχίες εξουσίας που καθόρισαν την εποχή του ’48;

Το ’48 η εξουσία λειτουργούσε μέσα από τον φόβο και την καχυποψία. Σήμερα λειτουργεί μέσα από τον θόρυβο. Τότε απαγορευόταν να μιλήσεις· τώρα μιλούν όλοι, αλλά ελάχιστοι λένε κάτι ουσιαστικό. Η «εξουσία του λόγου» δεν έχει χαθεί, απλώς άλλαξε μορφή. Τα ΜΜΕ, τα κοινωνικά δίκτυα, η πολιτική ορθότητα, όλα μαζί δημιουργούν ένα νέφος όπου το νόημα πνίγεται μέσα στην υπερπαραγωγή απόψεων. Δεν υπάρχει λογοκρισία, υπάρχει σύγχυση. Και μέσα στη σύγχυση, η εξουσία κάνει πάλι τη δουλειά της – πιο ήσυχα, πιο αποδοτικά. Το κοινό κουράζεται, παραιτείται και, στο τέλος, αποδέχεται ό,τι του σερβίρουν, αρκεί να μη χρειάζεται να ψάξει βαθύτερα. Αυτός είναι ο σύγχρονος «μηχανισμός επιβολής»: όχι το φίμωτρο, αλλά ο θόρυβος.

Κλείνετε το έργο με την πρόσκληση να «σταθούμε ενεργητικά» απέναντι στο παρελθόν. Πείτε μας, ποιο είναι το πιο επείγον θέμα μνήμης για τον σύγχρονο αναγνώστη;

Το πιο επείγον θέμα μνήμης είναι να θυμηθούμε ποιοι ήμασταν όταν φοβόμασταν. Έχουμε την τάση να ξαναγράφουμε το παρελθόν μας με τρόπο βολικό – να ξεχνάμε τις ευθύνες μας, να παρουσιάζουμε την ιστορία σαν κάτι που μας συνέβη, όχι σαν κάτι που συνδιαμορφώσαμε. Η μνήμη δεν είναι μουσείο· είναι εργαλείο αυτογνωσίας. Αν δεν τολμήσουμε να δούμε κατάματα τις δικές μας μικρές συνενοχές, θα επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη με άλλα πρόσωπα και άλλες λέξεις. Η πρόσκληση να «σταθούμε ενεργητικά» σημαίνει ακριβώς αυτό: να μη χρησιμοποιούμε το παρελθόν για να μας δικαιώνει, αλλά για να μας ξεβολεύει.

Μετά την ανάγνωση ενός έργου όπως το δικό σας, ποιο ερώτημα πιστεύετε ότι θα πρέπει να θέτει στον εαυτό της η νέα γενιά σχετικά με τη δικαίωση της ιστορικής αλήθειας ή τη συνειδητή διαχείριση της συλλογικής μας μνήμης;

Η νέα γενιά πρέπει να αναρωτηθεί: Τι κάνω εγώ με την αλήθεια που κληρονομήσαμε – την κρύβω, την παραποιώ ή την αντιμετωπίζω; Η δικαίωση της ιστορικής αλήθειας δεν είναι θέμα θεωρητικής γνώσης· είναι θέμα επιλογής. Και η συλλογική μνήμη δεν μας προστατεύει αν την αφήνουμε να γίνεται μνήμη βολική, μνήμη που συγκαλύπτει ευθύνες. Το κρίσιμο ερώτημα είναι, λοιπόν, προσωπικό: Θα δεχθώ να υποκύψω κι εγώ ή θα τολμήσω να δω τι πραγματικά συνέβη, ακόμη κι αν αυτό με ανατρέπει;

 

Άγνωστες λέξεις
Δημήτρης Ψαθόπουλος
Κέδρος
384 σελ.
ISBN 978-960-04-5500-7
Τιμή €13,50

Η Κωνσταντίνα Δρακουλάκου είναι δημοσιογράφος.

https://diastixo.gr/sinentefxeis/ellines/25492-dimitris-pasaropoulos


https://diastixo.gr 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου