- Ανθούλα Δανιήλ
Ήρθεν η ώρα κι ο καιρός… και τα γλυκοκέλαδα πουλιά φτερούγισαν… Έτσι μας προετοιμάζει ο Κορνάρος για το ευτυχές γεγονός και η συγκεντρωτική έκδοση του ποιητικού έργου ενός ποιητή είναι και αυτή ένα ευτυχές γεγονός, που θέλει τον χρόνο του για να ωριμάσει και να στεφθεί. Ο Γιώργος Βέης διέγραψε τον κύκλο της δημιουργίας και έφτασε σ’ αυτή την ώρα, την ώρα της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων του. Τα πενήντα χρόνια που πέρασαν από την πρώτη εμφάνιση μέχρι το 2023 που συνέβη το ευτυχές γεγονός κατέληξαν σε έναν ευμεγέθη τόμο που περιλαμβάνει περί τις 25 ενότητες. Η έκδοση είναι ωραία και λιτή, το εξώφυλλο φιλοτεχνημένο από την ταλαντούχα ζωγράφο Κλάρα Πεκ Βέη· μια λεπτομέρεια από το έργο Γκέισα, λάδι σε μουσαμά του 2009. Φυσικά, και αυτό το βιβλίο, όπως όλο το ποιητικό έργο του Βέη, έχει εκδοθεί από τον εξαιρετικό οίκο Ύψιλον.
Ο Βέης αρχίζει να χτίζει το οικοδόμημά του το 1974. Είναι 19 ετών παλικάρι. Και, στα 2023, ο ώριμος καθ’ όλα άνθρωπος και ποιητής γιορτάζει τον χρυσό αιώνα του με τη συγκεντρωτική του έκδοση. Αντιπροσωπευτικός της γενιάς του ’70, με έντονα διακριτό το στίγμα του, πολυταξιδεμένος λόγω της διπλωματικής του ιδιότητας, είδε και ένιωσε και βίωσε και ταράχτηκε και συμπόνεσε ανθρώπων άλγεα πολλά, σε όλα τα μήκη και πλάτη ή, με τα λόγια του Γιώργου Σεφέρη, «στης γης την πλάτη». Όμως και άλλα πολλά αναδύθηκαν από τα δικά του βάθη που είναι της ελληνικής γης τα πάθη, όταν, από μια βαθιά αίσθηση της εντοπιότητας, νιώθει το τοπίο να του γνέφει με χίλιους τρόπους. Γιατί, μπορεί στην ποίησή του να δούμε παράξενους ανθρώπους με παράξενα ονόματα, μπορεί να δούμε αλλότρια ήθη και έθιμα, ο Βέης έχει την ικανότητα αυτά όλα να τα ενσωματώνει στον άνθρωπο όπου γης, αλλά και να τα κάνει δικά του, να τα ελληνοποιεί, έχοντας όπως πάντα στον νου του την Ιθάκη.
Κάθε βιβλίο είναι ένα παράθυρο στον κόσμο, λένε· και αυτή η κοινοτοπία, που ποτέ δεν έχασε την επικαιρότητά της, επιβεβαιώνεται εμφατικά στο έργο του Βέη. Όπως είπε κάποτε, «είμαι τα βιβλία που διάβασα», και τα βιβλία τα δικά του, με ό,τι διάβασε, βρήκαν αναγνώστες και «συνένοχους της ευαισθησίας» του, όπως λέει ο Οδυσσέας Ελύτης, σε όλον τον κόσμο, άνοιξαν πολλά παράθυρα. Σαν τα στελέχη μιας βεντάλιας που ανοίγει μια γκέισα και αφήνει χίλιες αισθήσεις να χυθούν και όταν την κλείνει μας απομένει η ζωή και ο αγώνας, ο έρωτας και ο θάνατος.
Είχα γράψει κάποτε ότι ο Βέης μού δίνει την αίσθηση ενός διαβήτη που με το ένα πόδι μένει σταθερός στο κέντρο, στην Ελλάδα, ενώ με το άλλο κάνει τον γύρο του κύκλου, του κόσμου, των αισθήσεων, των ιδεών, των αντιλήψεων και των στοχαστικών προσαρμογών, όπως θα έλεγε ο Κ.Π. Καβάφης, για να είναι σε θέση τώρα εκείνα που κατέγραψε στις θαυμάσιες μαρτυρίες του, αλλιώς ωραία, να έχουν στιχηθεί –να έχουν μπει σε στίχους δηλαδή ή σαν νότες στο πεντάγραμμο– προσφέροντας πάλι στον λογισμό της πεζόμορφης γραφής του την ποιητική ονειρική διάσταση, για να θυμηθούμε και τον Διονύσιο Σολωμό. Στη μακρά αλυσίδα της ποίησης από τον Όμηρο μέχρι σήμερα, ο Βέης κρατά γερό τον δικό του κρίκο.
Όλα όσα περιλαμβάνει ο τόμος των σχεδόν 700 σελίδων βρίσκονται στις ξεχωριστά δημοσιευμένες εκδόσεις των συλλογών του, με την αυτοτέλειά της η καθεμία και τα εξαιρετικά από διάσημους ζωγράφους εξώφυλλά τους. Τώρα, με το κλείσιμο της βεντάλιας, όλες, σαν μέλη μιας οικογένειας ενώθηκαν σε ένα κοινό τραπέζι, στο ίδιο τραπέζι, σ’ ένα συμπόσιο, συνδαιτυμόνες. Ο ποιητής αρχηγέτης της ομήγυρης ξέρει, ο αναγνώστης όμως μπορεί να ανατρέχει από τη μία στην άλλη και να αναζητεί τον αφανή κρίκο που τις ενώνει. Και πέφτουν στο τραπέζι όχι νομίσματα, όπως λέει ο Σεφέρης, αλλά έννοιες, όπως λέει ο Ελύτης, λέξεις, στίχοι, στροφές και ολόκληρα ποιήματα. Και είναι τότε που ο αναγνώστης, στην άκρη την κρυφή από όπου παρακολουθεί, ας πούμε εγώ, Βλέπω τον ποιητή, τι γίνεται εδώ, Παντού, Εκεί, στη Γεωγραφία Κινδύνων την εξωτική, στα μακρινά νερά του Ινδικοπλεύστη, στους υπέροχους κήπους της Άπω γης, στο Μανχάταν, στη Μελβούρνη, μακριά από εδώ, αλλά η Νοσταλγία με κεφαλαίο το Ν θα με φέρει πάλι πίσω και κοντά, στη Ναύπακτο, στο Πυλί της Κω, στην Αθήνα, στην Πανεπιστημίου 10, στην Καλλιθέα, στα λογοτεχνικά καφέ, στους τόπους της ψυχής.
Στη μακρά αλυσίδα της ποίησης από τον Όμηρο μέχρι σήμερα, ο Βέης κρατά γερό τον δικό του κρίκο.
Σε όλα του τα ταξίδια ο ποιητής μάς έχρισε συνταξιδιώτες. Το πλοίο μας είναι ο τόμος ο συγκεντρωτικός και η κρουαζιέρα έχει σταθμούς, όπου φτάνουμε φυλλομετρώντας σελίδες, διαβάζοντας και πίνοντας νεράκι φρέσκο από την πηγή του. Ποια πηγή;
Κοντά σ’ οποιανδήποτε πηγή
θα κρύβεται πάντα ένα αηδόνι
Σαν σκύψεις να πιεις
θα το βρεις μες στη λίμνη…
θα το βρεις να τραγουδά μες στα βελόνια…
θα το βρεις να παίζει με δυο αστέρια
Λένε
πως άμα πεθάνει τ’ αηδόνι αυτό,
θα χαθεί για πάντα το φεγγάρι
Ωστόσο, ο ποιητής δεν δέχεται έναν τέτοιο υποθετικό συλλογισμό. Οι προϋποθέσεις για το καλό παρατάσσονται:
Φτάνει να υπάρχουν πάντα ερωτευμένα παιδιά
Οι διψασμένοι άγγελοι κι οι νικημένοι εχθροί…
Ο Βέης δεν υποτάσσει την πένα του στην πολιτική. Αυτό δεν σημαίνει πως μένει αδιάφορος για το γίγνεσθαι μέσα στην εποχή όπου ζει και για ό,τι μέλλει να ακολουθήσει. Όλα τα έχει σκεφθεί και για όλα νιώθει συμπάθεια, αγάπη και στοργή – και πρώτα απ’ όλα για τις λέξεις του, με τις οποίες θα ντύσει τις σκέψεις του. Χαρακτηριστικό το ακόλουθο απόσπασμα:
Να τις αγαπάς τις λέξεις, να τις προσέχεις…
Να προσεύχεσαι γι’ αυτές, να τις αγγίζεις με στοργή
σαν να ’ναι οι μικρές κρυφές πληγές σου…
Να βρεις για τις λέξεις μια μικρή χώρα δίχως σημαίες…
Κι έτσι, χωρίς να το καταλάβουμε μας έβαλε μέσα στο ποιητικό του εργαστήριο. Προσοχή στις λέξεις… οι αμέσως επόμενες δεν «ξοδεύονται» άστοχα, αντιθέτως, συμμετέχουν σε μια πανευδαιμονική αίσθηση, γεμάτη από ελληνικό καλοκαίρι, διαύγεια, μύθο και έρωτα:
Οι ολόδροσες ρώγες του κίτρινου τσαμπιού που με χάρη κρατάς
οι στάλες του γαλάζιου νερού
κι οι κόκκοι της άμμου στο κορμί σου
θυμίζουν πινελιές απ’ τη γαλάζια τέμπερα τ’ ουρανού.
Τ’ άσπρο συννεφάκι στη διάφανη απεραντοσύνη
το πλούσιο γέλιο σου
κι οι ηλιαχτίδες που λούζονται μαζί μας
είναι το καλοκαίρι κι οι Διόνυσοι
που όλοι ονειρευόμαστε.
Από τα χάικου της πρώτης περιόδου απομονώνω ένα που κουδουνίζει την καταγωγή του:
Σαν είναι νά ’ρθεις/ σκέπασε τη θάλασσα/ με τα γιασεμιά.
Και η γιαγιά Μούσα ηχεί στον παραδοσιακό της δεκαπεντασύλλαβο:
Σαμιώτισσα, Σαμιώτισσα, πότε θα πας στη Σάμο;
Ρόδα θα ρίξω στο γιαλό, Σαμιώτισσα, τριαντάφυλλα στην άμμο
Η πρώτη νιότη περνάει γρήγορα… ο νεανικός ενθουσιασμός, που σαν έφηβο άλογο καλπάζει, πάντα χαλιναγωγείται και σιγά σιγά μπαίνει στον λογισμό. Ο ποιητής γίνεται Ηνίοχος, στοχάζεται πιο βαθιά και αποσύρεται από την επιφάνεια, χωρίς να χαθεί.
Ένα πολυτελές έκθεμα στο μουσείο γίνεται αφορμή να στοχαστεί πάνω στην αξία, πρώτον, του ίδιου του εκθέματος, αλλά και της ματαιότητας ίσως των άψυχων (όταν ένα πρόσφατο παράδειγμα στο Λούβρο βεβηλώνει τη μνήμη, το πρόσωπο, την αξία και του πράγματος, του δημιουργού του, της ιδέας του και του Χρόνου που το σεβάστηκε). Ωστόσο, το τοπίο εξακολουθεί να μιλάει και ο ποιητής δεν χάνει ποτέ την επαφή:
Οι πευκοβελόνες ρίγη… αρχίζουν να σέρνονται όλο και πιο κοντά…
Στην τσουρουφλισμένη θημωνιά/ τα ξεραμένα αίματα της πέρδικας…
Ένα πατημένο στον δρόμο πλάσμα έρχεται για να μας υπενθυμίσει το πρόσκαιρο και το παροδικό:
Εκεί που αρχίζει, τελειώνει κιόλας/ εφήμερο καθώς το λένε…
Και πόσο δραματικό, παρακαλεστικό ακούγεται εκείνο το:
Όχι άλλα σχέδια για τη νύχτα που έρχεται,
ας τρέχουν τ’ αλογάκια κι ας χαθούν μέσα στο πράσινο
των χεριών σου, εγώ θα μείνω τελευταίος
να φυλάω τα ψέματα να μη γίνουν αλήθειες
Και ο χρόνος τρέχει και το καλοκαίρι έρχεται και φεύγει:
Το καλοκαίρι, αυτή η καλοστημένη μηχανή για να ξεχνάμε…
Όμως:
Η μνήμη δεν παραιτείται/ σου μοιάζει
Μνήμη: ό,τι θέλει ο άνεμος
έρχεσαι δίχως λόγο,/ σαν την ποίηση που ξαφνικά επιτίθεται από παντού…
η ευωδιά της φραγκοσταφυλιάς είσαι…
Μία μία οι ποιητικές συλλογές αναδύονται στη συνάντηση κορυφής όλων των χορωδών που ισοδυναμεί με συγκεντρωτική έκδοση, ή με έναν θησαυρό κλεισμένο στη χούφτα μου, έναν θησαυρό στα χέρια μου, δικό μου ανά πάσα στιγμή, που τον προσέχω όπως ο φιλάργυρος την αγαπημένη του κασελίτσα, για να την ανοίγω όποτε θέλω και να πετάγομαι από τη μια στιγμή της Δημιουργίας στην άλλη, στην αρχή και στο τώρα, στο εδώ και στο εκεί του ποιητή και να τον φέρνω ερήμην του στο δικό μου παρόν. Καλό μας ταξίδι!
Ποιήματα 1974-2023
Γιώργος Βέης
Ύψιλον
696 σελ.
ISBN 978-960-17-0415-9
Τιμή €26,50
Η Ανθούλα Δανιήλ είναι δρ Φιλολογίας, συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας, μέλος της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών και μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.
https://diastixo.gr/kritikes/poihsh/25483-giorgos-veis-poiimata


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου