- Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού
Εξετάζοντας τη θεματολογία των προηγούμενων τόμων της σειράς «Μελέτες Ναξιακής Λαογραφίας», που στεγάζει τοπικές –της Νάξου– λαογραφικές εργασίες του ομότιμου καθηγητή Κοινωνικής Λαογραφίας Μανόλη Σέργη για την ιδιαίτερη πατρίδα του, παρακολουθούμε την ανέλιξη μιας ακολουθίας λαογραφικών μονογραφιών, με κοινό τους στοιχείο την εντοπιότητα. Στην πρόσφατη –πέμπτη στη σειρά– λαογραφική μονογραφία του, με τίτλο: Θεατρικά κείμενα και λαογραφία: Η περίπτωση του Ιάκωβου Καμπανέλλη (εκδ. Σταμούλη, 2025), είναι προφανές ότι ο συγγραφέας πραγματώνει ένα ερευνητικό άλμα. Η λαογραφική αξιοποίηση θεατρικών κειμένων του Ιάκωβου Καμπανέλλη, ως φορέα του νεοελληνικού πολιτισμού –λόγιου και λαϊκού–, εκτός από την ευστοχία της επιλογής, ανοίγει μιαν ευδόκιμη διαδρομή συστηματικής λαογραφικής «ανάγνωσης» του εύκαρπου ρεπερτορίου έργων Νεοελλήνων θεατρικών συγγραφέων, «μονοφωνικών» αλλά και συγκριτικών μεταξύ τους προσεγγίσεων.
Το όλο ζήτημα φαίνεται εξαιρετικής ερευνητικής σημασίας, καθώς το έργο, προϊόν μακράς και επίπονης, στις ερευνητικές του απαιτήσεις, διεργασίας, συναρμόζει το θεατρικό κείμενο με τη λαογραφία, δύο πεδία που λειτουργούν αμοιβαία ως αναπαραστατικά κάτοπτρα της κοινωνικής πραγματικότητας και των φορέων της εν τόπω και χρόνω. Αλλά ποια πραγματικότητα και ποιοι φορείς της; Αν αναφερόμαστε στον «πολιτισμό του λαού» (λαϊκό πολιτισμό), πώς προσδιορίζουμε την ταυτότητά του; Είναι οι φτωχοί, οι ανέστιοι, οι υποτελείς τάξεις (όπως τις συναντάμε στον Γκίνσμπουργκ) ή οι υποδεέστερες τάξεις (σύμφωνα με τον Γκράμσι); Ή μήπως στην κεντρομόλο έννοια του λαού ανήκουν οι πάντες, ακόμα και όσοι βρίσκονται μέσα στον όποιο εξουσιαστικό μηχανισμό, μεταμορφούμενοι –ανάλογα– από την ηθογραφική ευπλαστότητα του διαχειριστή τους συγγραφέα; Κάπου εδώ αναγνωρίζουμε, με τους δικούς της προβληματισμούς, και την ιστορία – ειδικότερα την κοινωνική ιστορία, στον βαθμό που καταγίνεται κυρίως με την ανασύνθεση της ζωής των «κοινωνικά αοράτων», όπως τους χαρακτηρίζει ο Πίτερ Μπερκ, αναφερόμενος στα «άφωνα υποκείμενα της ιστορίας». Είναι η στροφή από το «μεγάλο γεγονός» στην καθημερινή ζωή, σ’ αυτό που ο Μαξ Βέμπερ ονόμασε «ρουτινοποίηση», αποδίδοντας με τον όρο αυτόν τη φαινομένη επαναληπτικότητα της καθημερινής ζωής.
Κάτω από τη διευρυμένη αυτή οπτική ενός πολυεπίπεδου, συνθετικού και ταυτόχρονα αναλυτικού επιστημονικού έργου, βρίσκουμε να συστεγάζονται επιστήμη (λαογραφία, ιστορία, ανθρωπολογία, κοινωνιολογία κ.λπ.) και λογοτεχνία, όλως ιδιαιτέρως το θέατρο, καθώς συναρθρώνει με τον πλέον λειτουργικό τρόπο και «προσωποποιεί» την αφαιρετική εννοιολογία της επιστήμης, συγκροτώντας την πλέον ζωντανή αναπαράσταση της ζωής, ως καθημερινότητας και ως τελετουργίας.
Συναρμόζει το θεατρικό κείμενο με τη λαογραφία, δύο πεδία που λειτουργούν αμοιβαία ως αναπαραστατικά κάτοπτρα της κοινωνικής πραγματικότητας και των φορέων της εν τόπω και χρόνω.
Στο πρώτο μέρος της μελέτης του, ο έμπειρος και συστηματικός ακαδημαϊκός ερευνητής θα αναπτύξει έναν σύνθετο προβληματισμό πάνω σε σημαντικά θεωρητικά ζητήματα, τόσο σχετικά με τη λογοτεχνικότητα του θεατρικού κειμένου γενικά, και ειδικά με τη διαμόρφωση της θεατρικής γραφής του Ιάκωβου Καμπανέλλη, την αυτονομία των θεατρικών του ηρώων, την ιδιαίτερη ταυτότητα του συνολικού του έργου (ρεαλιστικό-πολιτικό και κοινωνικό θέατρο), όσο και με ζητήματα της ερευνητικής του μεθόδου. Στην εικοσασέλιδη περίπου αναφορά του στους παράγοντες που επέδρασαν στο έργο του Καμπανέλλη, θα «υποτάξει» τη βιογραφία του δημιουργού στην ερμηνεία του έργου του: η επίδραση που ασκούν οι προγενέστεροι Έλληνες θεατρικοί συγγραφείς, η εμπειρία του Μαουτχάουζεν, η κοινωνική καταγωγή και τα παιδικά του χρόνια, η πολιτική σκηνή στην Ελλάδα από το 1936 κ.ε., η καθημερινότητα της ζωής, το ιδιαίτερο χάρισμα της γραφής του.
Με όλα τα παραπάνω θεωρητικά δεδομένα, ο καθηγητής Μανόλης Σέργης θα επεξεργαστεί το θέμα του ανακαλώντας στη σκέψη την κριτικά επεξεργασμένη ιστορική μνήμη και συνείδηση, προσφέροντας ταυτόχρονα την κριτική-λαογραφική «ανάγνωση» της θεατρικής παραγωγής του μεγάλου δημιουργού. Και οπωσδήποτε τη γνησιότητα της ψυχολογίας και των νοοτροπιών του Έλληνα ανθρώπου στη μεταπολεμική, ταραγμένη, ασύντακτη πραγματικότητα, κάτω από το πρίσμα των δραματικών συγκρούσεων και της ηθικής και κοινωνικής της παθολογίας.
Στον μεστό και ουσιώδη στις επισημάνσεις του πρόλογο της Κατερίνας Καμπανέλλη, βρισκόμαστε ενώπιον ενός συγκινησιακά φορτισμένου αλλά νηφάλιου και διαυγούς φιλολογικού λόγου, στον οποίον ο Ιάκωβος Καμπανέλλης μάς συστήνεται ως βιωμένη, από τη γράφουσα, προσωπικότητα: δημιουργός ανήκων στον δημόσιο χώρο και ταυτόχρονα προσφιλές πρόσωπο της ιδιωτικής της ζωής. Και οι δύο όψεις, ωστόσο, συλλειτουργούν και φωτίζουν την προσωπικότητα και το έργο του πατέρα της, Ιάκωβου Καμπανέλλη. Γράφει προσφυώς, διερωτώμενη γιατί εκείνος «παραμένει ημιτελώς ενταγμένος στο επίσημο εκπαιδευτικό πρόγραμμα»: «Ο Καμπανέλλης ήταν ριζικά πολιτικός χωρίς να είναι στρατευμένος. Ήταν ποιητικός χωρίς να είναι διακοσμητικός. Ήταν ρεαλιστής χωρίς να παραιτείται από την ουτοπία». Του προσπορίζει δηλαδή, με συμπυκνωμένη ακρίβεια, μια «ποιητική» ταυτότητα, εκείνη του ανεξάρτητου, ελεύθερου πνεύματος, την οποία στη συνέχεια ο καθηγητής Σέργης θα τεκμηριώσει έμμεσα με την ανατομία του λαϊκού πολιτισμού και την εκφορά των ποικίλων εκφράσεών του μέσω των δρώντων ηρώων του. Και θα προσδώσει στον συγγραφέα μιαν ιδιαίτερη ταυτότητα, που τον τοποθετεί στο μεταίχμιο μεταξύ εθνικού και λαϊκού (θεατρικού) συγγραφέα.
Πώς τεκμηριώνεται αυτή η προσιδιάζουσα στον Ιάκωβο Καμπανέλλη ταυτότητα; Σχετικά με τον χαρακτηρισμό του «εθνικού», ο συγγραφέας, στο πρώτο μέρος της μελέτης του, όπου εντάσσει τον δημιουργό στο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής του –αξιοποιώντας και τον σημαίνοντα αυτοαναφορικό του λόγο–, αναδεικνύει την οργανική και ψυχική του σχέση με την ελληνικότητα, αντλημένη από τα αρχαία κοιτάσματα των μύθων και της ιστορίας, μέχρι τα κύτταρα της παροντικής του ιστορικής συγκυρίας. «Γράφεις κάτι για να υπηρετήσεις τον τόπο σου», θα καταθέσει ο Καμπανέλλης στο Από σκηνής και από πλατείας. «Και για να το πετύχεις αυτό πρέπει να αντλείς από τον τόπο σου. Από τον τόπο σου και για τον τόπο σου…».
Θύτες και θύματα, όλοι με τη σφραγίδα της ελληνικότητάς τους, εγκλιματίζονται στη συγχρονία τους, κοινωνοί της νοσηρότητας των προβλημάτων και των αδιεξόδων της.
Η ελληνική ιστορία και η μυθολογία μέσα στο έργο του αναδεικνύονται ζώσες «πατρίδες» των σύγχρονων ηρώων του, που, πέρα από το συγχρονικό ηθογραφικό τους ένδυμα, φέρουν τις αρχικές κυτταρικές μήτρες της ελληνικότητάς τους. Αστοί, μικροαστοί, προλετάριοι, πρώην χωρικοί, outsiders και περιθωριακοί, τίμιοι και μικροαπατεώνες, προσαρμοσμένοι και απροσάρμοστοι, θύτες και θύματα, όλοι με τη σφραγίδα της ελληνικότητάς τους, εγκλιματίζονται στη συγχρονία τους, κοινωνοί της νοσηρότητας των προβλημάτων και των αδιεξόδων της. Ο ίδιος ο συγγραφέας φέρει εξαγνισμένα τα χαρακτηριστικά αυτής της σύμμεικτης ελληνικότητας σε μια προνομιούχο νησιωτική φύση, μέσα στην οποία θα ακούσει και θα ενστερνιστεί τη βιωμένη της «μυθολογία», που θα την ανακαλεί στα χρόνια της συγγραφικής του ωριμότητας: «Διατηρώ πάντα ζωντανή μέσα μου την από εκείνα τα χρόνια ανακάλυψη και αποκάλυψη του κόσμου, ολόκληρη την παιδική μου μυθολογία, γεμάτη από ιστορίες έλξης και δέους για τα στοιχεία της φύσης…». Μέσα από την τοπικότητα και τη διαχρονία της ιστορικής μνήμης διαμορφώνεται αυτό που ο Σικελιανός ονομάζει «Συνείδηση της Γης μου» και ανασταίνεται στην ποίησή του, όπως και στις γραφές ενός άλλου outsider, του Λευκάδιου Χερν.
Ταυτόχρονα, και με άλλα κριτήρια, ο Καμπανέλλης είναι και λαϊκός. Χωρίς υψηλή θεσμική εκπαίδευση, χωρίς τίτλους και περγαμηνές, με μόνη την αφειδώλευτη χαρισματική του πνευματικότητα, την ενεργό εμπλοκή του στην περιπέτεια της ιστορίας και ένα spiritus movens, διασχίζει δραματικά τη σύγχρονή του ιστορία μορφοποιώντας έναν διττό δρόμο για να «σπουδάσει» τον κόσμο, τον άνθρωπο και την κοινωνία. Μεταπλασμένα τα υλικά του, βίωμα και μνήμη, παράγουν την απαράμιλλη τέχνη του. Και σμιλεύουν, όπως τόσο εύστοχα το επισημαίνει ο Σέργης, τις μεταμορφώσεις και τις δραματικές προσαρμογές της λαϊκής του γλώσσας, με επιδράσεις από τη ναξιακή «χύμα, ζωντανή» λαϊκή γλώσσα. Μ’ αυτήν οι ήρωες εκτυλίσσουν δραματικά τα μικροέπη της ζωής και της ψυχής τους, στενά δεμένα με την κοινωνία και την ιδιαιτερότητα της λαϊκότητάς τους.
Τα πρόσωπα –συχνά αστείες, μπουφόνικες καρικατούρες–, φορείς νοοτροπιών που περνούν ωστόσο από τη μεταπλασμένη εμπειρία του συγγραφέα και παίζουν στη ζωή την ιδιαίτερη ο καθένας παλαβωμάρα του, κάποτε προβάλλονται με την τραγικότητα ντοστογιεφσκικών ηρώων. Και άλλοτε επιδεικνύουν δραματικά αλλοπρόσαλλες συμπεριφορές, στρατηγήματα επιβίωσης σε ένα πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο στρεβλό, παράλογο, άδικο, διαβρωμένο ηθικά από αδίσταχτους τυχάρπαστους της κάθε εξουσίας. Απέναντι σ’ αυτό, ο «λαός» με τεχνικές επικοινωνίας λαϊκού αντιήρωα, μετάπλαση του Καραγκιόζη, παλεύει τη ζωή του ρίχνοντας στη μάχη τα ομοιοπαθητικά ψυχολογικά τερτίπια του.
Συνεπής στον στέρεο θεωρητικό εξοπλισμό που αρτιώνεται στο πρώτο μέρος της επίπονης αλλά γοητευτικής μελέτης του, ο ακαταπόνητος λαογράφος Μανόλης Σέργης θα προχωρήσει, στο δεύτερο μέρος, στην εφαρμογή της ερευνητικής του μεθόδου, ανασύροντας από τα θεατρικά κείμενα τη λειτουργικά αρθρωμένη, στη ζωή και στη σκέψη των ηρώων του δημιουργού τους, λαογραφική ολότητα.
Πέντε ενότητες, επαγωγικά αρθρωμένες, συνιστούν μιαν ολιστική γεωγραφία του αστικού, μικροαστικού και εργατικού κόσμου, την ποικίλη κοινωνική του στρωμάτωση, όπου εγκατοικούν και απελευθερώνουν ζωή, λαογραφικά φαινόμενα τόπων, ανθρώπων, έμφυλων προκαταλήψεων, νοοτροπιών, αξιών, ρεαλιστικής στη γνώση τους αλλά αλληγορικής στην ανα-παράστασή τους εικονοποιίας. Εδώ η λαογραφική εξέταση έρχεται με επιστημονική οξυδέρκεια να διαμεσολαβήσει και να συντονιστεί με τον παλμό της αληθινής λαϊκής ζωής, όπως ανα-παράγεται στα θεατρικά κείμενα του δημιουργού: διεισδύοντας με ψυχογραφική μαεστρία και λαϊκή ενσυναίσθηση στην αυθεντικότητα της ύπαρξης και των λειτουργιών της επιβίωσής τους.
Μια σύντομη ανάγνωση των λαογραφικών φαινομένων στα περιεχόμενα του βιβλίου είναι αρκετή για να μας δώσει την έκταση και την ένταση του λαϊκού πολιτισμικού «χάρτη», στον οποίο συνηχούν και συλλειτουργούν οι υλικές μαζί με τις άυλες πτυχές και εκφράσεις του. Αυτές που, αποσπώμενες από το θεατρικό κείμενο, γίνονται αντικείμενο έρευνας και ερμηνείας της ζωής των ηρώων, ενδεχομένως και μιας αυτοαναφορικής κατάδυσης του δημιουργού τους σε εμπειρίες και κοινωνικά τραύματα που τον ήθελαν έναν από τους ήρωές του ή διασταυρώσεις πολλών απ’ αυτούς. Η πολλαπλή σύνδεση, σύνθεση και ερμηνεία των λαογραφικών δεδομένων με την επιστημονική τους οριοθέτηση, τις θεωρητικές προεκτάσεις και την κειμενική λειτουργία τους, έρχονται να προσδώσουν στη συγκεκριμένη μελέτη και στον συγγραφέα της τα διαπιστευτήρια για την ευφυή, άρτια και συνεπή οργάνωση και υλοποίηση ενός μοντέλου έρευνας αξιοποιήσιμου –όπως παραπάνω σημειώσαμε– σε μεγάλο φάσμα κειμένων του νεοελληνικού –και ευρύτερα– θεατρικού ρεπερτορίου.
Δεν είναι υπερβολή αν χρησιμοποιήσουμε για το έργο την έννοια μιας «ολικής λαογραφίας» ή μιας «πολυθεματικής digesta», που φέρει την εμπνευσμένη συνάντηση και συνάρτηση του έντεχνου λόγου με τη λαογραφική επιστήμη και τον επιστημονικό της λόγο: μια διαλεκτική που δεν διαταράσσει τη μεταξύ τους φιλιωμένη συνοίκηση. Αντίθετα, την τεκμηριώνει και την αναλύει. Συγχαίρουμε τον εξαίρετης ποιότητας και επιστημονικού ήθους καθηγητή Μανόλη Σέργη τόσο για την προσθήκη ενός σημαντικού έργου στη διεπιστημονική μας βιβλιοθήκη όσο και για τη «διαμεσολάβησή» του σε μια νέα αναγνωστική εμπειρία, πραγματική κατάδυση στην «ψυχογραφία» του πολυφωνικού λαϊκού καμπανέλλειου κόσμου – του κόσμου μας.
Μελέτες Ναξιακής Λαογραφίας (τόμος Ε’)
Θεατρικά κείμενα και λαογραφία: Η περίπτωση του Ιάκωβου Καμπανέλλη
Μανόλης Γ. Σέργης
Πρόλογος: Κατερίνα Καμπανέλλη
Εκδόσεις Κ. & Μ. Σταμούλη
648 σελ.
ISBN 978-960-656-304-1
Τιμή €27,56
Η Παρασκευή (Βιβή) Κοψιδά-Βρεττού είναι διδάκτωρ Φιλολογίας, συγγραφέας και ποιήτρια.
https://diastixo.gr/kritikes/meletesdokimia/26212-meletes-naxiakis-laografias-tomos-e


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου