Κυριακή 27 Ιουλίου 2025

Η σοπράνο Ρέα Βουδούρη ερμήνευσε έργα Π. Καρούσου στο Ιερό των Αιγυπτίων Θεών


 Συναυλία του συνθέτη Παναγιώτη Καρούσου στο Ιερό των Αιγυπτίων Θεών με αποσπάσματα από την επική όπερα «Ιλιάδα του Ομήρου» σε μορφή Αρχαίας Όρχησης 


Την Κυριακή 20 Ιουλίου 2025 πραγματοποιήθηκε συναυλία του διεθνούς φήμης  συνθέτη Παναγιώτη Καρούσου στον Aρχαιολογικό Xώρο του Ιερού των Αιγυπτίων Θεών στη Νέα Μάκρη (Μπρεξίζα) με την συνεργασία της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ανατολικής Αττικής.

Παρουσιάστηκαν με επιτυχία έργα κλασικής Μουσικής του Π. Καρούσου σε μορφή Αρχαίας Όρχησης, ο ύμνος στον έρωτα «Ἔρως ανίκατε μάχαν», Γ' στάσιμο από την Αντιγόνη του Σοφοκλή, και αποσπάσματα από την επική όπερα «Ιλιάδα του Ομήρου».
Συμμετείχαν μέλη του Μουσικού Συνόλου «Ραψωδοί», Μαρία Κόκκα (σοπράνο), Ρέα Βουδούρη (υψίφωνος), Μαρία Κιόρογλου (σοπράνο κολορατούρα), Γιάννος Κοτζιάς (τενόρος), Γιάννης Δάρρειος (τενόρος), Χριστιάνα Μάνου (πιάνο), Παναγιώτης Καρούσος (συνθέτης). Ήταν μια υπέροχη μουσική πανδαισία, με εξαιρετικούς καλλιτέχνες, με επικεφαλής την πρωταγωνίστρια της Εθνικής Λυρικής Σκηνής σοπράνο Μαρία Κόκκα το ρόλο της Ωραίας Ελένης. Η υψίφωνος Ρέα Βουδούρη ερμήνευσε έναν ύμνο αφιερωμένο στην θεά Άρτεμις «Χορός της Άρτεμις». Η υψίφωνος Μαρία Κιόρογλου ερμήνευσε σε μορφή Αρχαίας Όρχησης τον ύμνο στον έρωτα «Ἔρως ανίκατε μάχαν», Γ' στάσιμο από την Αντιγόνη του Σοφοκλή μελοποιημένο από τον μουσικοσυνθέτη Παναγιώτη ΚαρούσοΟι λυρικές τραγουδίστριες Μαρία Κόκκα και Ρέα Βουδούρη ερμήνευσαν σε μορφή Αρχαίας Όρχησης αποσπάσματα από την επική όπερα «Ιλιάδα του Ομήρου» του συνθέτη Παναγιώτη Καρούσου. Ο Γιάννης Δάρρειος ερμήνευσε σε μορφή Αρχαίας Όρχησης τον Ύμνο στη Μούσα "Ψάλλε, θεά, τον θυμόν του Αχιλλέως" από την επική όπερα «Ιλιάδα του Ομήρου» του  συνθέτη Παναγιώτη Καρούσου. Τις χορογραφίες της Αρχαίας Όρχησης επιμελήθηκε η σοπράνο Μαρία Κόκκα. Το πρόγραμμα μελοποιημένης ποίησης σε κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας παρουσίασε ο διεθνούς φήμης μουσικοσυνθέτης Παναγιώτης Καρούσος αναλύοντας τα έργα του. 
Όπερα σε Αρχαία Όρχηση στο Ιερό των Αιγυπτίων Θεών από τον Παναγιώτη Καρούσο.  Είναι μια ιερή στιγμή που για πρώτη φορά παρουσιάζετε ένα τέτοιο εγχείρημα μουσικής μυσταγωγίας, η όπερα  παντρεύεται με την Αρχαία Όρχηση, μια πρωτότυπη καινοτομία του μουσικοσυνθέτη Παναγιώτη Καρούσου. Ήταν μια ιερή μουσική συναυλία ψυχικής ανάτασης σε ένα χώρο που αναδίδει το αρχαίο φως της γνώσης. Η κάλυψη - προβολή και βιντεοσκόπηση της εκδήλωσης έγινε από το Παγκόσμιο Φιλοσοφικό Φόρουμ και τον Ιωάννη Γαλάνη, μέλος Δ.Σ του WPF και Γ. Διευθυντής των ΕΝ.Π.ΑΝ. (Ενώσεις Πολιτισμού και Ανάπτυξης).















































Δημήτρης Καράμπελας: «Διονύσης Σαββόπουλος»

 


Ο Δημήτρης Καράμπελας είναι ιστορικός δικαίου και δοκιμιογράφος. Διδάσκει Αρχαίο Ελληνικό και Ρωμαϊκό Δίκαιο στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και δημοσιεύει δοκίμια για τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία.

Το βιβλίο με τον τίτλο Διονύσης Σαββόπουλος συντίθεται από τους προλόγους της πρώτης έκδοσης (το 2003) και της δεύτερης (το 2024), ακολουθούν τα κεφάλαια «Διονύσης Σαββόπουλος», «Ο Διονύσης Σαββόπουλος και το ανέφικτο του πατρικού λόγου» και, τέλος, τα «Τεκμήρια» (συγγράμματα και δημοσιεύματα σχετικά με τον τραγουδοποιό). Το βιβλίο λοιπόν επανεκδίδεται αναθεωρημένο, «παραμένοντας πιστό στην εφηβική αδημονία που το είχε γεννήσει». Ο συγγραφέας του προσπαθεί να απαντήσει στα ερωτήματα που είχε σχετικά με τη μορφή και το περιεχόμενο των τραγουδιών και την επιβίωση της ποίησης σε έναν κόσμο που έχει πια αλλάξει.

Το βιβλίο παρακολουθεί το όνειρο μιας παρατεταμένης εφηβείας, καθώς και την εξέλιξη των τραγουδιών του Σαββόπουλου, ενώ τα βράδια που τον συγγραφέα δεν τον παίρνει ο ύπνος ονειρεύεται ότι γράφει ακόμα το βιβλίο, ενώ όλα έχουν τελειώσει, και ο ίδιος δοκιμάζει τις παραλλαγές της υπογραφής του… ποιητής και αυτός…

Από τους δύο προλόγους προκύπτουν οι βιογραφικές πληροφορίες για τον Σαββόπουλο, φεύγει από τη Θεσσαλονίκη, κόβει τον οικογενειακό λώρο, σκαρφαλώνει σε ένα φορτηγό για την Αθήνα και αφηγείται ιστορίες στον οδηγό για να μην τον πάρει ο ύπνος. Ο Μίκης Θεοδωράκης, η Αριστερά, το φοιτητικό κίνημα, τα ροκ συγκροτήματα και άλλα πολλά έδιναν υλικό στον δεκαεννιάχρονο, που ήθελε στην ουσία να αφηγηθεί ιστορίες. Έφτασε στην Ομόνοια χωρίς να γνωρίζει κανέναν. Μετά γνώρισε τον Τσιτσάνη, ξόδεψε ολόκληρο το μοναδικό κατοστάρικο που είχε για να ακούσει την «Αρχόντισσα», τη Μούσα του Τσιτσάνη: «Ένιωθα σαν να μην είχα γεννηθεί και πήγαινα να γεννηθώ». Ο Σαββόπουλος αφηγείται με μεγάλη άνεση ιστορίες αληθινές και φανταστικές σαν να είναι αληθινές. Ο Καράμπελας τον παρομοιάζει με τη Σεχραζάτ, που εφευρίσκει ιστορίες για να δώσει παράταση στην αφήγηση.

Ο Καράμπελας τον παρομοιάζει με τη Σεχραζάτ, που εφευρίσκει ιστορίες για να δώσει παράταση στην αφήγηση.

Πριν όμως από τον Τσιτσάνη, το 1949, παίζοντας με άλλα παιδιά στον δρόμο, άκουσε την μπάντα και γοητεύτηκε, αμέσως πήγε στο σπίτι, πήρε δύο καπάκια και άρχισε να τα κοπανάει για να αναπαραγάγει τον όμορφο ήχο. Όμως η έναρξη της δικής του σταδιοδρομίας τοποθετείται στα 1966, στα 24 χρόνια του. Εκεί, στον δίσκο Φορτηγό, μας μιλάει για τη μυθολογία του:

Σε μια στιγμή ανάβουν τα φώτα
κι η μουσική μάς φέρνει τους μάγους στη σκηνή
αρχίσαν πάλι τ’ αστεία οι παλιάτσοι
κι ο σχοινοβάτης ιδρώνει στο σκοινί

Στα τυχοδιωκτικά περιστατικά της πρώιμης βιογραφίας του Σαββόπουλου είναι η μύηση για την αποκοπή του ομφάλιου λώρου από την οικογένεια, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται όλοι οι φόβοι της εφηβείας στη μετεμφυλιακή Ελλάδα. Η διακωμώδηση της καθημερινής ζωής, των νοοτροπιών, των δεσμών και των θεσμών, τα πολιτικά δρώμενα, όλα γίνονται υλικό για τα τραγούδια του.

Η γνωριμία του με το έργο του Μάνου Χατζιδάκι, μια μικρή μελέτη στην επίδραση που είχε το ρεμπέτικο τραγούδι πάνω του –ως μορφή και όχι ως «κόσμος»–, η σχέση με τον Γκάτσο, οι μεγάλες συνθέσεις και ο Μεγάλος Ερωτικός, η φθορά και η γήρανση. Ο Μίκης Θεοδωράκης είναι μια άλλη περίπτωση, όπου ο κοινωνικός ρόλος και η πολιτική κατάσταση πέρασαν στο τραγούδι.

Ο Σαββόπουλος έχει υπόψη του και τους Γάλλους – τον αυθάδη Ζορζ Μπρασένς, Λεό Φερέ και τον Βέλγο Ζακ Μπρελ (από τον ίδιο δίσκο και «η νταρντάνα η Ζωζώ», η οποία υφίσταται το μπούλινγκ του περιβάλλοντός της, θυμίζει έντονα τη «χοντρή Μαργκό» – «La Grosse Margot» σε στίχους του Βιγιόν και μουσική του Μπρασένς, σε παρόμοιες συνθήκες και ερωτικό περιβάλλον). Ο Σαββόπουλος φαίνεται πως αξιοποίησε δημιουργικά στις δικές του μπαλάντες τα προϋπάρχοντα καλλιτεχνικά ανάλογα. Αργότερα επεκτάθηκε και σε άλλα, όπως φαίνεται και από τη δισκογραφία, σε «μεταφράσεις» τραγουδιών όπως στον δίσκο Ξενοδοχείο.

Η πασίγνωστη «Συννεφούλα» είναι η πρώτη εκδοχή της γυναίκας – ελευθερία, όπως σε άλλη παραλλαγή είναι η «Έλσα». Ο «Αλέξης Ασλάνης», ο ποιητής Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, είναι αποδέκτης των στίχων του τραγουδοποιού, με τον οποίο μοιράζεται τον τρόμο της υπαρξιακής μοναξιάς μια βραδιά του 1966.

Στο Περιβόλι του τρελού εκφράζει τη νοσταλγία από όλα όσα τον περιβάλλουν, χωρίς εστίαση σε κάτι συγκεκριμένο… «είμαι άρρωστος, παιδιά, ο γιατρός μού συμβούλεψε ταξίδι».

Ο Σαββόπουλος είναι ευφυής τραγουδοποιός. Ξέρει να αντλεί καθαρό νερό από τις πηγές και ας το πίνει θολωμένο· τραγουδά για τα «Πέρα μέρη», «Για τα παιδιά που χάθηκαν/ στου δρόμου το πηγάδι/ στης στρίγκλας τη σπηλιά», απευθύνει «ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη», αναζητεί το «Ποιος αλήθεια είμαι εγώ και πού πάω». Εδώ ο Καράμπελας σχολιάζει τη χρήση του ήρωα της Επανάστασης αντί ενός παγκόσμιου συμβόλου, του Τσε Γκεβάρα, για τον φόβο της λογοκρισίας, αποβλέποντας να αποδώσει τη διχασμένη ταυτότητα του σύγχρονου ανθρώπου: «Πού πας παλικάρι/ ωραίο σαν μύθος/ και ολόισια στο θάνατο κολυμπάς».

Σαν συνέχεια στην «Ωδή» έρχεται η περσόνα του Καραγκιόζη, με την οποία ταυτίζεται, ή ανατρέχει στους νεκρούς, κάτι που πηγάζει από το θέατρο των σκιών στην Κίνα. Αφορμή υπήρξε μια παραίσθηση, όπου ο Σπαθάρης έστησε μπερντέ και συνομιλούσε με τον Σαββόπουλο από κάτω. Τα λόγια τους καθημερινά μεν, αλλά έπαιρναν άλλη διάσταση… Ο Γ.Π. Σαββίδης, στην επιτιμοποίηση του Σαββόπουλου, είχε συσχετίσει τα τραγούδια με τα ποιήματα του Κ.Γ. Καρυωτάκη και θεωρούσε τους στίχους των τραγουδιών «αναβλαστήσεις» των καρυωτακικών στίχων.

Αφήνοντας ασχολίαστα πολλά μέρη του βιβλίου, επειδή ο χώρος δεν το επιτρέπει, συμπεραίνουμε πως ο Δημήτρης Καράμπελας κάνει μια πολύ σπουδαία μελέτη πάνω στο έργο του Διονύση Σαββόπουλου, στα βιογραφικά, καλλιτεχνικά, κοινωνικά και πολιτικά συμφραζόμενα του καιρού του, αλλά και των μετέπειτα χρόνων, γιατί ο Σαββόπουλος δεν έπαψε ποτέ να ακούει με το αφτί τεντωμένο τα μηνύματα των καιρών και, φυσικά, είδε καλά τη φθορά των εκάστοτε κυβερνώντων, στους οποίους άσκησε μεγάλη και οξεία κριτική, παραμένοντας μακριά από τους πόλους της μιας ή της άλλης παράταξης. Αντίθετα, άσκησε κριτική σε όλους, καθώς και στους μεγάλους Χατζιδάκι και Θεοδωράκη, στις ιστορίες για το ρεμπέτικο και άλλα, τις οποίες ο αναγνώστης μπορεί να αποδεχτεί ή όχι. Εκείνο που έχει σημασία, όμως, είναι ότι η παρουσία του δεν περιορίστηκε στον μουσικό χώρο, αλλά το τραγούδι έγινε πολιτικοκοινωνικό σάλπισμα για πολλούς και, όσο κι αν όλα αναθεωρήθηκαν, τα τραγούδια του Σαββόπουλου και οι αφηγήσεις του εξακολουθούν να συγκινούν.

 

Διονύσης Σαββόπουλος
Β’ έκδοση αναθεωρημένη
Δημήτρης Καράμπελας
Μεταίχμιο
400 σελ.
ISBN 978-618-0343-17-5
Τιμή €18,80

Ανθούλα Δανιήλ  δρ Φιλολογίας, συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας, μέλος της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών και μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων

https://diastixo.gr/kritikes/meletesdokimia/24402-dimitris-karabelas-dionisis-savvopoulos


https://diastixo.gr

«Η μαγική λειτουργία της ποίησης: Μια συνομιλία της “Μήδειας” του Ευριπίδη με δημοτικά τραγούδια της θάλασσας» της Τασούλας Καραγεωργίου

 

Πώς νιώθει εργάτης σε αρχαιολογική ανασκαφή όταν αιφνίδια από το χώμα ξεπροβάλλει ακέραιο λυχνάρι πήλινο, έτοιμο ευθύς για χρήση; Παρόμοια χαρά ξεχωριστή νομίζω πως παρέχει η ανακάλυψη κοινών εκφραστικών τρόπων ανάμεσα στην αρχαία ελληνική ποίηση και στο νεοελληνικό δημοτικό τραγούδι. Πρόκειται για ένα θέμα που η εμβέλειά του δεν περιορίζεται στη φιλολογική προσέγγιση των κειμένων ούτε στην ανάδειξη της λαογραφικής τους διάστασης, αλλά αφορά κατά κύριο λόγο την ποιητική τέχνη και τη μακρινή της καταγωγή από τη μαγική ενόραση του κόσμου.

Η ανάδειξη αυτής της σχέσης επαληθεύει συνεχώς το σεφερικό «είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας», ενώ παράλληλα συνιστά δωρεά ενός τεκμηρίου ποιητικής αιωνιότητας για μια φωνή που βγαίνει από σώμα ζωντανό, απ’ το υπόγειο ποτάμι της γλώσσας, που επιμένει να κυλά σαν τον αρχαίο Ηριδανό κάτω από την άσφαλτο της αθηναϊκής πρωτεύουσας. Η αναζήτηση του καταγωγικού δεσμού με την αρχέγονη λειτουργία της ποίησης, τη μαγική, εκτός των άλλων αποτελεί ουσιαστική μαθητεία στην ποιητική τέχνη και αποκατάσταση της συγγένειάς της με ό,τι ορίζουμε ως ιερό.

Πλείστα είναι τα σχετικά παραδείγματα. Παραθέτω στο παρόν κείμενο ένα από τα πολλά – δώρο αναπάντεχο, καλά κρυμμένο στους πρώτους (1-6) στίχους της Μήδειας του Ευριπίδη, όπου μιλά η τροφός, αναζητώντας την απαρχή των συμφορών της ηρωίδας του δράματος. Σύμφωνα με τα λόγια της, για όλα τα δεινά φταίνε οι υλοτόμοι που πελέκησαν τα πεύκα που από το ξύλο τους φτιαχτήκαν τα κουπιά για το καράβι της Αργώς:

Καλύτερα ποτέ να μην περνούσε φτερωτό
το σκάφος της Αργώς τις μαύρες Συμπληγάδες
στον δρόμο για τη χώρα της Κολχίδας
μήτε στα δάση του Πηλίου να έπεφτε ποτέ
πελεκημένη πεύκη, μήτε ποτέ να γίνονταν κουπί
στα χέρια ανδρών αρίστων
που για χάρι του Πελία κινήσαν
το χρυσόμαλλο δέρας να φέρουν.[1]
(μετάφραση Τ.Κ.)

Το σημείο εκκίνησης της περιπέτειας εντοπίζεται, κατά τη λαϊκότροπη πεποίθηση της τροφού, στην ανθρώπινη παρέμβαση στη φύση: στους ξυλοκόπους που πελέκησαν τα δέντρα του Πηλίου και στους μαστόρους που έφτιαξαν από το ξύλο τους κουπιά. Σύμφωνα με τη λαϊκή αυτή δοξασία, η φύση δεν ευθύνεται για τα ανθρώπινα πάθη, των οποίων γενεσιουργός είναι ο ανθρώπινος παράγοντας.

Η υπόγεια συνομιλία του δημοτικού τραγουδιού με την αρχαία ελληνική ποίηση μας οδηγεί στις απαρχές του ποιητικού φαινομένου.

Παρόμοιο θέμα συναντάται σε πλείστα νεοελληνικά δημοτικά τραγούδια που αφορούν τη βασανισμένη ζωή των θαλασσινών και στα οποία εγγράφεται ο θρήνος των αγαπημένων τους προσώπων για την απώλειά τους στα βάθη της θάλασσας. Παραθέτουμε τον χαρακτηριστικό θρήνο της μάνας του ναύτη για τον θαλασσοπνιγμένο γιο της από το τραγούδι «Του κυρ Βοριά», ένα έξοχο μοιρολόγι, όπως το διασώζει ο Νικόλαος Πολίτης στο έργο του Ἐκλογαὶ ἀπὸ τὰ τραγούδια τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ (εκδ. Διόνυσος, χ.χ., σ. 129):

Ὅλαις οἱ μάνναις κλαίγανε κι’ ὅλαις παρηγορειοῦνται,
μὰ μιὰ μαννοῦλα ἑνοῦ παιδιοῦ παρηγοριὰ δὲν ἔχει.
Βάνει τὶς πέτραις ’ς τὴν ποδιά, τὰ τρόχαλα ’ς τὸν κόρφο,
πετροβολάει τὴ θάλασσα καὶ τροχαλάει τὸ κῦμα.
«Θάλασσα, πικροθάλασσα καὶ πικροκυματοῦσα,
πὄπνιξες τὸ παιδάκι µου, π’ ἄλλο παιδὶ δὲν ἔχω.
– Δὲ φταίω ἡ δόλια θάλασσα, δὲ φταίω ἐγὼ τὸ κῦμα,
μόν’ φταίει ὁ πρωτοµάστορας ποὺ φτειάνει τὰ καράβια,
καὶ τὰ πελέκαγε φτενὰ καὶ τὰ γυρίζει ὁ ἀέρας,
καὶ χάνω τὰ καράβια µου ποὺ εἶναι δικά μ’ στολίδια,
χάνω τὰ παλληκάρια µου, ὁποὺ μὲ τραγουδοῦνε.

Το ίδιο θέμα συναντάται και σε ένα κυπριακό λιανοτράγουδο (Αθανασίου Α. Σακελλαρίου, Τα Κυπριακά, Εν Αθήναις 1891, σ. 228), στο οποίο μάλιστα το «ανάθεμα» λειτουργεί παρόμοια με την αντεστραμμένη ευχή του αρχαίου δράματος:

Ανάθθεμαν τὸν μαραγγὸν ’ποὺ κάμνει τὰ καράβια
καὶ πᾶν’ καὶ ξενιτεύκονται τά ’μορφα παλληκάρκα.

Τη διαδεδομένη στη λαϊκή γλώσσα στερεότυπη έκφραση «καλύτερα να μην…» ή «μακάρι να μην…» (εἴθ’ ὤφελε…) τη συναντάμε και σε ένα έξοχο επιτύμβιο επίγραμμα για θαλασσοπνιγμένο ναυαγό, έργο του Καλλίμαχου[2], κορυφαίου ποιητή της ελληνιστικής εποχής:

Α, ποτέ να μη φτιάχνονταν γρήγορα πλοία·
δεν θα κλαίγαμε τώρα τον γιο του Διοκλείδη τον Σώπολι,
Έχει η θάλασσα μέσα της πια το κορμί του
και μονάχα ένα όνομα εμείς –έναν τάφο κενό– προσκυνάμε.
(Τασούλα Καραγεωργίου, Ναυαγοῦ τάφος εἰμί, εκδ. Γαβριηλίδης 2016, σ. 17)

Η υπόγεια συνομιλία του δημοτικού τραγουδιού με την αρχαία ελληνική ποίηση μας οδηγεί στις απαρχές του ποιητικού φαινομένου. Οι κοινοί εκφραστικοί τρόποι μαρτυρούν πως από κοινού αρδεύουν από το μυστικό ποτάμι της παράδοσης, αναδεικνύοντας μιαν ακατάλυτη συνέχεια και έναν αδιάσπαστο σύνδεσμο της ποίησης με την προλογοτεχνική και στην ουσία μαγική λειτουργία του προφορικού λόγου, ο οποίος αντιμετωπίζει με σεβασμό και με δέος το φυσικό στοιχείο, απενοχοποιώντας και εξευμενίζοντας την τρικυμιώδη θάλασσα.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Εἰθ’ ὤφελ ᾿Αργοῦς μὴ διαπτάσθαι σκάφος
Κόλχων ἐς αἶαν κυανέας Συμπληγάδας,
μηδ’ ἐν νάπαισι Πηλίου πεσεῖν ποτε
τμηθεῖσα πεύκη, μηδ’ ἐρετμῶσαι χέρας
ἀνδρῶν ἀρίστων, οἳ τὸ πάγχρυσον δέρας
Πελίᾳ μετῆλθον.
(Ευριπίδου Μήδεια, 1-6)
[2] ὤφελε μηδ’ ἐγένοντο θοαὶ νέες: οὐ γὰρ ἂν ἡμεῖς
παῖδα Διοκλείδου Σώπολιν ἐστένομεν
νῦν δ’ ὁ μὲν εἰν ἁλί που φέρεται νέκυς: ἀντὶ δ’ ἐκείνου
οὔνομα καὶ κενεὸν σῆμα παρερχόμεθα.
(Καλλιμάχου, Παλατινή Ανθολογία, 7.271)

https://diastixo.gr/arthra/24407-h-magiki-leitourgia-tis-poiisis-mia-sunomilia-ths-mhdeias-dimotika-tragoudia-tasoula-karageorgiou


https://diastixo.gr

Μάνθος Σκαργιώτης: συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

 


Ο Μάνθος Σκαργιώτης γεννήθηκε στο χωριό Μονολίθι Ιωαννίνων το 1952. Σπούδασε φιλολογία. Ζει στην Αθήνα. Μυθιστορήματά του: Το Λαθραίο (Παρατηρητής, 1991), Η αλάνα με τις ακονόπετρες (Δωρικός, 1995), Ουδέτερη ζώνη (Κέδρος, 1995), Δώδεκα μήνες, δεκατρία φεγγάρια (Εμπειρία Εκδοτική, 2001), Το παρελθόν επιστρέφει από τον άλλο δρόμο (Εμπειρία Εκδοτική, 2004), Ένα κλειδί, τρεις πόρτες (Μεταίχμιο, 2009), Στο δρόμο των αρωμάτων (Διόπτρα, 2015), Ουμπούντου (Διόπτρα, 2019). Έχει εκδώσει και ποιήματα: Ματωμένοι σάρακες (Κριτήριο, 1974), Στο ρυθμό της Κύπρου (1978). Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά ή συμπεριλαμβάνονται σε ανθολογίες. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα ιταλικά (Uno Specchio, Santerno Edizioni, 1985). Έχει βραβευτεί με το Α′ βραβείο για ανέκδοτη συλλογή ποιημάτων από τον Φιλολογικό Παρνασσό το 1987, με το Α′ βραβείο σε ποιητικό διαγωνισμό του Δήμου Καλλιθέας Αττικής το 1983, με το Β′ βραβείο από τον Σύνδεσμο Φιλίας Ελλάς-Κύπρος σε πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό το 1982, με το Α′ βραβείο διηγήματος από τον ίδιο Σύνδεσμο το 1992. Το νέο του μυθιστόρημα, Το ποτάμι που επέστρεφε, το οποίο κυκλοφορεί από την Ελληνοεκδοτική, μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη.

Ευδιάκριτα τα «οικοδομικά υλικά» της ιστορίας σας: ο τόπος σας και οι μελέτες σας. Ωστόσο, πώς γεννήθηκε ο αντισυμβατικός ήρωάς σας, που διαρκώς κινείται στην κόψη της λεπίδας ανάμεσα στο καλό και στο κακό;

Δυο είναι οι γεννήτορες του κεντρικού ήρωα: το φυσικό τοπίο εντός του οποίου πέρασε τα πρώτα χρόνια του και το ανθρώπινο. Το συγκεκριμένο φυσικό τοπίο, παρά τις πολλές αντιθέσεις του (γκρεμοί-ισιώματα, βράχια-δέντρα, κορφοβούνια-κοιλάδες) και τα ανελέητα ξεσπάσματά του, εμπνέει σιγουριά. Τα βράχια παραμένουν θεμελιωμένα στη θέση τους, τα νερά δεν αλλάζουν δρόμο. Τίποτα δεν σε ξεγελά, δεν σε ξαφνιάζει· το κακό προαναγγέλλεται. Αυτό, ο άνθρωπος το νιώθει σαν καλοσύνη της φύσης και το αφομοιώνει. Μην ξεχνάμε πως έχει κι ο ίδιος μέσα του σύμφυτο υπόστρωμα καλοσύνης, έστω και σε λανθάνουσα μορφή… Από την άλλη, είναι το ανθρώπινο τοπίο. Για τον κεντρικό ήρωα του βιβλίου η συμπεριφορά των συγχωριανών του ήταν σκληρή, απάνθρωπη. Ποτέ δεν τον φώναζαν με το όνομά του. Γι’ αυτούς ήταν το «μπαστί της Βαγγελής», το εξώγαμο, το απομάζωμα, ο αλήτης. Δεν είχε θέση στην κλειστή κοινωνία τους. Φερνόταν λοιπόν όπως του φέρνονταν. Εχθρικά. Έτσι, από τη μια τον τραβούσε το καλό (η φύση) και από την άλλη το κακό. Κι αυτός μηχανευόταν τρόπους για να ισορροπήσει, τον καιρό που μέσα του διαμορφωνόταν ο χαρακτήρας του.

Μοιάζουμε λέτε με τη φύση; Ίδιες δυνάμεις μάς κινούν; Γκρεμιζόμαστε και ξαναχτιζόμαστε σαν κοινωνία, όπως το γεφύρι της Πλάκας;

Αν κόψουμε ένα δέντρο, η ρίζα του θα ξαναβγάλει κλαδιά· αν βουλιάξει ένας τόπος, ο τόπος θα ξαναπάρει, σε καιρούς, νέα μορφή με χλωρίδα και πανίδα· αν εξατμιστεί το νερό, θα ξαναγίνει νερό. Ό,τι έχει ψυχή μέσα του ξαναγίνεται. Το ίδιο συμβαίνει και με τον άνθρωπο κατά τη διάρκεια της ζωής του (ο θάνατος είναι αμετάκλητος). Πέφτει, σηκώνεται. Κατ’ επέκταση, ανάλογη μοίρα έχει και η κοινωνία. Τόσοι κατακλυσμοί, τόσοι πόλεμοι, τόσοι βίαιοι θάνατοι κι όμως ο άνθρωπος και οι κοινωνίες συνεχίζουν να υπάρχουν. Αυτό το δίπολο (καταστροφή-αναγέννηση) το απεικονίζει, όπως εύστοχα επισημαίνετε, η περιπέτεια του γεφυριού της Πλάκας: Χτίστηκε πρώτη φορά (άγνωστο πότε), γκρεμίστηκε το 1860, ξαναχτίστηκε το 1863, έπεσε τη μέρα των εγκαινίων, αναστηλώθηκε το 1866, έπεσε το 2015, τώρα στέκει πάλι όρθιο. Καθρεφτίζει, θα έλεγα, την πορεία του κεντρικού προσώπου του μυθιστορήματος, καθώς και των κοινωνιών γενικά. Με άλλα λόγια, το γεφύρι υποβάλλει, πλην των άλλων συνδηλώσεών του, το χρέος του ανθρώπου να μη μένει ποτέ πεσμένος.

Είναι πολλοί, πιστεύω, αυτοί που ονειρεύονται την επιστροφή στη φύση. Γιατί βλέπουν τη φύση σαν αντίδοτο στον άρρωστο κόσμο του τσιμέντου και των βάρβαρων ήχων.

Γράφετε σε κάποιο σημείο: «Αρχή αρχή η ψυχή του ανθρώπου. Ένας ανάζερβος, αχλόιστος βράχος. Σε άλλους η ψυχή μένει βράχος σε όλη τους τη ζωή. Απ’ αυτούς να φυλάγεσαι. Οι υπόλοιποι μέσα στον δικό τους βράχο, όσο απόγκρεμος κι αν είναι, χτίζουν εκκλησιά. Είναι οι δίκαιοι, οι καλοί…» Ποιος έκλεψε το «καλέμι» και είναι λιγοστές οι «εκκλησιές» στον καιρό μας;

Είναι τα λόγια ενός ηγούμενου σε μοναστήρι χτισμένο μέσα σε βράχο· γι’ αυτό και η μεταφορά… Οι κλέφτες του «καλεμιού» είναι πολλοί. Είναι αυτοί που έφεραν στον κόσμο μια γενικότερη διάβρωση των ηθών και γκρέμισαν τις αξίες. Που δίδαξαν τους ανθρώπους να αποκτούν οντότητα με βάση τις καταθέσεις τους στην τράπεζα, το αυτοκίνητο που οδηγούν, τα ρούχα που φορούν, την εικόνα τους. Να εντυπωσιάζονται από την επιφάνεια και να μη γνωρίζουν καν πού βρίσκεται η ουσία ή αν υπάρχει ουσία. Πίσω από τέτοιες αντιλήψεις και συμπεριφορές βρίσκεται η οικονομική ολιγαρχία που ποδηγετεί τους λαούς και τρίβει τα χέρια της. Παραδίπλα, υπάρχουν οι άλλοι άνθρωποι· οι φτωχοί, οι εξαθλιωμένοι. Αυτοί βλέπουν την αδιαφορία όσων τους κυβερνούν και τις ελπίδες τους να διαψεύδονται. Έτσι, μέσα τους συσσωρεύουν θυμό, οργή, ακόμα και μίσος. Όλα τα παραπάνω έφεραν σε δεύτερη μοίρα την οικογένεια και το σχολείο, δυο θεσμούς που αποτελούν τα αγκωνάρια των κοινωνιών. Αποτέλεσμα: δεν μένει στους ανθρώπους, δεν μας μένει ούτε χρόνος ούτε διάθεση να χτίσουμε «εκκλησιά» μέσα στον βράχο. Ο βράχος δηλαδή, ο βράχος του καθενός μας, δεν ανθρώπεψε, δεν ανθρωπεύει. Γι’ αυτό και οι πολλές πληγές της εποχής μας.

Βοριάδες, γλυκοχαράματα, βράχια, ποτάμια, λιακάδες, λύκοι, αρχαία ερείπια, ληστές, αγριόγιδα, τσοπανόσκυλα, γεφύρια, αετοί και πετροπέρδικες. Ένας κόσμος που σβήνει, αν και μας γοητεύει. Με ποιον στόχο τον κάνατε κεντρικό σκηνικό της ιστορίας σας;

Δυο ήταν οι στόχοι-λόγοι. Ο πρώτος καθαρά πρακτικός. Αυτός ο κόσμος ήταν ένας από τους κόσμους του κεντρικού ήρωα του μυθιστορήματος. Για να έχει αληθοφάνεια το έργο έπρεπε να τον αναπαραστήσω. Ναι, πράγματι σβήνει. Εν μέρει όμως. Μπορεί να μην υπάρχουν σήμερα οι νομάδες παλιού τύπου ή οι λήσταρχοι των βουνών. Ωστόσο, το γλυκοχάραμα παραμένει γλυκοχάραμα, τα ποτάμια ποτάμια, ο αετός αετός. Μόνο τα μάτια των ανθρώπων όλα αυτά τα βλέπουν διαφορετικά… Ο δεύτερος στόχος έχει προσωπικό χαρακτήρα. Η συμβίωση με τη φύση είναι αυτό που λέμε το «απωθημένο» μου. Νιώθω ότι δεν την έχω χορτάσει. Η συγγραφή ενός βιβλίου με αυτό το σκηνικό λειτουργεί ιαματικά. Κι είναι πολλοί, πιστεύω, αυτοί που ονειρεύονται την επιστροφή στη φύση. Γιατί βλέπουν τη φύση σαν αντίδοτο στον άρρωστο κόσμο του τσιμέντου και των βάρβαρων ήχων στον οποίο ζούμε.

Ποια χρώματα και ποιους ήχους του βιβλίου σας επιλέγετε για να μας το συστήσετε;

Θα επέλεγα σκηνές από τη δράση του κεντρικού ήρωα, που να δείχνουν την ιδιαιτερότητά του. Σαν τις ακόλουθες: δρασκελίζει την ψηλότερη βουνοκορφή και νιώθει γεράκι στην πλάτη του Θεού· καταφεύγει στο παραμύθι του, για να αλλάξει πορεία ζωής χωρίς ενοχές· μπαίνει στο καφέ αμάν της Αθήνας, κι ενώ η χανεντέ Φώτω τραγουδάει, αυτός σηκώνεται και φεύγει, επειδή το μαγαζί λέγεται Μπουλμπούλ, δηλαδή αηδόνι· τραυματίζει χειροβομβίδα τον στρατιώτη της Μ. Ασίας και κόβεται το δικό του δάχτυλο –του ήρωά μας–, αν και ο ίδιος βρίσκεται πολλά χιλιόμετρα μακριά… Πίσω από τους ήχους και τα χρώματα τέτοιων σκηνών βρίσκεται το όνειρο, η αγωνία, το πάθος, η φιλία, η αγάπη, η απαντοχή, αλλά και η απελπισία, η διαμαρτυρία, ο φθόνος, η εκδικητικότητα, η μνησικακία, η οργή. Μια μεγάλη ποικιλία τόνων και αποχρώσεων.

 

Το ποτάμι που επέστρεφε
Μάνθος Σκαργιώτης
Ελληνοεκδοτική
400 σελ.
ISBN 978-960-563-677-7
Τιμή 16,70€

Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης συγγραφέας

https://diastixo.gr/sinentefxeis/ellines/24413-skargiotis-synenteyksi-intzempeli


https://diastixo.gr


Εντυπωσίασε η σοπράνο Μαρία Κόκκα ως Ωραία Ελένη στο Ιερό των Αιγυπτίων Θεών

 

Συναυλία του συνθέτη Παναγιώτη Καρούσου στο Ιερό των Αιγυπτίων Θεών με αποσπάσματα από την επική όπερα «Ιλιάδα του Ομήρου» σε μορφή Αρχαίας Όρχησης με πρωταγωνίστρια την σοπράνο Μαρία Κόκκα στο ρόλο της Ωραίας Ελένης

Την Κυριακή 20 Ιουλίου 2025 πραγματοποιήθηκε συναυλία του διεθνούς φήμης  συνθέτη Παναγιώτη Καρούσου στον Aρχαιολογικό Xώρο του Ιερού των Αιγυπτίων Θεών στη Νέα Μάκρη (Μπρεξίζα) με την συνεργασία της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ανατολικής Αττικής.

Παρουσιάστηκαν με επιτυχία έργα κλασικής Μουσικής του Π. Καρούσου σε μορφή Αρχαίας Όρχησης, ο ύμνος στον έρωτα «Ἔρως ανίκατε μάχαν», Γ' στάσιμο από την Αντιγόνη του Σοφοκλή, και αποσπάσματα από την επική όπερα «Ιλιάδα του Ομήρου».
Συμμετείχαν μέλη του Μουσικού Συνόλου «Ραψωδοί», Μαρία Κόκκα (σοπράνο), Ρέα Βουδούρη (υψίφωνος), Μαρία Κιόρογλου (σοπράνο κολορατούρα), Γιάννος Κοτζιάς (τενόρος), Γιάννης Δάρρειος (τενόρος), Χριστιάνα Μάνου (πιάνο), Παναγιώτης Καρούσος (συνθέτης). Ήταν μια υπέροχη μουσική πανδαισία, με εξαιρετικούς καλλιτέχνες, με επικεφαλής την πρωταγωνίστρια της Εθνικής Λυρικής Σκηνής σοπράνο Μαρία Κόκκα το ρόλο της Ωραίας Ελένης. Η υψίφωνος Ρέα Βουδούρη ερμήνευσε έναν ύμνο αφιερωμένο στην θεά Άρτεμις «Χορός της Άρτεμις». Η υψίφωνος Μαρία Κιόρογλου ερμήνευσε σε μορφή Αρχαίας Όρχησης τον ύμνο στον έρωτα «Ἔρως ανίκατε μάχαν», Γ' στάσιμο από την Αντιγόνη του Σοφοκλή μελοποιημένο από τον μουσικοσυνθέτη Παναγιώτη ΚαρούσοΟι λυρικές τραγουδίστριες Μαρία Κόκκα και Ρέα Βουδούρη ερμήνευσαν σε μορφή Αρχαίας Όρχησης αποσπάσματα από την επική όπερα «Ιλιάδα του Ομήρου» του συνθέτη Παναγιώτη Καρούσου. Ο Γιάννης Δάρρειος ερμήνευσε σε μορφή Αρχαίας Όρχησης τον Ύμνο στη Μούσα "Ψάλλε, θεά, τον θυμόν του Αχιλλέως" από την επική όπερα «Ιλιάδα του Ομήρου» του  συνθέτη Παναγιώτη Καρούσου. Τις χορογραφίες της Αρχαίας Όρχησης επιμελήθηκε η σοπράνο Μαρία Κόκκα. Το πρόγραμμα μελοποιημένης ποίησης σε κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας παρουσίασε ο διεθνούς φήμης μουσικοσυνθέτης Παναγιώτης Καρούσος αναλύοντας τα έργα του. 
Όπερα σε Αρχαία Όρχηση στο Ιερό των Αιγυπτίων Θεών από τον Παναγιώτη Καρούσο.  Είναι μια ιερή στιγμή που για πρώτη φορά παρουσιάζετε ένα τέτοιο εγχείρημα μουσικής μυσταγωγίας, η όπερα  παντρεύεται με την Αρχαία Όρχηση, μια πρωτότυπη καινοτομία του μουσικοσυνθέτη Παναγιώτη Καρούσου. Ήταν μια ιερή μουσική συναυλία ψυχικής ανάτασης σε ένα χώρο που αναδίδει το αρχαίο φως της γνώσης. Η κάλυψη - προβολή και βιντεοσκόπηση της εκδήλωσης έγινε από το Παγκόσμιο Φιλοσοφικό Φόρουμ και τον Ιωάννη Γαλάνη, μέλος Δ.Σ του WPF και Γ. Διευθυντής των ΕΝ.Π.ΑΝ. (Ενώσεις Πολιτισμού και Ανάπτυξης).