Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2025

Συναυλία του διεθνούς φήμης μουσικοσυνθέτη Παναγιώτη Καρούσου στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας (Σ.Ε.Φ.)

 

Ο Όμιλος για την UNESCO Πειραιώς & Νήσων σε συνεργασία με τον Διεθνή Οργανισμό International ACTION ART παρουσιάζει συναυλία του διεθνούς φήμης μουσικοσυνθέτη Παναγιώτη Καρούσου στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας (Σ.Ε.Φ.), την Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026, στις 7 μμ. Ελεύθερη είσοδος.

Ειρήνη Κώνστα (σοπράνο), Ρέα Βουδούρη (σοπράνο), Δέσποινα Τσολάκη (Τραγουδίστρια Σοπράνο/Ηθοποιός), Γιάννης Δάρρειος (τενόρος), Νίκος Βασιλικός (τενόρος), Μαγδαληνή Τσεκούρα (πιάνο).
Μελοποιημένα ποιήματα από τον μουσικοσυνθέτη Παναγιώτη Καρούσο, Παρθενών (Κωστής Παλαμάς), Καρυάτιδες (Ιωάννης Πολέμης), Κόρη των Αθηνών (Λόρδος Βύρων), «Μελίνα», «Μαρία Κάλλας», «Ο χορός της Αρτεμης», «Στον Μίκη Θεοδωράκη», Εἰς τὸν Μάρκο Μπότσαρη (Διονύσιος Σολωμός), «Ἔρως ανίκατε μάχαν» Γ' στάσιμο από την Αντιγόνη του Σοφοκλή.
Συμμετέχουν Ελληνικά Παραδοσιακά Χορευτικά Συγκροτήματα με χορούς και τραγούδια.
Χαιρετισμός: Ιωάννης Μαρωνίτης, Πρόεδρος του Ομίλου για την UNESCO Πειραιώς και Νήσων και της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Ομίλων, Συλλόγων και Κέντρων της UNESCO (WFUCA) για την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική.
Πρόγραμμα: Συναυλία με νέα έντεχνα και λυρικά τραγούδια του Παναγιώτη Καρούσου, με μελοποιημένα ποιήματα μεγάλων ποιητών: Παρθενών (Κωστής Παλαμάς), Καρυάτιδες (Ιωάννης Πολέμης), Κόρη των Αθηνών (Λόρδος Βύρων), «Μελίνα», «Μαρία Κάλλας της καρδιας μας», «Ο χορός της Αρτεμης», «Στον Μίκη Θεοδωράκη». Πρόκειται για τη νέα συνθετική εργασία του Ελληνοκαναδού μουσικοσυνθέτη Παναγιώτη Καρούσου. Ο συνθέτης κλασικής μουσικής γνωστός μέσα από τις όπερες του (Προμηθέας Δεσμώτης, Τραχίνιες – Ολυμπιακή Φλόγα, Μέγας Αλέξανδρος), Ορατόριο: «Το Τραγούδι των Εθνών», τη Συμφωνία της Ελευθερίας, κ.α., κάνει ένα άνοιγμα στο έντεχνο και λαϊκό τραγούδι μελοποιώντας μεγάλους ποιητές.
Songs by renowned composer Panagiotis Karousos with Irini Konsta (soprano), Rea Voudouri (soprano), Despina Tsolaki (soprano), Giannis Darios (tenor), Nikos Vassilikos (tenor), Magdalini Tsekoura (piano). Concert with works by the internationally renowned composer Panagiotis Karousos at the Peace and Friendship Stadium (S.E.F.). Greek Traditional Dance Ensembles participate with dances and songs.
Melina Merkouri Amphitheatre in Peace and Friendship Stadium (S.E.F.) in Piraeus, Greece
Club for UNESCO of Piraeus and Islands








Ο διεθνούς φήμης μουσικοσυνθέτης Παναγιώτης Καρούσος 

στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας (Σ.Ε.Φ.) 




Halloween marathon: Tim Burton edition.


 Η Κινηματογραφική Ομάδα της ΦΕΠΑ σας προσκαλεί στο πρώτο event της χρονιάς. Ελάτε να ανοίξουμε την χρονιά με ένας μαραθώνιο ταινιών του Tim Burton. Στο πλαίσιο του Halloween είστε όλ@ καλοδεχούμεν@ να έρθετε ντυμέν@. Οι προβολές θα ξεκινήσουν το Σάββατο 1/11 στις 20:30 στον πρώτο όροφο της Α'ΦΕΠΑ πίσω από τις μαύρες πόρτες.

Λίγα λόγια για τον σκηνοθέτη:
Ο Τίμοθι Γουόλτερ Μπάρτον (γεννημένος στις 25 Αυγούστου 1958) είναι Αμερικανός σκηνοθέτης και καλλιτέχνης. Γνωστός για τη διάδοση της γοτθικής κουλτούρας στην αμερικανική κινηματογραφική βιομηχανία , ο Μπάρτον είναι διάσημος για τις γοτθικές ταινίες τρόμου και σκοτεινής φαντασίας . Έχει λάβει πολυάριθμες διακρίσεις, συμπεριλαμβανομένου ενός βραβείου Emmy , καθώς και υποψηφιότητες για δύο βραβεία Όσκαρ , μια Χρυσή Σφαίρα και τρία βραβεία BAFTA . Τιμήθηκε με τον Χρυσό Λέοντα για το σύνολο του έργου του στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας το 2007 και του απονεμήθηκε το Τάγμα των Τεχνών και των Γραμμάτων από τον Υπουργό Πολιτισμού της Γαλλίας το 2010.
Ο Μπάρτον έκανε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο με την κωμωδία Pee-wee's Big Adventure (1985) και έγινε γνωστός με τις ταινίες Beetlejuice (1988) και Edward Scissorhands (1990). Ο Μπάρτον σκηνοθέτησε επίσης τις ταινίες με υπερήρωες Batman (1989) και Batman Returns (1992), τις ταινίες κινουμένων σχεδίων Corpse Bride (2005) και Frankenweenie (2012), τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας Mars Attacks! (1996) και Planet of the Apes (2001), την υπερφυσική ταινία τρόμου Sleepy Hollow (1999), τις ταινίες φαντασίας Big Fish (2003), Alice in Wonderland (2010), Dark Shadows (2012) και Dumbo (2019), τα μιούζικαλ Charlie and the Chocolate Factory (2005) και Sweeney Todd: The Demon Barber of Fleet Street (2007), καθώς και τα βιογραφικά δράματα Ed Wood (1994) και Big Eyes (2014). Ξεκινώντας από το 2022, ο Μπάρτον έχει σκηνοθετήσει αρκετά επεισόδια για τη σειρά Wednesday του Netflix , για την οποία έλαβε υποψηφιότητα για το βραβείο Primetime Emmy Καλύτερης Σκηνοθεσίας σε Κωμική Σειρά . Σκηνοθέτησε επίσης το Beetlejuice Beetlejuice (2024), τη συνέχεια της ταινίας του 1988. Ο Μπάρτον έχει συνεργαστεί συχνά με τον συνθέτη Ντάνι Έλφμαν , ο οποίος έγραψε τη μουσική για όλες τις ταινίες του εκτός από τρεις. Έχει κυκλοφορήσει πολλά βιβλία, συμπεριλαμβανομένου του The Melancholy Death of Oyster Boy & Other Stories (1997).
Σειρά προβολών:
-Edward scissorhands (1990)
-Corpse bride (2005)
-Sweeney Todd: The Demon Barber of Fleet Street (2007)
-The Nightmare Before Christmas (1993) 

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2025

Σημωνίδης ο Αμοργίνος: «Ίαμβος κατά γυναικών»

 


Κρατώ στα χέρια μου το βιβλίο με τίτλο Ίαμβος κατά γυναικών και άλλα ποιήματα σε εισαγωγή, μετάφραση και επίμετρο της Ευσταθίας Δήμου, που κυκλοφορεί από τις ΑΩ Εκδόσεις. Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα και πολύπλευρη συνομιλία με το έργο του ιαμβογράφου Σημωνίδη του Αμοργίνου.

Σύμφωνα με πηγές, ο ποιητής γεννήθηκε στη Σάμο γύρω στο 670 π.Χ. και ήκμασε περίπου το δεύτερο μισό του 7ου αιώνα π.Χ. Όμως παρέμεινε τελικά στην Αμοργό, γι’ αυτό άλλωστε και το προσωνύμιο Αμοργίνος. Συνέγραψε ελεγείες και ιάμβους, μα έχουν διασωθεί μόνο περί τους 200 στίχους.

Εδώ ο Σημωνίδης ο Αμοργίνος, αποτυπώνοντας τις στερεοτυπικές κοινωνικές αντιλήψεις της εποχής του, χλευάζει και στοχοποιεί τη γυναίκα της αρχαϊκής εποχής (αλλά και κάθε εποχής, αν θέλουμε να ανιχνεύουμε σ’ αυτό το διαχρονικό στοιχείο). Ποια η ποιότητα λοιπόν της γυναίκας; Εξαιρετικά χαμηλή, καθώς παρουσιάζεται φυγόπονη, σπάταλη, αντικοινωνική, λάγνα. Επίσης, την παραλληλίζει με ζώα ή στοιχεία της φύσης: για παράδειγμα, γυναίκα φοράδα, γυναίκα νυφίτσα, γυναίκα σκύλα και μαϊμού – στο πλαίσιο, κιόλας, μιας παράδοσης γυναικογονίας. Μία και μοναδική εξαίρεση η γυναίκα μέλισσα: εργατική, συγκρατημένη, μητέρα, οικονόμα. Η γυναίκα δεν έχαιρε υπόληψης στα αρχαϊκά χρόνια, ήταν μια αντιηρωίδα στην ουσία, αντιπροσώπευε το φύλο το λιγότερο δημοφιλές, κάτι δευτερεύον, ίσως και μισητό.

Όπως λέει η μεταφράστρια στην εισαγωγή της, αρχικά νόμιζε πως όλος ο Ίαμβος είχε να κάνει με τον «συζητημένο μισογυνισμό του ποιητή» και τη «σχηματοποίησή του σε ποίηση σκωπτική και χλευαστική» (σελ. 8). Καθώς όμως προχωρούσε με τη δουλειά της, κι άλλες σκέψεις ήρθαν στο μυαλό της, που εξελίσσουν την ερμηνεία του έργου καθιστώντας την πιο «εναλλακτική» (σελ. 8). Γίνομαι πιο συγκεκριμένη, μεταφέροντας αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα (σελ. 8-9): «[…] την ίδια στιγμή που ο ποιητής τεχνουργεί και παρουσιάζει τους δέκα τύπους γυναικών –οι εννιά από τους οποίους προβάλλονται ως ανεπιθύμητα κακά για τους άντρες– τεχνουργεί, νοερά, σαν υπόθεση και εξαγόμενο συμπέρασμα, τους αντίστοιχους δέκα τύπους αντρών, που έρχονται για να δημιουργήσουν ένα δίπολο ή καλύτερα έναν αντικατοπτρισμό με αυτές [...]». Και λίγο παρακάτω: «[…] συμπληρώνονται και ενοποιούνται πάνω στη βάση των αντινομιών και των διαφορών τους», για να καταλήξει: «Έτσι θεώρησα νόμιμη και θεμιτή την υπόθεση που θέλει το ποίημα αυτό να αποκαλύπτει όχι μόνο τη γυναικεία αλλά και την αντρική φύση και ιδιοσυγκρασία, λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι κάθε περιγραφική απόδοση δεν φωτογραφίζει, ούτε αποκαλύπτει μονάχα το περιγραφόμενο πρόσωπο, αλλά και τον περιγράφοντα, τον άνθρωπο που στέκει απέναντί του και επιλέγει τις κατάλληλες λεπτομέρειες προκειμένου να το παρουσιάσει. Πολύ περισσότερο μάλιστα που ο περιγράφων και η περιγραφόμενη βρίσκονται ο ένας απέναντι στον άλλο σε μια σχέση συνύπαρξης, συμβίωσης και, το κυριότερο, διάδρασης» (σελ. 9).

Μας προτείνει έναν γόνιμο διάλογο με τα αρχαία κείμενα. Δεν αρκεί πια αυτά να θεωρούνται σπουδαία.

Επιμένω σε αυτό, καθώς με αφορά η προσέγγιση, η προσπάθεια να αναστοχάζονται οι άνθρωποι πάνω στα πράγματα με τρόπο εποικοδομητικό. Έτσι ώστε να έρχονται στην επιφάνεια οι αντιφάσεις του κειμένου, αλλά και τα υπονοούμενα, και να αναδεικνύονται και οι κοινωνικές και ψυχολογικές προεκτάσεις που συνυφαίνονται. Βασικά η Δήμου προτείνει μια νέα, φρέσκια και ελκυστική μετάφραση για τον Ίαμβο και τα αποσπάσματα (με το πρωτότυπο αντικριστά), επίσης ως επίμετρο παρουσιάζει ένα δικό της παιγνιώδες, ρυθμικό, καλοδουλεμένο κείμενο (με τίτλο «Ηρωίδες Ιάμβου») που έρχεται ως δυνατή απάντηση στον Σημωνίδη τον Αμοργίνο και στο οποίο χαρίζει στον αναγνώστη το δικό της βλέμμα για τη γυναίκα σε είκοσι τρία ομοιοκατάληκτα δίστιχα (σε δεκαπεντασύλλαβο) κι έναν μονό στίχο. Αυτή η παρέμβαση, καθ’ όλα πετυχημένη, αποτελεί και μία πρόταση αναφορικά με το πώς είναι θετικό να κοιτάζουμε τα αρχαία κείμενα.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Μια μικρή αναφορά τώρα και για τους σκόρπιους στίχους που μεταφράζονται και εμπεριέχονται στο παρόν βιβλίο. Είναι θραύσματα μόνο. Περιέχουν κάποια στοιχεία υλικού πολιτισμού και παραπέμπουν μερικά σε στιγμιότυπα από την καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Διαβάζω:

«Πώς καψάλισα, πώς έκοψα το κρέας με τρόπο ιερό. Αυτό καλά το ξέρω.» (σελ. 51)
«Απ’ το τραπέζι σήκωσε τα ποτήρια τους.» (σελ. 51)
«Αυτή η κύλικα απ’ το Άργος στενεύει προς τα χείλη.» (σελ. 51)
«Μεριά που καίγονταν» (σελ. 53)
«Υπάρχει εδώ για σένα ένα τυρί από την Αχαΐα
τρομιλικό, πεντανόστιμο. Εγώ το έφερα.» (σελ. 51)

Το 29 D απόσπασμα (σελ. 53) είναι σχετικά μεγάλο και αναφέρεται σε θέμα σημαντικό – στην επιπολαιότητα της νιότης, που «δεν σκέφτεται ούτε τα γηρατειά ούτε το θάνατο» Μέμφεται αυτούς που αγνοούν πόσο γρήγορα περνά η νιότη και έρχεται αδυσώπητο το γήρας. Τους δίνει λοιπόν συμβουλές για εγκαρτέρηση.

Η Δήμου ήθελε βασικά να συγκεντρώσει για τους αναγνώστες στον μικρό αυτόν τόμο όλο το έργο του Αμοργίνου που διασώζεται. Δεν υπάρχει κάποια εσωτερική σύνδεση, κάποια κρυφή ή φανερή συνομιλία των αποσπασμάτων με τον Ίαμβο. Απλά αποτελούν κάποια δείγματα αυτά, δίνουν μια γεύση για το ύφος, τα ενδιαφέροντα και τον τρόπο του Σημωνίδη του Αμοργίνου.

Κλείνοντας, γιατί με ενδιαφέρει αυτή η δουλειά της Δήμου; Γιατί, όπως και στη μετάφραση του Λογγίνου (Περί ύψους,εκδ. Κουκκίδα), μας προτείνει έναν γόνιμο διάλογο με τα αρχαία κείμενα. Δεν αρκεί πια αυτά να θεωρούνται σπουδαία. Όχι, δεν αρκεί. Σε έναν αντικρουόμενο και αντιφατικό κόσμο, παίζει ρόλο και ο τρόπος που κανείς τα κοινωνεί στον σύγχρονο αναγνώστη, ώστε εκείνος να νιώθει ότι αποτελούν ένα καίριο και δραστικό πνευματικό ερέθισμα. Αυτή η ανανεωτική τάση υπάρχει εδώ, θεωρώ.

 

Ίαμβος κατά γυναικών
και άλλα ποιήματα
Σημωνίδης ο Αμοργίνος
Εισαγωγή – Μετάφραση – Επίμετρο: Ευσταθία Δήμου
ΑΩ Εκδόσεις
64 σελ.
ISBN 978-618-5675-54-7
Τιμή 13,78€

Ασημίνα Ξηρογιάννη   ποιήτρια και θεατρολόγος

https://diastixo.gr/kritikes/poihsh/24879-iamvos-kata-gynaikon


https://diastixo.gr

Κοσμάς Πολίτης: «Εκάτη»

 


Διώνη Δημητριάδου 

Οι μύθοι είναι ισχυρές κατασκευές που άντεξαν, ενταγμένοι στην πολιτιστική κληρονομιά των λαών, μέσα στους αιώνες, αποθαρρύνοντας την ανασκευή τους, εκτός αν η σύγχρονη σκέψη τολμά να διαρρήξει το στερεό τους περίβλημα και να επεξεργαστεί το νοηματικό και το συμβολικό τους (κυρίως αυτό) περιεχόμενο. Η λογοτεχνία, φυσικά, υπακούοντας σε δικούς της νόμους και με την «αυθαιρεσία» που της επιτρέπει το μυθοπλαστικό της ψεύδος –ένας τρόπος προσέγγισης της αλήθειας–, συχνά εντάσσει στη θεματική της τον μύθο σε σύνδεση με την πλοκή των ιστοριών της, άλλοτε ατόφιο και άλλοτε «πειραγμένο», κατά τις επιταγές της μυθοπλασίας ή τις συγγραφικές ιδεολογικές παραμέτρους.

Η μεγαλοπρεπής και σκοτεινή Εκάτη του κάτω κόσμου, ο σύνδεσμος ανάμεσα στους θνητούς και τους θεούς, θεά της μαγικής τέχνης, σχετιζόμενη με την τελετουργική μαντεία και τη νεκρομαντεία, τα βότανα (ιαματικά ή δηλητηριώδη), ταυτισμένη συχνά με τη Σελήνη, με την πιο σκοτεινή της φάση, δηλαδή τη νέα σελήνη, εισχωρεί στη μυθοπλασία του Κοσμά Πολίτη, στο μυθιστόρημα που φέρει το όνομά της, τόσο με την ψυχολογική της σημασία όσο και με τον ισχυρό συμβολισμό της. Γραμμένη η Εκάτη του Πολίτη (1η έκδοση, Πυρσός, 1933) στο δύσκολο μεταβατικό χρονικό διάστημα του Μεσοπολέμου, ενσωματώνει τις αναπόφευκτες δυτικοευρωπαϊκές επιρροές αλλά και τα στοιχεία του μοντερνισμού (όπως την εναλλαγή του αφηγητή από παντογνώστη σε πρωτοπρόσωπο, και τον αιφνιδιασμό της ταυτότητάς του στο τέλος του μυθιστορήματος), ενώ με τη χρήση του μύθου της Εκάτης (αλλά και άλλες επιρροές αρχαιοελληνικής σκέψης, όπως τους πλατωνικούς διαλόγους) εντάσσει τη μεγάλη αφήγηση στην υπηρεσία της διατράνωσης μιας ελληνικότητας, που ο Πολίτης την έχει ανάγκη όσο ποτέ. Σε όλο το μυθιστόρημα η Εκάτη ως Σελήνη παρουσιάζεται είτε ως φυσικό ουράνιο σώμα, φόντο στην πλοκή, είτε ως σύμβολο μαγικό και αποκρυφιστικό που επηρεάζει την εξέλιξη της ιστορίας, προσθέτοντας δίπλα στα γεγονότα τη μυθολογική τους σημειολογία.

Αντίκρυ μου άναβε μια πυρκαγιά. Πίσω από τον Υμηττό ανέτειλε η Πανσέληνος, πελώρια και καταπληκτική, και, πριν ακολουθήσει τον χαραγμένο δρόμο της, ακούμπησε για μια στιγμή στη ράχη του βουνού κοιτάζοντας σαρκαστικά τον κόσμο. (σ. 342)

Ο κεντρικός ήρωας, ο Παύλος, εγκλωβισμένος μέσα σε μια συμβατική συζυγική σχέση, αναζητά το νόημα της ζωής, την αυθεντική αλήθεια και άρα την ευτυχία. Επηρεασμένος από τον φίλο του αλχημιστή Βενιέρη, θα εντρυφήσει στον αποκρυφισμό αλλά και στη σωκρατική/πλατωνική θεώρηση της ζωής, θα πειστεί πως η αναζήτηση της αληθινής ζωής είναι ταυτισμένη με την αναζήτηση του έρωτα, αφού μόνον αυτός, σε όποια μορφή του, κυρίως τη σαρκική, μπορεί να οδηγήσει στην πνευματική δημιουργία. Οι τρεις ερωτικές του περιπέτειες, όμως, θα καταλήξουν τραγικά, εγκαταλείποντάς τον ξανά στη μοναξιά και την αμφιβολία για την ύπαρξη τελικού νοήματος.

Σκλάβοι μαρτυρικοί μιας ακατάληπτης δημιουργίας, κρεμόμαστε μετέωροι ανάμεσα πραγματικότητας και ονείρου, εξόριστοι από τον ουρανό, σκεπτικισταί μπροστά στη γοητεία της ηδονής και του πόθου· και η φαντασία μας θα φτιάνει εφήμερες πραγματικότητες, ανάλογες με το ανάστημά μας, τη χημική σύνθεση του άστρου και την πυκνότητα της νέας ατμόσφαιρας. Ένας καινούργιος ήλιος θα μας χαδεύει με τις θερμές αχτίνες του και θα χωρίζει διαφορετικά, μα πάντα μάταια και αυθαίρετα, την απαθή αιωνιότητα. (σ. 280)

Πιο αυθεντική και πιστή ως προς τον τίτλο η πρώτη εκδοχή, ενώ η δεύτερη παρουσιάζει κενά. Αυτήν την αρχική, του 1933, μέσα από τα χειρόγραφα του συγγραφέα έχουμε τώρα την ευκαιρία, στην παρούσα έκδοση, να απολαύσουμε.

Ο Κοσμάς Πολίτης το 1947 αναθεώρησε το έργο αυτό, αφαιρώντας και προσθέτοντας κομμάτια, στην ουσία περνώντας στη νέα του εκδοχή την ιδεολογική του στροφή (ασπάστηκε τον κομμουνισμό το 1944) και εγκαταλείποντας τις μεταφυσικές αναζητήσεις της πρώτης μορφής. Η τωρινή έκδοση (εκδ. Σοκόλη, 2024), με Πρόλογο της Αγγέλας Καστρινάκη και Επίμετρο της Ειρηάνας Ρουσογιαννάκη, επαναφέρει στο προσκήνιο το από πολλά χρόνια λησμονημένο αρχικό έργο. Όσο κι αν είναι δύσκολο να αποκοπεί ένα έργο από το ιδεολογικό υπόβαθρο του δημιουργού του, οπότε θα ήταν αποδεκτή η νεότερη εκδοχή του, ως πιστότερη προς τις διαφοροποιημένες πεποιθήσεις του, θα λέγαμε πως αξίζει να θυμηθούμε το έργο όπως το πρωτοσυνέλαβε ο Πολίτης, να γευτούμε την αρχική του αυθεντικότητα.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα σύστημα τέλεια ρυθμισμένο, από το οποίο αποκλείεται η τύχη και στο οποίο ανάγονται όλα. Τι άλλο μπορεί να είναι ο δημιουργός ενός τέτοιου οργανισμού παρά ένας τετραπέρατος μηχανικός; Έχουμε όλοι μιαν έμφυτη τάσην να εξαρθούμε προς Αυτόν· αλλά μάλλον από τεμπελιά, φαντάζομαι, βρίσκομε ως πρόχειρο μέσον την εύκολη και αμφίβολη ποίηση της προσευχής. Ενώ, για να υψωθούμε πραγματικά προς τον Δημιουργό και να πλησιάσομε τη σκέψη του, χρειάζεται να εμβαθύνουμε στους μηχανικούς νόμους που έχει θέσει και να μεταχειρισθούμε τις φυσικές δυνάμεις που μας προσφέρει άφθονες. (σ. 31)

Αξίζει, πιστεύω, ένα σχόλιο συγκρίνοντας τις δύο εκδοχές του μυθιστορήματος. Ο Πολίτης θέτει στο κέντρο της πλοκής έναν άνθρωπο που, εγκαταλελειμμένος στον κόσμο από τον Θεό του (για να θυμηθούμε τον υπαρξισμό του Σαρτρ), αναζητά την αρχή της δημιουργίας στρεφόμενος στον εαυτό του, στις δικές του δυνάμεις που, εν μέσω ενός σύμπαντος που σιωπά, επινοεί πιθανές ερμηνείες. Στην πρώτη εκδοχή του μυθιστορήματος έχει την αρωγή των αρχαίων μύθων, της πλατωνικής σκέψης, της των πάντων αρχής, δηλαδή των αριθμών, της λογικής μέσω της επιστήμης και της μεταφυσικής μέσω της φαντασίας και της δημιουργικής επινόησης. Στη νεότερη εκδοχή, βοηθούσης της μαρξιστικής ιδεολογίας, πάλι στο κέντρο είναι ο άνθρωπος, μόνο που εδώ εντάσσεται μέσα στη μάζα, στην ολότητα που «επαναστατικώ τω τρόπω» εν δυνάμει αλλάζει τον κόσμο. Ενδιαφέρουσα, ωστόσο, η παρουσία της Εκάτης/Σελήνης όπως και η διατήρηση του τίτλου, που αναγκαστικά παραπέμπει στις μυστικές δυνάμεις ενός κόσμου που η λογική του ανθρώπου αδυνατεί να ερμηνεύσει επαρκώς. Έτσι, πιο αυθεντική και πιστή ως προς τον τίτλο η πρώτη εκδοχή, ενώ η δεύτερη παρουσιάζει κενά. Αυτήν την αρχική, του 1933, μέσα από τα χειρόγραφα του συγγραφέα έχουμε τώρα την ευκαιρία, στην παρούσα έκδοση, να απολαύσουμε.

 

Εκάτη
Κοσμάς Πολίτης
Πρόλογος: Αγγέλα Καστρινάκη
Επίμετρο: Ειρηάνα Ρουσογιαννάκη
Εκδόσεις Σοκόλη
384 σελ.
ISBN 978-960-637-115-8
Τιμή €23,32

Διώνη Δημητριάδου  ποιήτρια και κριτικός λογοτεχνίας

https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/24880-ekati


https://diastixo.gr

Χρήστος Παπάζογλου – Κατερίνα Κωστίου: «Λόγος ανυπεράσπιστος»

 


Κάθε έκδοση ή δημοσίευση σχετική με τον Δημήτρη Χατζή μ’ ενδιαφέρει. Εκτός από φίλος, υπήρξε μεγάλος μάστορας της αφήγησης και θεωρώ ότι πολλά από τα διηγήματά του συγκροτούν την ελλείπουσα γέφυρα, η οποία με άλλους όρους και συνθήκες θα συνένωνε την άξια, παλαιότερη πεζογραφική μας παράδοση με τον μεταπόλεμο. Γέφυρα, πέρα από τα γραμματολογικά, που θα αποκαθιστούσε κυρίως τη θραυσμένη εμπιστοσύνη ενός μεγάλου μέρους των αναγνωστών της λογοτεχνίας, οι οποίοι ματαίως ζητούσαν την αναγνώριση ενός οικείου «εαυτού» στη συχνότατα άνευρη και φλύαρη διηγηματογραφία και μυθιστοριογραφία της δημαρικής γενιάς του ’30. Ο Χατζής από την πλευρά αυτή, συνομήλικος με τους μεσοπολεμικούς,[1] έμεινε ένα λαμπρό ενδεχόμενο που δεν μπόρεσε, για πολλούς λόγους, να ολοκληρώσει ό,τι έδειχνε στα χρόνια του ’50 και του ’60 πως είχε τη δυνατότητα να κάνει. Ένας από τους λόγους ήταν η αμυντική του αβεβαιότητα, η υποχωρητικότητά του στις μεγάλες συζητήσεις της αριστεράς εν καιρώ υπερορίας. Μα και το ότι προτίμησε τη στάση του αφανούς συμβιβαστικού. Για ένα μεγάλο διάστημα, θεωρούσε ότι μπορεί να υπηρετήσει με τα πεζά ή και τα πολιτικά του κείμενα τις δυο αντίπαλες «αλήθειες», την επιβαλλόμενη πολιτική/ιδεολογική και αυτήν της καρδιάς και της τέχνης του. Με αποτέλεσμα τόσο ο ίδιος να είναι κατ’ επανάληψη αναγκασμένος να πειθαρχεί τελικά στις άνωθεν εντολές, όσο και οι δυο κορυφαίες συλλογές του, Το τέλος της μικρής μας πόλης (1963) και Ανυπεράσπιστοι (1966) –κυρίως η πρώτη– να κόβονται και να ράβονται στο σκοτάδι της ιδεολογικής λογοκρισίας, για να προσαρμοστούν στο αξιακό σύστημα της υποτιθέμενης σοσιαλιστικής ηθικής. Ακόμα όμως και έτσι, τα διηγήματά του είναι ό,τι καλύτερο γράφτηκε στο είδος μεταξύ 1945-1980, ενώ δεν θυμάμαι να ασχολήθηκαν τόσοι για ένα μυθιστόρημα, για το θέμα, την τεχνική, τη γλώσσα του, με τόσο αντιτιθέμενες απόψεις και οξύτατες αντιγνωμίες, όσοι για Το διπλό βιβλίο (1976) – και μάλιστα για αρκετά χρόνια μετά την πρώτη έκδοσή του.

Ο Λόγος ανυπεράσπιστος, με σχολιασμό του Χρήστου Παπάζογλου, εισαγωγή και επίμετρο της Κατερίνας Κωστίου, είναι μια έκδοση κάπως λαβυρινθώδης. Για παράδειγμα, ένας αναγνώστης που δεν είναι προϊδεασμένος δεν ξέρω αν θα καταλάβει ότι τα αφθονότατα, εκτενή και περισσότερο από επαρκή για την περίπτωση, σχόλια, έχουν γίνει από τον Χ. Παπάζογλου.[2] Έπειτα, συνυπάρχουν σ’ αυτήν την έκδοση κείμενα που ασφαλώς προέρχονται από το αρχείο εγγράφων και δημοσιευμάτων της Λ. Χατζοπούλου-Καραβία στο ΕΑΤΤ, όμως μερικά από αυτά, όπως οι παιδικές καρτ-ποστάλ ή το τμήμα με τις «υποτιθέμενες» (με άλλη γραφή) κρίσεις του Χατζή για βιβλία της, θα μπορούσαν, όπως ορθά σημειώνει ο Παπάζογλου (σελ. 153) να αποτελέσουν υλικό άλλης έκδοσης. Όπως και να έχει, το κυρίως σώμα του βιβλίου καταλαμβάνουν οι είκοσι πέντε (από πολλές πλευρές ενδιαφέρουσες) επιστολές του Χατζή στη Χατζοπούλου, γραμμένες μεταξύ 1963-1975, με την τελευταία από αυτές να έχει σταλεί από τη Βουδαπέστη τον Φεβρουάριο 1975, στις λίγες μέρες όπου επέστρεψε εκεί, για να τακτοποιήσει εκκρεμότητες προκειμένου να εγκατασταθεί οριστικά στην Ελλάδα. Απουσιάζουν όμως οι επιστολές της Χατζοπούλου προς τον Χατζή, που θα ήταν νομίζω πολύ διαφωτιστικές ή, έστω, ενημερωτικές για τον τρόπο που μια νέα γυναίκα, μητέρα, σύζυγος, συγγραφέας, με αρκετή δοτικότητα και εκρηκτική ιδιοσυγκρασία, στη μάλλον συντηρητική δεκαετία του ’60 –ελεγχόμενη, όπως λέει ή ίδια (σελ. 91)– αποφασίζει να επικοινωνήσει με έναν γηραιότερο (και εξόριστο) πεζογράφο, που ήδη με το δεύτερο βιβλίο του είχε γίνει μύθος στους κύκλους της αριστερής διανόησης. Δεν ξέρω αν υπήρξε προσπάθεια από το ΕΑΤΤ να βρεθούν τα γράμματα –γιατί όχι στο ουγγρικό πανεπιστήμιο όπου εργαζόταν ο Χατζής;– αν και μου μοιάζει απίστευτο το ότι δεν σώθηκαν πρόχειρα σχέδια επιστολών, σχόλια ή άλλα σχετικά στο αρχείο της Λ. Χατζοπούλου – μη αποκλείοντας, βέβαια, παλαιότερη απόφασή της να το ελαφρύνει από πιθανά «επιβαρυντικά» τεκμήρια.

Η επιστολογραφία του Χατζή προς τη Λεία Χατζοπούλου είναι από την πλευρά του ένα περίτεχνο κέντημα ειρωνικής γλώσσας.

Επέμεινα κάπως ιδιαίτερα σ’ αυτό το ζήτημα των άφαντων γραμμάτων, διότι η ανάπτυξη, με συνεχείς διακυμάνσεις της συναισθηματικής έως και εκ του μακρόθεν τρικυμιώδους «ερωτικής σχέσης» των αλληλογράφων, είναι το ένα από τα τρία βασικά θέματα που διακρίνουμε. Η εξοικείωση μεταξύ τους ήταν ταχύτατη, η προσδοκία θέρμαινε τη φαντασία του «ερωτόπληκτου» Χατζή, που αναρωτιέται στην τέταρτη επιστολή του: «Το δικό σου-το γράμμα είναι άλλο: το χέρι τρέμει για μια στιγμή […] ύστερα από τόσα γράμματα που ξεχάστηκαν-μήπως αυτό [το γράμμα] θάναι επιτέλους!-εκείνο που δεν ήταν ποτές ως τα τώρα!...» (σελ. 63). Πάθος, θυμός, θλίψη, αναστάτωση, απογοήτευση, διαδέχονται με φρενήρη ρυθμό τη μια κατάσταση μετά την άλλη, και στις πιο πολλές επιστολές ο έκπληκτος σημερινός αναγνώστης παρακολουθεί συναισθηματικές εκρήξεις (αλλά επί χάρτου) τόσο ακραίες, ώστε να περνάει ενδεχομένως από τον νου του ότι η υπερβολή στα γραφόμενα του Χατζή, όπως και η διαφαινόμενη ένθερμη υποδοχή στα απόντα γράμματα της Χατζοπούλου, θυμίζει μάλλον τις αντιδράσεις μιας βυρωνικής ρομαντικής και στο έπακρο εξημμένης διάθεσης. Απέναντι στον κάπως υπερτονισμένο σπαραγμό του Χατζή, έρχονται οι ζυγισμένες υποδαυλίσεις της Χατζοπούλου, οι απειλές της για μοιραίες άμεσες φυγές στην εξωτική Ασία, στο Χονγκ-Κονγκ, στην Αυστραλία, στη Σιγκαπούρη, στη Νέα Ζηλανδία. Αναρωτιέμαι, πόσο μπορούν όλα αυτά να συντηρήσουν την ιδέα ενός αγνού «αριστερού ρομάντσου», που αντιμετωπίζεται με άκρα σοβαρότητα στην έκδοση; Και ακόμα, διαφαινόμενες υποσχέσεις ότι θα ταξιδέψει εκείνη ως τη Βουδαπέστη – ή μήπως μπορεί να τον συναντήσει κάπου αλλού, στο Παρίσι λ.χ., όπου ζει η φίλη της, Ζιζέλ Πράσινου; Λανθάνουσες ερωτικές «αψιμαχίες» που κανείς από τους αλληλογράφους δεν μοιάζει να τις παίρνει στα σοβαρά. Και στο τέλος, άλλωστε, τίποτε από αυτά δεν πραγματοποιείται.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Νομίζω ότι δεν είναι απλώς εντύπωσή μου, αλλά σχεδόν βεβαιότητα, ότι ως λόγος γραπτός η επιστολογραφία του Χατζή προς τη Λεία Χατζοπούλου είναι από την πλευρά του ένα περίτεχνο κέντημα ειρωνικής γλώσσας. Μια άσκηση άλλοτε αποτραβηγμένη και άλλοτε εμπαθής, που όμως σε ένα στοχαστικότερο πεδίο δίνει συνεχώς την εντύπωση ενός μελετημένου με μεγάλη ευφορία «σκηνικού δρώμενου». Είναι τυχαίο ότι σε μεγάλο βαθμό οι επιστολές του Χατζή (και όχι μόνο αυτές) είναι υποδειγματικά λογοτεχνικά κείμενα; Προς τι, τότε, η μεγάλη κειμενική φροντίδα του: οι παύλες, οι επαναλήψεις, οι παρενθέσεις, τα θαυμαστικά, οι μελετημένες δευτερεύουσες προτάσεις· όλα τα τερτίπια που κατατείνουν σ’ έναν λόγο μαλακό, εύπλαστο, υποβλητικό, όπως ακριβώς είναι η συντακτική δομή των διηγημάτων και των άλλων πεζών του;

Αλλά υπάρχουν και τα άλλα θέματα σ’ αυτήν τη μονή ή κολοβή αλληλογραφία, όπως οι παρατηρήσεις, οι προτάσεις βελτίωσης, οι συμβουλές,[3] οι επιπλήξεις του Χατζή στη Χατζοπούλου, τα φιλικά νεύματα του μακρινού «θείου Τάκη» στον μεγαλύτερο γιο της. Νομίζω όμως ότι αυτά είναι περισσότερο εναύσματα για εκείνον, προκειμένου να κρατήσει ζωντανή την προοπτική ενός πάθους. Έστω και αν πρόκειται για ένα πάθος της φαντασίας περισσότερο. Για εκείνον ή εκείνην. Ωστόσο, ως αναγνώστη του Χατζή, το ενδιαφέρον μου τράβηξαν οι αναφορές του (γνωστές όμως και από τις έρευνες του Νίκου Γουλανδρή, του Γιώργου Βραζιτούλη και του Μιχάλη Πάτση) στην καθημερινή ζωή του στην Ουγγαρία και για μια πενταετία (1957-1962) στην Ανατολική Γερμανία. Εκεί όπου έπειτα από θερμές συστάσεις του Ούγγρου νεοελληνιστή Ιούλιου Μοράβτσικ, τον δέχτηκε με στοργή και φιλία, δημιουργώντας γύρω του μια ζώνη προστατευμένη, ο διευθυντής του Ινστιτούτου Ελληνορωμαϊκών Σπουδών (και υψηλόβαθμο στέλεχος της Στάζι) βυζαντινολόγος Γιοχάννες Ίρμσερ. Στις επιστολές του υπάρχουν μερικά νευραλγικά σημεία όπου περιγράφει τις ψυχικές μεταπτώσεις του, την πλήξη από την οποία είναι συχνά κυριευμένος, την αίσθηση φθοράς, προπάντων όμως την έγγαμη μοναξιά και ερημία του,[4] που μας «προετοιμάζει» για τη μοναξιά του Κώστα στο γερμανικό Άουτελ του Διπλού βιβλίου.[5] Επιπλέον, οι επιστολές αυτές προς τη Χατζοπούλου, όπως και γενικότερα οι επιστολές του Χατζή, είναι ένας καλός οδηγός για το πώς έβαζε σε κίνηση την προσφιλή τακτική των υπαινιγμών – βασικό στοιχείο της γραφής του. Είναι γραμμένες πάνω σε μια τροχιά συναισθηματικής αυξομείωσης, με άκρα προσοχή, με τη φροντίδα κάποιου που έχει επιλέξει να κρατά αποστάσεις, ζώντας σ’ έναν κόσμο όπου οι θεσμικοί μηχανισμοί μπορεί ξαφνικά να γίνουν απειλητικοί ή τιμωρητικοί, χωρίς όμως ο συντριμμένος άνθρωπος να απαντά αλλιώς, παρά μόνο με τη θλίψη του. Αντιδρά αμυντικά, δεν προχωρά σε πολλές λεπτομέρειες και εκμυστηρεύσεις, δεν θέλει να κάνει κρίσεις για πρόσωπα γνωστά που δεν του είναι συμπαθή, κρατά την προσωπική του ζωή στο ημίφως. Όμως έτσι ήταν η ζωή πολλών ανθρώπων της εποχής εκείνης, ένθεν κακείθεν, και αυτές ήταν οι συνθήκες της καθημερινότητας ενός μεγάλου μέρους από όσους βρέθηκαν μετεμφυλιακά στις δυο πλευρές των εμπολέμων.

Οι επιστολές αυτές προς τη Χατζοπούλου, όπως και γενικότερα οι επιστολές του Χατζή, είναι ένας καλός οδηγός για το πώς έβαζε σε κίνηση την προσφιλή τακτική των υπαινιγμών – βασικό στοιχείο της γραφής του.

Τέλος, θα ήταν άδικο αν σχολιάζοντας τις επιστολές Χατζή, άφηνα πίσω μου το μελέτημα (σσ. 163-217) με το οποίο κλείνει η έκδοση. Παράκαμψη που είναι εσκεμμένα συχνότατη στους ανά την επικράτεια κριτικούς, καθώς αποφεύγουν να μνημονεύουν ιδιαιτέρως τις εισαγωγές ή τα επίμετρα, από όπου οι ίδιοι όμως προτιμούν να «δανείζονται» έτοιμες πληροφορίες για τα δικά τους κείμενα. Επί του προκειμένου, το επίμετρο στον Λόγο ανυπεράσπιστο, «Η “έλλογη κατασκευή”: ο Καβάφης και η ποιητική του Δημήτρη Χατζή» της Κατερίνας Κωστίου, υποθέτω ότι προέρχεται από μια εύστοχη σύζευξη: από το ότι η Κωστίου τα τελευταία χρόνια ασχολείται ιδιαίτερα με τον Καβάφη, αλλά και με το ότι είδε πως χρειαζόταν στην έκδοση των επιστολών ένα κείμενο ενισχυτικό για να «δέσει» καλύτερα το βιβλίο. Στο μελέτημά της ερευνά αναλυτικά τα πραγματολογικά, τα ιστορικά, τη γλώσσα, τη σύνταξη, αλλά και την υποδοχή δυο διηγημάτων από τα προσφιλή του Χατζή, του «Άι-Γιώργη» και της «Ώρας της φυρονεριάς», ενταγμένων στους Ανυπεράσπιστους (1966) – από όπου μάλλον προήλθε γενετικά και ο τίτλος της έκδοσης, Λόγος ανυπεράσπιστος. Να υπογραμμίσω ότι για μένα η κειμενική και εν πολλοίς συγκριτολογική ανάλυση της Κ. Κωστίου είναι υποδειγματική. Χειρουργικής ακρίβειας. Ιδίως στα ζητήματα της προσφυούς χρήσης από τον Χατζή της αντωνυμίας, της τεχνικής της επανάληψης ως βασικού οργάνου της συγγραφικής του ιδιοσυστασίας, αλλά και της ειδικής σημασίας του συμπυκνωμένου νοήματος που αποκτά σχεδόν πάντοτε η εσκεμμένα μεμονωμένη (και απογυμνωμένη) λέξη του συγγραφέα μέσα στη φράση.

Επειδή όμως η Κωστίου συνδέει κατ’ επανάληψη τον Χατζή με την ποιητική του Καβάφη, θέλω να σημειώσω ότι διατηρώ μερικές επιφυλάξεις ως προς το κατά πόσο υπήρξε η καβαφική ποίηση σε απόλυτο βαθμό επιδραστική για την αφηγηματική τέχνη του Χατζή, σε τέτοιο σημείο, ώστε να θεωρείται μεταξύ άλλων και η επανάληψη στοιχείο που δανείστηκε «διυλισμένο από τη δική του συγγραφική ιδιοπροσωπία» (σελ. 196). Δεν μπορώ να ορίσω με ακρίβεια πότε ο Χατζής άρχισε ως λόγιος να επιλέγει τους προπάτορές του, τον Σεφέρη αλλά όχι τον Ελύτη, τον Ρίτσο αλλά όχι τους υπερρεαλιστές, τον Καβάφη αλλά όχι (σύμπασα) την πεζογραφία της γενιάς του ’30,[6] όμως υποθέτω ότι αυτό έγινε στη Βουδαπέστη, μετά τον Εμφύλιο, και μετά την άσχημη τροπή που είχε πάρει η πρώτη εγκατάσταση του Χατζή στη Ρουμανία. Τη συγγραφική ταυτότητά του πάντως έχει αρχίσει να τη συναρμόζει αρκετά πιο πριν. Θα έλεγα από τη Φωτιά ακόμα και τη λαχανιασμένη-επική αφήγησή της, αλλά με την ταχεία απόσπαση του συγγραφέα από την πειθώ του αναγκαστικού μηνύματος, τα πράγματα γίνονται ευκρινέστερα στα περισσότερα από τα όσα ακολούθησαν. Στα ιδιότυπα στοιχεία του ύφους του και της σύνταξής του, στην ειρωνεία, στην αποστασιοποίηση, στην ανακύκληση των περιγραφών, στα πεζά δηλαδή που έγραψε, αν και ημιτελή τα περισσότερα,[7] ως την έναρξη του Εμφυλίου, στα Ελεύθερα Γράμματα και αλλού. Και, για να περάσω σ’ ένα άλλο ζήτημα, σχετικό πάλι με τον Καβάφη αλλά και με τις θέσεις του Χατζή για τον ρεαλισμό, τον οποίον ως τεχνική τον συνέδεε ο ίδιος με την καβαφική αφήγηση. Δεν αμφιβάλλω ούτε στιγμή για το ότι είχε η ποιητική του Καβάφη ιδιαίτερη σημασία για τη διαμόρφωση του Χατζή – και πώς αλλιώς, αφού τόσο στη Βουδαπέστη όσο και στα σεμινάρια της Γενεύης τον δίδασκε ως ακρογωνιαίο λίθο των αντιλήψεων που είχε και ο ίδιος για τον ελληνισμό.[8] Όμως, από το άλλο μέρος, ομολογώ ότι δεν μου είναι απολύτως κατανοητή η κάπως μηχανιστική και απόλυτη θέση του ότι ο Καβάφης τον βοήθησε, ως αντιρομαντικός και ρεαλιστής ποιητής, να αναπτύξει καλύτερα τις δικές του ανάλογες πεποιθήσεις στο πεδίο της πεζογραφικής δημιουργίας. Μήπως ο Χατζής περισσότερο επινοεί (αναζητώντας στηρίγματα) παρά διαπιστώνει την παρουσία ενός Καβάφη ρεαλιστή και αντιρομαντικού;

Πράγματι, σύμφωνα με όσα ανέφερε σε ραδιοφωνική συζήτηση που μεταδόθηκε τον Φεβρουάριο του 1981, ο Χατζής διευκρινίζει ότι «αν ήταν να πω δυο λόγια και για τη δική μου την τεχνική, θα έλεγα πολύ απλά πως προέρχεται και ορίζεται από έναν εσωτερικό […] συνειδητό αντιρωμαντισμό», συνδέοντας με τον αντιρομαντισμό του την πρόταση πως «ο Καβάφης μπορεί για την πεζογραφία να είναι ο μεγάλος δάσκαλος της αντικειμενικότητας, της “αντικειμενοποίησης” του αισθήματος, της αίσθησης γενικά. Αντιρωμαντισμός, λοιπόν, μπορεί να είναι το κλειδί της τεχνικής μου – και αν το αντίθετο του ρωμαντισμού είναι ο ρεαλισμός, μπορείτε σε αυτό να αποδώσετε τη σύζευξη αυτή αισθήματος και πραγματικότητας».[9] Υπήρξε όμως όντως ο Καβάφης αντιρομαντικός; Με αυτόν τον απόλυτο τουλάχιστον τρόπο, όχι. Αν υπήρξε, ο αντιρομαντισμός του θα πρέπει να εκφράστηκε ως άρνηση των αρχικών καταβολάδων του, ως επισήμανση της στροφής του από την πολίτικη, πεποιημένη φαναριώτικη παράδοση των Σούτσων, του Βασιλειάδη και του Ραγκαβή, που είχε όντως κάποια επίδραση στα πρώτα του ποιήματα ως το 1890. Στην ωριμότητά του, υπήρξε ένας ποιητής που ανασκεύασε κυριολεκτικά την ελληνιστική περίοδο, προβάλλοντας τους γοητευτικούς ιστοριογραφικούς μύθους της ως διηνεκή ηθικά πρότυπα. Ο ρεαλισμός άλλωστε είναι ένας τρόπος αφήγησης, ένας τρόπος αναπαράστασης· δεν είναι με κανέναν τρόπο το αντίθετο του ρομαντισμού, πολύ περισσότερο αν φέρει μαζί του την εξιδανίκευση μιας εποχής, όπως την έφερε ο Καβάφης, εξιδανικεύοντάς τη μάλιστα ή και νοσταλγώντας τη φαντασίωσή της, λόγω της ερωτικής της ελευθεριότητας.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Δυο χρόνια νεότερος του επίσης μεσοπολεμικού Στρατή Τσίρκα, και τρία του Ανδρέα Καραντώνη.
[2] Με την ευκαιρία, ας κάνω μια αναγκαία διόρθωση στην υποσημείωση 7 (σελ. 149), στην επιστολή της 2ας Φεβρ. 1975. Εκεί (σελ. 145) ο Χατζής ζητά από τη Λεία Χατζοπούλου να του στείλει τις Τομές, το περιοδικό του Δημήτρη Δούκαρη. Υποθέτω, το πρώτο τεύχος, αφού οι Τομές άρχισαν να βγαίνουν τον Ιανουάριο του 1975, και όχι, όπως από παραδρομή θεωρεί ο Χρ. Παπάζογλου, τον Ιανουάριο του 1976.
[3] Την οποία Χατζοπούλου τη θεωρούσε ο Χατζής περισσότερο ποιήτρια παρά πεζογράφο, κάνοντας την εξής παρατήρηση σε επιστολή του εκείνης της εποχής προς τον Πέτρο Φρυδά, στο Παρίσι: «Η ποιητική της φύση, ο αυτοματισμός του αισθήματος, είναι μια παγίδα για την πεζογραφία». Παρατήρηση εν μέρει σωστή εν μέρει απλοϊκή, διότι η ποίηση συχνότατα εγγράφεται ως μεταίσθημα.
[4] Να προσθέσω στα πληροφοριακά του Χ. Παπάζογλου για τον έγγαμο βίο του Χατζή ότι, αν και από νωρίς η σχέση του με την Έρζη Βιτκό, την Ουγγαρέζα σύζυγό του από το 1957, είχε νεκρωθεί, την έφερε μαζί του στην Ελλάδα τον Ιούνιο του 1975, αλλά όχι για πολύ.
[5] Υπ’ όψιν ότι το Διπλό βιβλίο άρχισε να γράφεται στη Βουδαπέστη.
[6] Αλέξης Ζήρας, «Συζήτηση με τον Δημήτρη Χατζή», περ. Γράμματα και Τέχνες, τχ. 3, Μάρτιος 1982.
[7] Και ασυγκέντρωτα ακόμα.
[8] Όπως έχει γραφεί κατ’ επανάληψη, ο Χατζής, λίγο μετά την οριστική επάνοδό του στην Ελλάδα, έκανε μια μνημειώδη και εν πολλοίς αυτοαναφορική ομιλία στην αίθουσα του συλλόγου «Τέχνη» (Θεσσαλονίκη, 5 Νοεμβρίου 1975). Βλ. «Στο εργαστήρι του καλλιτέχνη», Μικρό νεοελληνικό όργανο. Εκλογή κειμένων 1947-1975 του Δημήτρη Χατζή για το Νέο Ελληνισμό. Επιλογή, σημειώσεις, μεταγραφή Νίκος Γουλανδρής. Αθήνα. Εκδόσεις Εξάντας 1995, σσ. 271-288.
[9] Βλ. Νίκος Γουλανδρής, Βιβλιογραφικό μελέτημα (1930-1989) Δημήτρη Χατζή. Αθήνα. Εκδόσεις Γνώση 1991, σσ. 775-776.

 

Λόγος ανυπεράσπιστος
25 επιστολές του Δημήτρη Χατζή στη Λεία Χατζοπούλου-Καραβία & 1 μελέτη για το έργο του
Χρήστος Παπάζογλου – Κατερίνα Κωστίου
Εκδόσεις Πανεπιστημίου Πατρών
224 σελ.
ISBN 978-960-530-184-2
Τιμή €24,91


https://diastixo.gr/kritikes/diafora/24897-pan-patron-logos-6725


https://diastixo.gr

«Η Ελλάδα του '40 – με νότες και ψυχή» στο Δημοτικό Θέατρο Πεύκης


 Το Δημοτικό Ωδείο Πεύκης και ο Σύνδεσμος Αποφοίτων Σχολών Μονίμων Υπαξιωματικών Ναυτικού (Σ.Α./Σ.Μ.Υ.Ν.), σε συνεργασία με τον Δήμο Λυκόβρυσης – Πεύκης, διοργανώνουν την επετειακή μουσική εκδήλωση «Η Ελλάδα του '40 – με νότες και ψυχή», τη Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2025 και ώρα 19:00, στο Δημοτικό Θέατρο Πεύκης με είσοδο ελεύθερη.

Η εκδήλωση είναι αφιερωμένη στη διπλή μνήμη:
στην επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940, το "Όχι" του ελληνικού λαού,
και στον μεγάλο συνθέτη Γιώργο Κατσαρό, που με τον ιστορικό δίσκο του «Αλβανία» ύμνησε τους αγώνες, τις θυσίες και το φρόνημα των Ελλήνων του μετώπου.
Θα μιλήσει η Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου, συγγραφέας και ερευνήτρια (ΕΛ.Ι.ΝΙ.Σ.), ενώ καλλιτεχνικά θα πλαισιώσουν η Παιδική -Νεανική Χορωδία δήμου Λυκόβρυσης -Πεύκης, η Μικτή Χορωδία του δήμου Λυκόβρυσης -Πεύκης, η Παιδική -Νεανική και Γυναικεία Χορωδία δήμου Ν. Ιωνίας και η Χορωδία του 3ου Δημοτικού Σχολείου Διονύσου, υπό τη συνοδεία της Φιλαρμονικής του Δήμου Λυκόβρυσης – Πεύκης και της Λαϊκής Ορχήστρας του Δημοτικού Ωδείου Πεύκης υπό την καθοδήγηση του καθηγητή Πάνου Βλαχάκη.
Ερμηνεύει η mezzo soprano Βιβέττα Κούρση .
Συμμετέχουν επίσης :
Το 2ο Δημοτικό Σχολείο Νέας Ιωνίας, υπό τη διδασκαλία και επιμέλεια της καθηγήτριας Αντριάνας Τζανετου, καθηγήτριας παραδοσιακών χορών (παιδικό τμήμα) του Δήμου Λυκόβρυσης – Πεύκης
& το Τμήμα Ευρωπαϊκών Χορών - Latin.
Την καλλιτεχνική επιμέλεια υπογράφει η Διευθύντρια του Δημοτικού Ωδείου και Διευθύντρια Καλλιτεχνικών Δομών Πεύκης Εύη Χλωρού.
Στην εκδήλωση έχουν προσκληθεί εκπρόσωποι της Πολιτικής και Στρατιωτικής Ηγεσίας, Σύνδεσμοι, Σύλλογοι και φορείς που σχετίζονται με τις Ένοπλες Δυνάμεις, καθώς και εν ενεργεία και εν αποστρατεία στελέχη του Πολεμικού Ναυτικού μαζί με τις οικογένειές τους.
Δήλωση Δημάρχου Λυκόβρυσης – Πεύκης κου Μάριου Ψυχάλη: «Η 28η Οκτωβρίου 1940 αποτελεί μία από τις κορυφαίες και φωτεινότερες στιγμές της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Το ηχηρό και περήφανο «ΟΧΙ» των προγόνων μας δεν ήταν απλώς μια άρνηση, αλλά μια πανανθρώπινη δήλωση πίστης στα ιδανικά της Ελευθερίας, της Δημοκρατίας και της Εθνικής Ανεξαρτησίας.
Με αφορμή αυτή την εθνική επέτειο, ο Δήμος Λυκόβρυσης-Πεύκης συμμετέχει με υπερηφάνεια στη διοργάνωση της μουσικής εκδήλωσης-αφιέρωμα «Η Ελλάδα του '40 – με νότες και ψυχή». Μέσα από τη δύναμη της μουσικής και την ομορφιά των χορωδιακών ακουσμάτων, τιμούμε τη μνήμη και αναδεικνύουμε τον ηρωισμό και τις αξίες που χάραξαν τον δρόμο της σύγχρονης Ελλάδας.
Σας καλώ όλους, κατοίκους της Λυκόβρυσης και της Πεύκης, να παρευρεθείτε στην εκδήλωση. Ας τιμήσουμε όλοι μαζί, το έπος του '40 και ας αντλήσουμε δύναμη από την ιστορία μας.»

Φαντασμαγορική η συναυλία του συνθέτη Παναγιώτη Καρούσου στο Δημαρχείο Νίκαιας

 

Φαντασμαγορική συναυλία του συνθέτη Παναγιώτη Καρούσου στο Δημαρχείο Νίκαιας με την διάσημη ηθοποιό Δέσποινα Μοίρου την σοπράνο Ρέα Βουδούρη και την ηθοποιό-σοπράνο Δέσποινα Τσολάκη  

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2025. Ο Όμιλος για την UNESCO Πειραιώς & Νήσων σε συνεργασία με τον Διεθνή Οργανισμό International ACTION ART και τον Δήμο Νίκαιας – Αγίου Ιωάννη Ρέντη παρουσίασε συναυλία του διεθνούς φήμης μουσικοσυνθέτη Παναγιώτη Καρούσου στην αίθουσα εκδηλώσεων του Δημαρχείου Νίκαιας- Αγ Ι. Ρέντη. Στην εκδήλωση θα απεύθυνε χαιρετισμό ο κ. Ιωάννης Μαρωνίτης, Πρόεδρος του Ομίλου για την UNESCO Πειραιώς και Νήσων και της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Ομίλων, Συλλόγων και Κέντρων της UNESCO (WFUCA) για την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική. Συμμετείχαν το Μουσικό Σύνολο «Ραψωδοί», η διάσημη ηθοποιός Δέσποινα Μοίρου, ηθοποιός - τραγουδίστρια, η Ρέα Βουδούρη, σοπράνο, η Δέσποινα Τσολάκη, σοπράνο - ηθοποιός, ο Νίκος Βασιλικός, τενόρος, η Μαγδαληνή Τσεκούρα, πιάνο, και ο Παναγιώτης Καρούσος, συνθέτης. Οι εξαιρετικοί καλλιτέχνες ερμήνευσαν το τραγούδι «Στον Μίκη Θεοδωράκη» ένα τραγούδι αφιερωμένο στα 100 χρόνια από τη γέννηση του μουσικοσυνθέτη Μίκη Θεοδωράκη. Το κοινό καταχειροκρότησε τους καλλιτέχνες, την σοπράνο Ρέα Βουδούρη, και την διάσημη ηθοποιό Δέσποινα Μοίρου, και δεν έκρυψε τον ενθουσιασμό του και τη συγκίνησή του. Πρόγραμμα: Συναυλία με νέα έντεχνα και λυρικά τραγούδια του Παναγιώτη Καρούσου, με μελοποιημένα ποιήματα μεγάλων ποιητών: Παρθενών (Κωστής Παλαμάς), Καρυάτιδες (Ιωάννης Πολέμης), Κόρη των Αθηνών (Λόρδος Βύρων), «Μελίνα», «Μαρία Κάλλας της καρδιας μας», «Ο χορός της Αρτεμης», «Στον Μίκη Θεοδωράκη». Πρόκειται για τη νέα συνθετική εργασία του Ελληνοκαναδού μουσικοσυνθέτη Παναγιώτη Καρούσου. Ο συνθέτης κλασικής μουσικής γνωστός μέσα από τις όπερες του (Προμηθέας Δεσμώτης, Τραχίνιες – Ολυμπιακή Φλόγα, Μέγας Αλέξανδρος), Ορατόριο: «Το Τραγούδι των Εθνών», τη Συμφωνία της Ελευθερίας, κ.α., κάνει ένα άνοιγμα στο έντεχνο και λαϊκό τραγούδι μελοποιώντας μεγάλους ποιητές.