Κυριακή 18 Αυγούστου 2019

Underground


σκηνοθεσία Εμίρ Κουστουρίτσα με τους: Μίκι Μανόλοβιτς, Λαζάρ Ριστόφσκι, Μιρχάνα Γιόκοβιτς

Υπάρχουν ταινίες καλές για το είδος τους, ταινίες άρτιες που συνηθίζουμε να τις λέμε «κλασικές» και που μια σιωπηρή συμφωνία μας εμποδίζει να τις κατηγοριοποιήσουμε και, τέλος, υπάρχουν και ταινίες που ξεφεύγουν από τα στενά όρια της κριτικής και γίνονται ποίηση. Μια από αυτές τις τελευταίες είναι, κατά τη γνώμη μου, το αριστούργημα Underground του Σερβοβόσνιου σκηνοθέτη Εμίρ Κουστουρίτσα. Δεν υπάρχει ούτε στιγμή στα 167 λεπτά της (ή περισσότερα ανάλογα με ποια έκδοση βλέπετε) που να απογοητεύει, έστω να κουράζει. Ο μαέστρος Εμίρ εκμεταλλεύεται άριστα το μέσο που διαθέτει ακροβατώντας ανάμεσα στον προσωπικό και το συλλογικό θρήνο για μια χώρα –την πατρίδα του-, που χάθηκε, και τους ανθρώπους της που με μαθηματική ακρίβεια οδηγήθηκαν στην καταστροφή.

Η ταινία είναι ένα έπος σε ό,τι αφορά τόσο τις φιλοδοξίες της, καθώς προσπαθεί να καλύψει μια περίοδο πενήντα ετών –από το 1941 μέχρι το 1992-. Είναι την ίδια στιγμή μια τραγωδία σε ό,τι αφορά τους ήρωές της οι οποίοι καθοδηγούνται αποκλειστικά από τα πάθη και τα όνειρά τους και τα βλέπουν να διαψεύδονται αλεπάλληλα χωρίς να μπορούν να κάνουν τίποτα, παρά ίσως να τραγουδήσουν. Το ξεκίνημα δίνει τον τόνο: τον καιρό του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου στο Βελιγράδι δύο κολλητοί φίλοι, ο ψηλόλιγνος και διανοουμενίζων Marko (Miki Manojlovic) και ο πιο αυθόρμητος και λιγότερο επιτηδευμένος Petar Popara-Blacky (Lazar Ristovski) ξεχύνονται στους δρόμους με το μπουκάλι στο χέρι τραγουδώντας. Πίσω τους τους ακολουθεί η μπάντα των πνευστών που παίζει τους θεότρελους σκοπούς της, όσο εκείνοι κραυγάζουν “Kalashnikov!”. Μετά από λίγες ώρες τα ναζιστικά αεροπλάνα βομβαρδίζουν το Βελιγράδι.

Τον καιρό της ναζιστικής κατοχής ο Marko και ο Blacky γίνονται μεγάλοι οπλέμποροι και δραστήρια μέλη του κομμουνιστικού κόμματος του Τίτο. Ταυτόχρονα, διοχετεύουν όση ενέργεια τους περισσεύει στο να κυνηγούν την όμορφη ηθοποιό Natalija (Mirjana Jokovic), με την οποία ο Blacky, αλλά και ο τοπικός Γερμανός διοικητής, είναι ερωτευμένος. Όμως ο Marko, μηχανορράφος όσο λίγοι, καταφέρνει να κλείσει τόσο το φίλο του και πολλούς άλλους συμπατριώτες του σε ένα κελάρι (εξ ου και Underground), υπό το πρόσχημα του κινδύνου και για να καρπωθεί ο ίδιος τη Nataljia και τα εργατικά τους χέρια. Με μια καλοστημένη πλεκτάνη θα τους κρατήσει κλεισμένους για είκοσι χρόνια μέχρι να βγουν ξανά έξω και να δουν τη χώρα τους εκ νέου κατεστραμμένη, αυτή τη φορά από εμφύλιους σπαραγμούς. Τραγικό; Κι όμως όλη αυτή η ανθρώπινη τραγωδία σα να σταματά όταν η μπάντα πιάνει τα πνευστά και οι άνθρωποι το τραγούδι. Ώρες ώρες μου φαινόταν ότι η ταινία ήταν μια σειρά από διαδοχικά πανηγύρια που απλά καθυστερούσαν τη σκληρή επόμενη μέρα.

Το Underground βρίθει συμβολισμών. Πολλοί είπαν ότι ο Marko συμβολίζει τον Τίτο, o Blacky το Milosevic και οι άνθρωποι στο κελάρι τα έθνη της Γιουγκοσλαβίας που ήταν για πολλά χρόνια στο «σκοτάδι» αναγκασμένα να ζουν μαζί. Η ταινία, αν θέλει κανείς να την καταλάβει κάπως καλύτερα, προϋποθέτει τουλάχιστον στοιχειώδη γνώση της Γιουγκοσλαβικής ιστορίας. Από την άλλη, παρακολουθείται και ώς ένα αυτόνομο έργο τέχνης. Οι σκηνές στον κατεστραμμένο ζωολογικό τύπο με τους φελινικούς ελέφαντες, οι γάμοι, η κλειστοφοβική απεικόνιση του κελαριού και οι σκηνές στο τούνελ που οδηγεί στη νέα Γιουγκοσλαβία έιναι πραγματικά μοναδική κινηματογραφική εμπειρία. Οι ηθοποιοί, ειδικά ο Manojlovic (προσέξτε την εκπληκτική σκηνή με την πόρνη στην μπανιέρα!), νομίζεις ότι γεννήθηκαν για τους χαρακτήρες που υποδύονται. Αλλά και οι διάλογοι έχουν μια καυστική ειρωνία, ένα χιούμορ και μια χυδαιότητα που σε παρασύρουν. Εκείνο το «Μάρκο, λες ψέματα τόσο ωραία» σε κάνει να ανατριχιάσεις... ενώ η εκρηκτική μουσική του Bregovic δένει τόσο καταπληκτικά (ας ξεχάσουμε για λίγο ότι ο τύπος έχει οικειοποιηθεί πάμπολλα βαλκανικά παραδοσιακά τραγούδια) που ο ρυθμός συνεπαίρνει όσους είναι Βαλκάνιοι –και ασ` τους άλλους να λένε για πυριτιδαποθήκες της Ευρώπης και δε συμμαζεύεται!

Πέρα απ’ την πλάκα το φιλμ, το οποίο κέρδισε το Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες το 1995, κατηγορήθηκε ως συγκεκαλυμμένη σερβική προπαγάνδα. Κι αυτό σε καιρούς που οι θρήνοι «για τη Γιουγκοσλαβία που χάνεται» ακούγονταν ως ιαχές πολέμου για την υπεράσπιση της Μεγάλης Σερβίας. Όμως δε νομίζω ότι μια ταινία μπορεί να είναι ένα τέτοιο αριστούργημα και να κάνει προπαγάνδα ταυτοχρόνως. Υπάρχουν όντως κάποιες σκηνές που μοιάζουν να προάγουν τη σερβική υπερηφάνεια υπέρ το δέον, όμως υπάρχουν και άλλες που κοροϊδεύουν τη στενομυαλιά του λαού. Τείνω να πιστέψω ότι η ταινία είναι περισσότερο μια ώδή προς το χαμένο παρελθόν και μια έκκληση για αγάπη και ειρήνη στο μέλλον. Ιδέες δηλαδή που ξεπερνούν τα όρια του τόπου και του χρόνου των πρόσφατων βαλκανικών κρίσεων. Ο Kusturica ο ίδιος είπε άλλωστε σε αυτούς που τον κατηγορούσαν για αναλλοίωτες εθνικιστικές ιδέες: «Όλες οι ταινίες μου γεννήθηκαν μέσα από την αμφιβολία, ειδάλλως θα ήμουν τώρα στην Αμερική κάνοντας ταινίες για το box office. Αλλά η πίστη μου ότι θα υπάρχει πάντα διαφορά ανάμεσα στις ταινίες και στα χάμπουργκερ με ωθεί στο να συνεχίζω να ζω εδώ». Δείτε αυτήν την ταινία, είναι έργο τέχνης.
cine.gr

ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ


https://www.facebook.com/events/419511981993097/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου