Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

Νίκος Ανδρουλάκης: «Καταθέτουμε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο για την Παιδεία»



 Ομιλία Νίκου Ανδρουλάκη, Προέδρου ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής στην ημερίδα  «Η Παιδεία Αλλάζει (σ)την Ελλάδα: Η πρόταση του ΠΑΣΟΚ»

Φίλες και φίλοι,

σας ευχαριστώ πάρα πολύ σήμερα για την παρουσία σας, για ένα ζήτημα που αφορά το μέλλον της πατρίδας μας, διότι οι νεότερες γενιές είναι και το παρόν, είναι και το μέλλον. Και το μέλλον τους συνδέεται με μια ισχυρή δημόσια παιδεία όλων των βαθμίδων.

Δεν είναι τυχαίο που επιλέξαμε να ανοίξουμε και σήμερα δημόσιο διάλογο, με τεκμηρίωση, με σοβαρότητα, για ένα στοίχημα, διότι η ισχυρή δημόσια παιδεία είναι και ζητούμενο, είναι και στοίχημα, όταν ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας πληρώνει υψηλό κόστος και στην υγεία και στην παιδεία, όταν αποδυναμώνεται το κοινωνικό του κράτος, και οι δύο βασικοί του πυλώνες.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, σε ένα πολιτικό περιβάλλον το οποίο δεν δίνει χώρο για ποιοτικό διάλογο, για συζήτηση βάσει των πραγματικών δεδομένων. Τι συμβαίνει σε όλη τη χώρα; Όπως περιέγραψε στο οδοιπορικό του ο Στέφανος Παραστατίδης, -διότι αυτά τα έχουμε συναντήσει σε μικρά νησιά, σε χωριά σε ορεινούς όγκους, αλλά και σε όλη την Ελλάδα-,  το κοινωνικό κράτος νοσεί. Και μαζί με το κοινωνικό κράτος δημιουργούνται συνθήκες υπονόμευσης του δημογραφικού. Χειροτερεύουν τα πράγματα. Αντί, λοιπόν, να ανοίξει ένας σοβαρός διάλογος για αυτά τα μεγάλα στοιχήματα της πατρίδας, του λαού, ζούμε την περίοδο της τεχνητής πόλωσης. Μια πόλωση που απαξιώνει συνολικά τον πολιτικό κόσμο, τα κόμματα, το λόγο, που παραμένουν προσηλωμένοι στην ατάκα και όχι στην πραγματική συζήτηση για τα πραγματικά προβλήματα.

Εμείς λοιπόν εδώ και πολύ καιρό, υπεύθυνα, αξιόπιστα, ανοίγουμε συζήτηση. Ανοίγουμε συζήτηση για ό,τι αφορά τους πολίτες, ιδιαίτερα τους νέους, σε όλη την Ελλάδα. Έτσι, ανοίξαμε τη συζήτηση για το ιδιωτικό χρέος πολύ νωρίς, ένα επίκαιρο ζήτημα που αφορά χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις και δεκάδες χιλιάδες νοικοκυριά.

Έτσι ανοίξαμε τη συζήτηση για τη στέγαση πολύ νωρίς, πολύ επίκαιρα, όταν βλέπαμε ότι κλιμακώνεται το θέμα της μετατροπής του δικαιώματος ενός νέου ανθρώπου στη στέγαση σε προνόμιο για λίγους, όταν κάποιοι πολύ εύκολα λένε ότι «εντάξει, χάνεται», αλλά συγχρόνως κάποιοι κερδίζουν. Ποιοι κερδίζουν και ποιοι χάνουν σε κάθε περίπτωση που ανοίγουμε ένα θέμα που αφορά την κοινωνία;

Μετά το μνημόνιο, περιμέναμε ο πολιτικός κόσμος να έχει συμμορφωθεί, να έχει αποκτήσει ενσυναίσθηση, και να μιλάει στο όνομα των πολλών. Γι’ αυτό θεωρώ πολύ επίκαιρο το σύνθημα «Μια Ελλάδα για όλους» όταν μιλάμε για τη δημόσια παιδεία. Διότι η δημόσια παιδεία, μαζί με το Εθνικό Σύστημα Υγείας, είναι ένα κομμάτι του μεγάλου οραματικού έργου του ΠΑΣΟΚ.

Χαίρομαι πάρα πολύ, διότι σήμερα ανάμεσά μας δεν είναι μόνο πρώην υπουργοί Παιδείας, είναι και απλοί άνθρωποι που ασχολήθηκαν με την παιδεία στους τομείς του ΠΑΣΟΚ και συνεισέφεραν με τις εμπειρίες τους, με τις απόψεις τους, σε αυτό το όραμα που διαχρονικά εμείς υπηρετήσαμε μετά το 1981. Το όραμα «η παιδεία να συνδέεται άμεσα με την κοινωνική κινητικότητα προς τα πάνω». Να μπορεί το παιδί της ελληνικής οικογένειας, όπου κι αν μένει, σε οποιαδήποτε γωνιά της Ελλάδας, ό,τι δουλειά και να κάνει η οικογένειά του, να μπορεί να κάνει μια επιλογή που το εκφράζει, μια επιλογή που υπηρετεί τα όνειρά του, που του δίνει εφόδια, που τον κάνει πολίτη. Και ότι πολύ σωστά η δημοκρατία είναι εμπειρία. Και ένα μεγάλο κομμάτι της εμπειρίας είναι μέσα στο πανεπιστήμιο.

Όλα αυτά, δυστυχώς, κάποιοι τα ξεχνούν και νομίζουν ότι η πολιτική γίνεται με σκονάκια. Δεν γίνεται με σκονάκια η πολιτική. Η πολιτική γίνεται με δουλειά, με διάλογο, με προσθήκες, με αφαιρέσεις. Οικοδομείται στις πολύ μεγάλες συναινέσεις.

Και το ΠΑΣΟΚ απέδειξε ότι είχε διάθεση για διάλογο και συναινέσεις, όχι τις εύκολες εποχές, αλλά ακόμη και τις πιο δύσκολες εποχές για το λαό μας. Διότι εμείς πάντα επενδύαμε στην ενότητα του ελληνικού λαού και όχι στη διχόνοια, την απαξίωση και τον ευτελισμό.

Σήμερα λοιπόν λέμε κάτι απλό. Εργαζόμαστε ως αντιπολίτευση γιατί θέλουμε να γίνουμε μια κυβέρνηση μεγάλων αλλαγών και σημαντικών μεταρρυθμίσεων. Κάθε ψήφος στο ΠΑΣΟΚ είναι ψήφος για μια καλύτερη ζωή. Ψήφος στο ΠΑΣΟΚ σημαίνει πολιτική αλλαγή για όλους, με ενότητα, με σχέδιο και αξιοπιστία.

Εδώ και επτά χρόνια η Νέα Δημοκρατία έχει δώσει διαπιστευτήρια: λιγότερη δημόσια επένδυση, μεγαλύτερη επιβάρυνση της οικογένειας, διοικητικός συγκεντρωτισμός, διαρκής νομοθετική αναστάτωση χωρίς αποτέλεσμα, αυτό που ανέφερε και η Άννα Διαμαντοπούλου, και όλο περισσότερες ιδιωτικές διαδρομές για όσους έχουν τη δυνατότητα και μπορούν να πληρώσουν.

Η κυβέρνηση αυτή επιχειρεί να κρύψει το κοινωνικό της αποτύπωμα, πίσω από ένα καταιγισμό νομοθετημάτων, πλατφορμών, προγραμμάτων και επικοινωνιακών εξαγγελιών. Όμως τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής είναι απογοητευτικά για την παιδεία.

Οι μαθησιακές επιδόσεις συνεχώς υποχωρούν, οι ανισότητες διευρύνονται, οι εκπαιδευτικοί απαξιώνονται οικονομικά, αλλά και θεσμικά. Μην το ξεχνάμε. Οι υποδομές παραμένουν ανεπαρκείς. Και οι οικογένειες συνεχώς πληρώνουν όλο και περισσότερα από την τσέπη τους, γιατί πολύ απλά το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα χάνει σταθερά έδαφος απέναντι στην ιδιωτική αγορά. Μετατρέπεται, λοιπόν, συστηματικά η παιδεία σε εμπόρευμα. Οι βαθύτερες εκπαιδευτικές και ψηφιακές ανισότητες υπονομεύουν και την ποιότητα του ανθρώπινου δυναμικού, που έχει ανάγκη η αγορά εργασίας. Άρα, οι επιπτώσεις είναι πολλές.

Από τη μία πλευρά, η χώρα καταγράφει θετικές επιδόσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, με το ποσοστό των αποφοίτων να αγγίζει το 44,5%, σχεδόν ευθυγραμμισμένο με το 44,1% της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη σχολική διαρροή να έχει περιοριστεί σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Όμως, από την άλλη πλευρά, η αγορά εργασίας αδυνατεί να απορροφήσει αυτό το δυναμικό σε υψηλές θέσεις.

Εν μέσω αυτού του ψηφιακού χάσματος, το ποσοστό των πολιτών με βασικές ψηφιακές δεξιότητες έχει υποχωρήσει στο 51% το 2025, την ώρα που ο μέσος όρος στην Ευρώπη των 27 έχει εκτιναχθεί στο 60,4%, σχεδόν 10% πιο χαμηλά είναι η Ελλάδα. Το έλλειμμα αυτό καθηλώνει την οικονομία σε χαμηλές αμοιβές και περιορίζει την εγχώρια προστιθέμενη αξία.

Απέναντι, λοιπόν, σε αυτά τα σημαντικά δομικά ζητήματα της παιδείας, εμείς έχουμε μόνο επικοινωνία. Μόνο επικοινωνία, ρηχή επικοινωνία. Πολλά τα παραδείγματα. Εμβληματικότερο; Η ιστορία με την πανεπιστημιακή αστυνομία. Την εξήγγειλαν, επιτέθηκαν στο ΠΑΣΟΚ, που είπε το λογικό, -τι συμβαίνει σε άλλα ιδρύματα της Ευρώπης, πώς έχουν ασφάλεια, πώς έχουν μια εύρυθμη ακαδημαϊκή ζωή με ελευθερίες, με διάλογο-, αλλά αυτοί ήθελαν να κάνουν ένα δικό τους μοντέλο αλά «Νέα Δημοκρατία». Πετάξαμε 30 εκατομμύρια ευρώ. Όσο κοστίζει να έχουν για έναν χρόνο δωρεάν μετακινήσεις οι νέοι μας κάτω των 24 ετών στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη. Αυτή είναι η «πολυτέλεια» κατασπατάλησης των δημοσίων πόρων.

Εμείς από την αρχή είπαμε το λογικό και μας είπαν «μπαχαλάκηδες». Είπαμε αυτό που συμβαίνει στην Ιταλία, στη Γαλλία, στην Ισπανία, στην Πορτογαλία, στη Γερμανία, αλλά αυτό που συμβαίνει εκεί, εδώ το χαρακτήρισαν «μπαχαλάκηδες».

Ένα πανάκριβο φιάσκο ήταν και αυτές οι εξαγγελίες. Το αποτέλεσμα, όμως; Τα πανεπιστήμια συνεχίζουν να χρειάζονται φωτισμό, οργανωμένη φύλαξη, σύγχρονες υποδομές, επαρκές προσωπικό, φοιτητικές εστίες και βασικές υπηρεσίες μέριμνας. Όλα αυτά όμως δεν υπάρχουν στο τραπέζι.

Μια ακόμη επικοινωνιακή πατέντα της κυβέρνησης ήταν τα μη κρατικά πανεπιστήμια. Και εκεί ακούσαμε πολλά. Γιατί είπαμε το απλό και λογικό: να υπάρξουν μη κρατικά, μη κερδοσκοπικά, με σεβασμό στο Σύνταγμα. Να οριοθετεί το Σύνταγμα τον μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα τους, με καθαρό τρόπο. Και συγχρόνως να δίνει χώρο δράσης, γκρεμίζοντας την ομηρία του δημοσίου πανεπιστημίου, να γίνει πραγματικά αυτοδιοίκητο.

Μα αυτό που περιγράφουμε συμβαίνει σε όλη την Ευρώπη. Σε όλη την Ευρώπη, οι φοιτητές κατά 80% με 85% επιλέγουν το ισχυρό δημόσιο πανεπιστήμιο. Και σε ένα ποσοστό 15% με 20% μη κρατικά, μη κερδοσκοπικά, που είναι ο κύριος άξονας της μη κρατικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Και εκεί το λογικό έγινε παράλογο.

Είδαμε ένα σύστημα μιντιακό να επιτίθεται στο ΠΑΣΟΚ για αυτό που περιγράφαμε ως πραγματικότητα στην Ευρώπη. Θυμάται κανείς πού είναι αυτά τα μεγάλα ιδρύματα που περιμέναμε να έρθουν στην Ελλάδα; Πού είναι σήμερα; Μήπως τελικά ο στόχος τους ήταν να «πανεπιστημοποιήσουν» τα κολλέγια; Αυτό ήταν η μεγάλη μεταρρύθμιση, η μεγάλη αλλαγή; Πού είναι τα campus; Πού είναι οι μεγάλες επενδύσεις; Και στην περιφέρεια, όχι μόνο στα μεγάλα αστικά κέντρα. Πού είναι οι προδιαγραφές, η ουσιαστική αξιολόγηση, οι πραγματικές εγγυήσεις;

Η χώρα χρειάζεται σοβαρό ακαδημαϊκό σχεδιασμό και όχι μια άναρχη αγορά τίτλων, που πολλές φορές, δυστυχώς, είναι χωρίς αντίκρισμα.

Αλλά και σε έναν άλλο τομέα, τον τομέα της έρευνας και της καινοτομίας: Αφού μετέφεραν όλους τους φορείς στο Υπουργείο Ανάπτυξης και πορεύτηκαν επί επτά χρόνια χωρίς καμία στρατηγική, σήμερα διαβάζουμε ότι ετοιμάζουν ένα νέο υπουργείο, μια νέα διοικητική δομή με όλες τις σχετικές αρμοδιότητες. Πληρώνουμε και εδώ ακριβά τις παλινωδίες τους και τις χαμένες ευκαιρίες στον τομέα της έρευνας, ειδικά σε μια εποχή που η Ευρωπαϊκή Ένωση έδωσε πολύ μεγάλες δυνατότητες μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης να επενδύσουμε και σε αυτόν τον πυλώνα, που και εμείς είμαστε πολύ πίσω, αλλά η αλήθεια είναι ότι και η Ευρώπη είναι πίσω σε σχέση με άλλους ανταγωνιστές παγκοσμίως.

Φίλες και φίλοι,

η δημόσια παιδεία συρρικνώνεται μπροστά στα μάτια μας, καθημερινά, από το νηπιαγωγείο μέχρι το πανεπιστήμιο. Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά: Ο αριθμός των μαθητών στα ιδιωτικά σχολεία αυξήθηκε κατά 16,7% μεταξύ 2018 και 2022, ενώ στο ιδιωτικό νηπιαγωγείο η αύξηση έφτασε το 52%. 52%. Με τη διευκόλυνση, λοιπόν, της κυβέρνησης, λειτουργούν περισσότερα από 2.500 κέντρα μελέτης χωρίς ολοκληρωμένο πλαίσιο αδειοδότησης, παιδαγωγικών προδιαγραφών και ελέγχου ασφάλειας. Όταν το ολοήμερο, που για εμάς είναι ένας κορυφαίος θεσμός, δεν προσφέρει οργανωμένη μελέτη, η οικογένεια αναγκάζεται να πληρώσει το κέντρο μελέτης.

Όταν το δημόσιο σχολείο δεν εξασφαλίζει ξένη γλώσσα, ψηφιακές δεξιότητες, αθλητισμό, πολιτισμό, η οικογένεια αναγκάζεται να αναζητήσει ιδιωτικές λύσεις. Το σχολείο δεν μπορεί να είναι εμπορικό κέντρο, ούτε το παιδί να είναι πελάτης που ψάχνει προσφορές. Για εμάς, το σχολείο είναι φορέας χειραφέτησης του ανθρώπου και ο μαθητής είναι ο αυριανός πολίτης που θα διαμορφώσει το μέλλον της κοινωνίας μας.

Αυτή η μετατόπιση προς την ιδιωτική λύση συνδέεται άμεσα με τη χρόνια υποχρηματοδότηση. Η Ελλάδα δαπανά 7.137 δολάρια αγοραστικής δύναμης ανά μαθητή, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 15.000 δολάρια.

Οι συνολικές δαπάνες για την εκπαίδευση φτάνουν το 3,9% του ΑΕΠ, έναντι 4,7% στον ΟΟΣΑ. Ενώ την περίοδο 2019-2023, η δαπάνη ανά μαθητή στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, που υπάρχουν πια πολύ μεγάλα ζητήματα, μειώθηκε κατά 4%, την ώρα που στον ΟΟΣΑ αυξήθηκε κατά 12%. Το κενό αυτό δεν είναι θεωρητικό. Το κενό αυτό μεταφέρεται στον προϋπολογισμό κάθε οικογένειας.

Οι ελληνικές οικογένειες πληρώνουν περισσότερα από 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ το χρόνο για φροντιστήρια, για ιδιωτικές εκπαιδευτικές υπηρεσίες, ενώ οι δαπάνες στον οργανωμένο φροντιστηριακό χώρο αυξήθηκαν κατά 36% μέσα σε δύο χρόνια.

Αυτή την αιμορραγία πρέπει να τη σταματήσουμε και είναι δέσμευσή μου να τη σταματήσουμε για να τελειώσουμε με την αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων. Όσο μεγαλύτερη σήμερα είναι η οικονομική δυνατότητα μιας οικογένειας, τόσες περισσότερες ευκαιρίες και επιλογές έχει το παιδί της. Αυτό δεν είναι η Ελλάδα που οραματίζεται το ΠΑΣΟΚ και η Δημοκρατική Παράταξη.

Ας δούμε τα αποτελέσματα του διαγωνισμού PISA 2022, που αποτυπώνουν με αμείλικτο τρόπο την πραγματικότητα. Στα μαθηματικά, μόνο το 53% των μαθητών φτάνει στο βασικό επίπεδο επάρκειας, έναντι 69% στον ΟΟΣΑ. Στην ανάγνωση, το αντίστοιχο ποσοστό είναι 62%, έναντι 74%. Και στις φυσικές επιστήμες 63%, έναντι 76%.

Πού, λοιπόν, είναι η αριστεία; Πού είναι η αριστεία ενός εκπαιδευτικού συστήματος που δεν κρίνεται μόνο από τις επιδόσεις των καλύτερων, αλλά από τις επιδόσεις όλων; Πού είναι το κράτος που βοηθά τα παιδιά να έχουν την ίδια αφετηρία;

Σήμερα, η κοινωνική προέλευση και το πορτοφόλι της οικογένειας μετατρέπεται σε εκπαιδευτικό πεπρωμένο. Με την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, τα παιδιά της ελληνικής Περιφέρειας, αλλά και όλων των λαϊκών στρωμάτων, δεσμεύομαι ότι θα έχουν ισότιμες ευκαιρίες στην πρόοδο και σε μια καλύτερη ζωή.

Όμως, φίλες και φίλοι, στον πυρήνα κάθε σοβαρής εκπαιδευτικής αλλαγής βρίσκεται και ο εκπαιδευτικός. Μην το ξεχνάμε. Σύμφωνα με την έκθεση του ΟΟΣΑ για το 2025, η Ελλάδα είναι στην τελευταία θέση στους μισθούς εκπαιδευτικών Ανώτερης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.

Παράλληλα, και αυτό είναι ακόμη χειρότερο, χιλιάδες αναπληρωτές μετακινούνται κάθε χρόνο σε ολόκληρη τη χώρα και ιδιαίτερα σε νησιωτικές και τουριστικές περιοχές, με το κόστος στέγασης να απορροφά μεγάλο κομμάτι του εισοδήματός τους.

Τι λέμε σε αυτούς τους ανθρώπους; Εμείς προτείναμε εξαρχής, από το 2022, ολοκληρωμένη στεγαστική πολιτική για όσους επιλέγουν να υπηρετήσουν στα νησιά μας. Για όλους, σε συνεργασία με τους Δήμους, από το 2022. Ακόμη και επιμόρφωση, που θα έπρεπε να αποτελεί θεμέλιο της επαγγελματικής ανάπτυξης, οργανώθηκε χωρίς ουσιαστική σύνδεση με τη σχολική πράξη. Πρόγραμμα που σχεδιάστηκε για 150.000 εκπαιδευτικούς, κατέληξε σε συμμετοχή μόλις του 9% των εκπαιδευτικών. Όλα γίνονται, λοιπόν, για τα μάτια του κόσμου και χωρίς αποτέλεσμα.

Εδώ, λοιπόν, θέλω να είμαι απολύτως σαφής. Εμείς πιστεύουμε στην αξιολόγηση. Το ΠΑΣΟΚ συνδέει την αξιολόγηση με την αξιοκρατία. Πρέπει να υπάρχει αξιολόγηση. Αλλά πιστεύουμε σε μια αξιολόγηση καθολική, ουσιαστική, με ανατροφοδότηση, η οποία θα αφορά σε όλες τις παραμέτρους του εκπαιδευτικού συστήματος.

Η αξιολόγηση πρέπει να είναι συνολική και πρέπει να οδηγεί σε επιμόρφωση, σε υποστήριξη, σε πρόσθετους πόρους και συγκεκριμένα σχέδια βελτίωσης. Αξιολογούμε για να βελτιώνουμε. Αυτός είναι ο στόχος της δικής μας αξιολόγησης.

Επίσης, η κατάργηση των Σχολικών Επιτροπών. Και εδώ έχουμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Οι Διευθυντές αναζητούν εγκρίσεις, κωδικούς από υποστελεχωμένες Υπηρεσίες των Δήμων, ακόμα και για βασικές ανάγκες, όπως είναι η θέρμανση, η κρατική ύλη, οι  μικροεπισκευές. Ο Διευθυντής, όμως, πρέπει να ηγείται μιας παιδαγωγικής κοινότητας, να εμπνέει, να συντονίζει και να στηρίζει, όχι να αναλώνεται στη διαχείριση μικροδαπανών.

Την ίδια στιγμή, οι σχολικές υποδομές παραμένουν σε κρίση. Το 65% των σχολικών κτιρίων έχει κατασκευαστεί πριν από το 1985, ενώ περίπου 13.500 σχολικά κτίρια, από όλα αυτά, μόνο τα 3.200 διαθέτουν ταυτότητα κτιρίου και πλήρη φάκελο στατικής επάρκειας. Και εδώ υπήρχε μεγάλο περιθώριο από το Ταμείο Ανάκαμψης. Μπορούσαμε να επιλέξουμε κονδύλια για ανάγκες στατικής ενίσχυσης, που θα έφταναν τα 1,2 δισεκατομμύρια ευρώ. Οι πόροι, όμως, που αξιοποιήθηκαν ήταν μόλις 250 εκατομμύρια. Η κυβέρνηση άφησε τη σχολική στέγη έξω από τον πυρήνα της πολιτικής της, μένοντας μόνο σε αποσπασματικές παρεμβάσεις.

Η χώρα χρειάζεται ολοκληρωμένο σχέδιο και εδώ, με πλήρη προσεισμικό έλεγχο, ενεργειακή και βιοκλιματική αναβάθμιση. Προσβασιμότητα. Είναι ντροπή η κατάσταση που επικρατεί στην προσβασιμότητα στις σχολικές υποδομές της χώρας. Σύγχρονα εργαστήρια, βιβλιοθήκες, χώρους άθλησης και σχολικές αυλές με περισσότερο πράσινο. Αυτό είναι πραγματικά μια ανθρώπινη Παιδεία για τα παιδιά μας.

Φίλες και φίλοι,

το ίδιο αποσπασματική είναι και η αντιμετώπιση της σχολικής βίας. Μια νέα, σύγχρονη πραγματικότητα που καθημερινά αποδεικνύεται σε μια κοινωνική πληγή. Η πλατφόρμα αναφορών είναι ένα βήμα, όμως χωρίς πρόληψη δεν φέρνει αποτελέσματα.

Χρειαζόμαστε πρόληψη και επαρκείς δομές. Η πραγματική πολιτική απαιτεί μόνιμους ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς, διεπιστημονικές ομάδες, επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, συνεργασία με τις οικογένειες και μια νέα σχολική κουλτούρα εμπιστοσύνης και συμμετοχής.  Η βία αντιμετωπίζεται στη ρίζα της, με ανθρώπους, με σχέσεις, με εμπιστοσύνη και σταθερή υποστήριξη.

Ανάλογη αστάθεια βλέπουμε και στα θέματα τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης. Μέσα σε πέντε χρόνια ψηφίστηκαν τρεις διαδοχικοί νόμοι, ενώ δημιουργήθηκαν ή μετονομάστηκαν σχεδόν όλες οι δομές της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης. Η συμμετοχή στη μαθητεία εκτιμάται μόλις στο 5% έως 7%, όταν σε ισχυρότερα συστήματα φτάνει το 25% και 30%, ενώ η αμειβόμενη μαθητεία των ΕΠΑΛ περιορίζεται μόνο στο 2%. Αυτά τα στοιχεία δείχνουν και εδώ την αποτυχία.

Οι νέοι, λοιπόν, δεν χρειάζονται ψευδεπίγραφες μεταρρυθμίσεις. Χρειάζονται σύγχρονα εργαστήρια, ποιοτική αμειβόμενη μαθητεία, αξιόπιστους τίτλους, σαφή επαγγελματικά δικαιώματα και πραγματική διαδρομή προς την αξιοπρεπή εργασία. Απέναντι, λοιπόν, σε αυτή την πορεία, χρειάζεται διαφορετικό υπόδειγμα εκπαιδευτικής πολιτικής, με καθαρή ιδεολογική αφετηρία, συγκεκριμένες δεσμεύσεις και χρονοδιάγραμμα.

Για εμάς, η Παιδεία είναι δημόσιο αγαθό. Είναι κοινωνικό δικαίωμα. Είναι θεσμός για τη δημοκρατία μας και, όπως είπα πριν, είναι ο ισχυρότερος μηχανισμός κοινωνικής κινητικότητας.

Γι’ αυτό, λοιπόν, καταθέτουμε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο για την παιδεία. Ένα συμβόλαιο που ξεκινά από τον εκπαιδευτικό, τη μισθολογική του ενίσχυση, τη θεσμική του ενίσχυση, τη στέγασή του, όπως είπα πριν, τον 13ο μισθό και την πολιτική που θα του δίνει αξιοπρέπεια.

Και μιλώ και για τους αναπληρωτές. Δεν μπορεί η απαξίωση να συνεχίζεται, που δεν αποτυπώνεται μόνο στους χαμηλούς μισθούς, αλλά και στις συνεχείς μετακινήσεις, στην αγωνία της στέγασης. Αποτυπώνεται παντού. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να παραπέμψει την Ελλάδα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την άνιση μεταχείριση των αναπληρωτών εκπαιδευτικών, ιδιαίτερα όσον αφορά την προστασία της εγκυμοσύνης και της μητρότητας. Δεν είναι ντροπή; Αυτά δεν πρέπει να τα αλλάξουμε; Αυτή η αδικία πρέπει να σταματήσει και θα σταματήσει και για τους αναπληρωτές εκπαιδευτικούς. Το δημόσιο σχολείο δεν μπορεί να στηρίζεται από ανθρώπους που το κράτος αντιμετωπίζει ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας.

Η δέσμευσή μας είναι καθαρή: Ισότιμα εργασιακά, ασφαλιστικά και οικογενειακά επιδόματα, σταθερός προγραμματισμός προσλήψεων, μόνιμοι διορισμοί για τις πάγιες και πραγματικές ανάγκες της εκπαίδευσης.

Δεύτερη μεγάλη μας δέσμευση είναι το πραγματικό ολοήμερο σχολείο. Το πραγματικό ολοήμερο σχολείο. Ένα ολοήμερο για όλα τα παιδιά, με ενιαίο πρόγραμμα, με σταθερό προσωπικό, με οργανωμένη μελέτη, με τέχνες, με αθλητισμό, με μουσική, με θέατρο, με πολιτισμό, με ψηφιακές δεξιότητες, αλλά και με πιστοποίηση ξένης γλώσσας και Πληροφορικής μέσα από το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα. Έτσι περιορίζεται η παραπαιδεία και σταματάμε τις ανισότητες, διευρύνοντας τις δυνατότητες κάθε παιδιού, πέρα από τις οικονομικές δυνατότητες της οικογένειάς του.

Τρίτη δέσμευση είναι ένα εθνικό πρόγραμμα ισοτιμίας, με περισσότερη χρηματοδότηση στα σχολεία των περιοχών που έχουν μεγάλες ανάγκες, με μόνιμες δομές ψυχοκοινωνικής στήριξης, πλήρη παράλληλη στήριξη, ισχυρή ειδική αγωγή παντού, σε κάθε γωνιά της Ελλάδας. Και ειδικές πολιτικές για τις νησιωτικές, ορεινές και απομακρυσμένες περιοχές. Πρέπει να αγκαλιάσουμε όλα τα παιδιά. Η δικαιοσύνη στην Εκπαίδευση σημαίνει να κατευθύνουμε περισσότερη στήριξη εκεί που υπάρχουν πραγματικά οι μεγαλύτερες ανάγκες.

Φίλες και φίλοι,

η αναξιοπιστία της κυβερνητικής πολιτικής πλέον αγγίζει και ένα ευαίσθητο τομέα, κάτι που δεν περιμέναμε πραγματικά να το ζήσουμε και αυτό: Το αδιάβλητο των πανελλαδικών εξετάσεων. Αυτό που συνέβη πραγματικά εκθέτει το Υπουργείο Παιδείας, εκθέτει το Μέγαρο Μαξίμου, διότι δεν έχουμε λάβει καμία απάντηση. Και με εντυπωσιάζει: Άνθρωποι που εκφέρουν δημόσιο λόγο και δημοσιογράφοι, δεν τους ενδιαφέρει να ρωτήσουν και να πιέσουν να μάθουμε την αλήθεια; Δεν ενδιαφέρει να θωρακίσουμε κάτι που για πάρα πολλές δεκαετίες είχε την απόλυτη εμπιστοσύνη ο ελληνικός λαός; Νομίζω ότι πρέπει να δοθούν κάποιες απαντήσεις για το περιστατικό που έγινε στο κέντρο ΕΠΑΛ. Δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια απλή υπηρεσιακή αστοχία, θίγει επί της ουσίας την ισονομία των υποψηφίων.

Όλα αυτά έχουν νόημα και ουσία όταν η κυβέρνηση ανοίγει τη συζήτηση μετά από δική μας πρωτοβουλία για το νέο λύκειο και το εθνικό απολυτήριο. Δεν θα τσακωθούμε ποιανού κόμματος είναι η πρωτοβουλία, άλλωστε. Οι επιστολές και οι ημερομηνίες στην Επιτροπή, την αρμόδια, υπάρχουν.

Όμως αξίζει να συζητήσουμε για να γίνει αυτή η αλλαγή με απόλυτη θεσμική αξιοπιστία, καθαρούς κανόνες και κοινωνική συναίνεση. Το εθνικό απολυτήριο είναι στόχος και όραμα. Δεν θα επιτρέψουμε σε κανέναν να υπονομεύσει κάτι που μπορεί να βοηθήσει το σχολείο να πάψει να είναι ένα εξεταστικό κέντρο για τα παιδιά μας. Το εθνικό απολυτήριο δεν μπορεί να είναι μπάλωμα. Είναι μια μεγάλη ευκαιρία ανασύνταξης, αναδιοργάνωσης της δημόσιας παιδείας.

Τέταρτη δέσμευσή μας είναι ένα λύκειο με πραγματική αξία. Εκεί ακουμπά το εθνικό απολυτήριο. Ένα λύκειο που καλλιεργεί τη γενική παιδεία, την κριτική σκέψη, τη δημιουργικότητα, τις ανθρωπιστικές αξίες, πάνω από όλα τη δημοκρατική συνείδηση. Αυτή την εποχή, την εποχή των fake news, την εποχή που η παραπληροφόρηση είναι παντού, δεν ελέγχεται πια η παραπληροφόρηση, παρά μόνο από την κριτική σκέψη. Καλές οι πρωτοβουλίες περιορισμού πρόσβασης. Αρκούν; Νομίζει κανείς ότι αρκούν; Όποιος νομίζει ότι έτσι περιορίζουμε την επιρροή των fake news, κοροϊδεύει τον ελληνικό λαό. Και εμείς δεν κοροϊδεύουμε, λέμε αλήθειες. Και μάλιστα μου προκαλεί αληθινή εντύπωση να μιλάνε για τα fake news οι πρωτεργάτες των fake news, οι άνθρωποι που στηρίζουν την πολιτική τους επιβίωση στη διχόνοια και στα fake news. Άρα η κριτική σκέψη είναι για εμάς το κορυφαίο ζήτημα της δημόσιας παιδείας και νομίζω μια γενναία μεταρρύθμιση του εθνικού απολυτηρίου μπορεί να διαμορφώσει το σχολείο που ενισχύει τις αξίες, τη σκέψη και την καλλιέργεια όλων των παιδιών του ελληνικού λαού.

Πέμπτη δέσμευσή μας είναι ένα ισχυρό δημόσιο πανεπιστήμιο, με επαρκή χρηματοδότηση, σύγχρονες υποδομές, λογοδοσία και πραγματικό αυτοδιοίκητο, με ισχυρή έρευνα, που θα έχει διασύνδεση με την παραγωγή, την καινοτομία, την περιφερειακή ανάπτυξη. Τα περιφερειακά Πανεπιστήμια πρέπει να στηριχθούν. Πώς θα γίνει περιφερειακή ανάπτυξη, αν αυτά που παράγει ως ιδέες, ως σκέψεις, ως έρευνα ένα περιφερειακό Πανεπιστήμιο δεν αποτυπωθούν στην παραγωγή και στις υποδομές κάθε περιφέρειας της χώρας; Αυτός, λοιπόν, είναι ένας μεγάλος στόχος και είναι η πέμπτη δέσμευση του ΠΑΣΟΚ για ένα ισχυρό δημόσιο Πανεπιστήμιο.

Τέλος, δεσμευόμαστε και για κάτι ακόμη, που αποδεικνύει η απουσία του καθημερινά στην αγορά εργασίας: Τεράστιες αδυναμίες στην παραγωγή.  Και είναι ένα αξιόπιστο σύστημα επαγγελματικής εκπαίδευσης και δια βίου μάθησης, με ενεργή συμμετοχή όλων των κοινωνικών εταίρων, σύγχρονα εργαστήρια, ποιοτική και αμειβόμενη μαθητεία, πιστοποίηση χωρίς καθυστερήσεις, σύνδεση των ειδικοτήτων με την παραγωγική.  Κάθε διαδρομή της μάθησης πρέπει να οδηγεί στη γνώση και σε μια καλή θέση εργασίας.

Φίλες και φίλοι,

κλείνοντας, θέλω να σας πω ότι αυτά δεν σχεδιάστηκαν σε κλειστά δωμάτια. Είναι η εμπειρία και η γνώση μιας παράταξης που έκανε και λάθη. Υπήρξαν και καθυστερήσεις. Αλλά αυτό το οικοδόμημα της δημόσιας Παιδείας, που σήμερα αντέχει, και της δημόσιας Υγείας, είναι η δικιά μας δουλειά, είναι το μεγάλο έργο της παράταξής μας, είναι η ιστορική πολιτική μας κληρονομιά. Τίποτα δεν ήταν εύκολο. Υπήρξαν αντιπαραθέσεις, και μέσα στον ίδιο τον πυρήνα της παράταξής μας. Διαφορετικές προσεγγίσεις. Αλλά πάντα ο στόχος ήταν ένας: Μια παιδεία για όλους, χωρίς εξαιρέσεις.

Η σημερινή, λοιπόν, εκδήλωση, και ευχαριστώ πάρα πολύ και τον Στέφανο αλλά και όλα τα μέλη του τομέα Παιδείας,  τον Πρόεδρο, την Άννα, τους Βουλευτές μας, και όλους εσάς που ήσασταν εδώ σήμερα. Η σημερινή εκδήλωση κλείνει με την αγωνία μας να βελτιώσουμε το κοινωνικό κράτος, αλλά και με την ελπίδα και την αισιοδοξία ότι θα αγωνιστούμε για μια πολιτική αλλαγή που θα φέρει σε κάθε Ελληνόπουλο περισσότερες ευκαιρίες, σε κάθε εκπαιδευτικό τον σεβασμό που του αξίζει, στην οικογένεια την εμπιστοσύνη για τη δημόσια εκπαίδευση, σε κάθε οικογένεια και κάθε παιδί την αξία του να αγωνίζεσαι για να αλλάζουν τα πράγματα.

Γιατί χωρίς αγώνα, τίποτα δεν αλλάζει. Θα μείνουν όλα τα ίδια. Δεν μας αξίζει να μείνουν όλα τα ίδια. Γιατί σήμερα η σταθερότητα που επικαλούνται είναι στασιμότητα για τους πολλούς και κέρδος για τους λίγους. Η σταθερότητα που επικαλούνται είναι ανισότητα για τους πολλούς και πολλές ευκαιρίες για τους λίγους. Το ΠΑΣΟΚ ξέρει και μπορεί, με την πολιτική αλλαγή, να έχουμε και σταθερότητα αλλά και πολλές ευκαιρίες, και κοινωνικές και οικονομικές, για όλους. Το όραμά μας είναι μια χώρα για όλους τους Έλληνες. Το όραμά μας είναι η Ελλάδα να έχει μέλλον, γιατί μέλλον θα έχουν κάθε παιδί κάθε οικογένειας.

Γι’ αυτό, λοιπόν, σας καλώ σήμερα, κλείνοντας αυτόν τον κύκλο διαλόγου, συζητήσεων, να αγωνιστούμε μέχρι τη μέρα των εθνικών εκλογών. Μπορούμε να νικήσουμε και να κάνουμε το όραμά μας πράξη.

Το όραμα της πολιτικής αλλαγής έχει προτεραιότητα την ισχυρή δημόσια Παιδεία και την ισχυρή δημόσια Υγεία για κάθε Ελληνίδα, για κάθε Έλληνα, και πάνω απ’ όλα για κάθε παιδί σε κάθε γωνιά της πατρίδας.





Άννα Διαμαντοπούλου: Αριστοτέλης και Τεχνητή Νοημοσύνη -Το Πανεπιστήμιο του Μέλλοντος

 


Αριστοτέλης και Τεχνητή Νοημοσύνη -Το Πανεπιστήμιο του Μέλλοντος

Ομιλία Άννας Διαμαντοπούλου, πρώην Υπουργού Παιδείας και μέλους Πολιτικού Συμβουλίου ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής στην ημερίδα "Η Παιδεία αλλάζει (σ)την Ελλάδα- Η πρόταση του ΠΑΣΟΚ"

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια χώρα.

Μια χώρα που βρέθηκε στο επίκεντρο της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης της σύγχρονης ιστορίας της. Μια χώρα που απειλήθηκε όχι μόνο οικονομικά, αλλά και θεσμικά. Που αμφισβητήθηκε από το εξωτερικό και ταυτόχρονα διχάστηκε στο εσωτερικό της. Οι πλατείες φλέγονταν. Η οργή ξεχείλιζε. Η πολιτική αντιπαράθεση είχε ξεπεράσει τα όρια της δημοκρατικής σύγκρουσης και πολλές φορές έπαιρνε χαρακτηριστικά εμφυλίου. Οι θεσμοί δοκιμάζονταν και η εμπιστοσύνη κατέρρεε.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, μια κυβέρνηση και ένας πρωθυπουργός πήραν μια απόφαση που πιστεύω ότι θα αξιολογηθεί διαφορετικά όσο περνούν τα χρόνια.

Αποφάσισαν ότι η χώρα έπρεπε να σωθεί.

Όχι μόνο οικονομικά.

Αλλά και θεσμικά.

Παραγωγικά.

Πνευματικά.

Γιατί οι μεγάλες κρίσεις δεν αντιμετωπίζονται μόνο με δημοσιονομικά μέτρα. Αντιμετωπίζονται όταν αποφασίζεις ποια χώρα θέλεις να υπάρχει όταν η κρίση τελειώσει.

Εκείνη την περίοδο θυμηθήκαμε τη Φινλανδία.

Όταν στις αρχές της δεκαετίας του ’90 έχασε σχεδόν το 20% του ΑΕΠ της, δεν περιορίστηκε στη διαχείριση της οικονομικής κρίσης. Επέλεξε να επενδύσει στην εκπαίδευση. Κατάλαβε ότι η επόμενη μέρα δεν θα χτιζόταν μόνο με οικονομικές αποφάσεις αλλά με ανθρώπους διαφορετικά εκπαιδευμένους.

Αυτό επιχειρήσαμε και εμείς.

Μέσα στη μεγαλύτερη κρίση της μεταπολίτευσης αποφασίσαμε ότι δεν αρκούσε να αντιμετωπίσουμε την κρίση. Έπρεπε να σχεδιάσουμε την Ελλάδα μετά την κρίση. Και η Ελλάδα μετά την κρίση περνούσε μέσα από την εκπαίδευση.

Δεν σχεδιάσαμε αποσπασματικές αλλαγές.

Σχεδιάσαμε μία ενιαία μεταρρύθμιση που ξεκινούσε από το νηπιαγωγείο και έφτανε μέχρι το διδακτορικό.

Δεν ήταν ένα σχέδιο που γράφτηκε μέσα σε ένα υπουργικό γραφείο.

Είχε προηγηθεί μια τεράστια προετοιμασία ήδη από την περίοδο της αντιπολίτευσης. Περισσότεροι από 1.700 εκπαιδευτικοί από όλη την Ελλάδα εργάστηκαν εθελοντικά. Η ΠΑΣΚΕ είχε κάνει μια εξαιρετική δουλειά προετοιμασίας. Πανεπιστημιακοί, δάσκαλοι, καθηγητές, άνθρωποι της πράξης, αφιέρωσαν χρόνο, γνώση και εμπειρία χωρίς καμία αμοιβή, γιατί πίστευαν ότι η εκπαίδευση δεν είναι υπόθεση ενός υπουργού. Είναι υπόθεση μιας χώρας.

Είχαμε όμως και κάτι ακόμη.

Είχαμε μια Κοινοβουλευτική Ομάδα που, μέσα στις πιο δύσκολες συνθήκες, στήριξε δύσκολες αποφάσεις γνωρίζοντας ότι πολλές φορές το πολιτικό κόστος στις εκλογικές τους περιφέρειες θα ήταν μεγάλο.

Είχαμε σχέδιο.

Είχαμε πίστη.

Και κυρίως είχαμε τη βούληση να μην κάνουμε ακόμη μία μεταρρύθμιση «για τα χαρτιά».

Θέλαμε να εφαρμοστεί.

Γι’ αυτό επιλέξαμε τον δύσκολο δρόμο της διαβούλευσης.

Δεν περιοριστήκαμε στους ανθρώπους της εκπαίδευσης.

Συζητήσαμε με τους πρυτάνεις, με το Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας, με τη Διακομματική Επιτροπή της Βουλής, με τη ΓΣΕΕ, με τον ΣΕΒ, με την ΚΕΔΕ, με τους παραγωγικούς φορείς, με τους εκπαιδευτικούς σε κάθε γωνιά της Ελλάδας.

Θυμάμαι ατελείωτες συζητήσεις.

Πολλές δύσκολες.

Άλλες συγκρουσιακές.

Υπήρξαν έντονες διαφωνίες.

Αλλά αυτό ακριβώς είναι η δημοκρατία.

Δεν είναι να αποφεύγεις τη διαφωνία.

Είναι να δημιουργείς τις προϋποθέσεις ώστε μέσα από τη διαφωνία να γεννιέται μια καλύτερη λύση.

Και αυτό είναι ένα μάθημα που εξακολουθεί να έχει αξία.

Η διαβούλευση δεν καθυστερεί τις μεγάλες αλλαγές.

Τις νομιμοποιεί.

Στο τέλος των δύο αυτών χρόνων δεν μιλούσαμε πια για νομοσχέδια.

Μιλούσαμε για πολιτικές που είχαν ήδη εφαρμοστεί.

Για μεταρρυθμίσεις που είχαν αρχίσει να αξιολογούνται.

Για αλλαγές που είχαν αποκτήσει ζωή.

Ανάμεσά τους ήταν το Νέο Σχολείο.

Συχνά όταν μιλάμε για εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, συζητάμε για ώρες αν άλλαξε ένα βιβλίο ή ένα μάθημα.

Εκείνο που προσπαθήσαμε να αλλάξουμε δεν ήταν το βιβλίο.

Ήταν η φιλοσοφία της μάθησης.

Το ερώτημα που θέσαμε ήταν απλό.

Τι παιδί θέλουμε να μεγαλώνει στο ελληνικό δημόσιο σχολείο;

Ένα παιδί που θα αποστηθίζει;

Ή ένα παιδί που θα σκέφτεται, θα δημιουργεί, θα συνεργάζεται και θα μπορεί να ζήσει σε έναν κόσμο που αλλάζει με πρωτόγνωρη ταχύτητα;

Από αυτή τη σκέψη γεννήθηκε το Νέο Σχολείο.

Ένα σχολείο που έβαζε από την πρώτη Δημοτικού τις ξένες γλώσσες, τη μουσική, το θεατρικό παιχνίδι, τις ψηφιακές δεξιότητες και νέα προγράμματα σπουδών.

Ένα σχολείο που θα έδινε τη δυνατότητα σε κάθε παιδί, ανεξάρτητα από την οικονομική κατάσταση της οικογένειάς του, να αποκτήσει μέσα από το δημόσιο σχολείο πιστοποίηση ξένης γλώσσας και ψηφιακών δεξιοτήτων.

Ένα σχολείο που εφαρμόστηκε σε περίπου 4.500 σχολικές μονάδες.

Ξεκίνησαν τα νέα προγράμματα σπουδών.

Το μεγαλύτερο πρόγραμμα επιμόρφωσης εκπαιδευτικών που είχε γίνει μέχρι τότε.

Το Ψηφιακό Σχολείο.

Τα Πρότυπα και Πειραματικά Σχολεία.

Η πιλοτική αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου.

Η αλλαγή του Λυκείου και ο σχεδιασμός ενός νέου συστήματος πρόσβασης στα πανεπιστήμια.

Όλα αυτά δεν ήταν ξεχωριστές μεταρρυθμίσεις.

Ήταν κομμάτια του ίδιου σχεδίου.

Και το σχέδιο αυτό είχε μια απλή φιλοσοφία.

Τότε το ονόμαζα «Αριστοτέλης και ψηφιακή εποχή».

Σήμερα θα το έλεγα διαφορετικά.

Αριστοτέλης και Τεχνητή Νοημοσύνη.

Γιατί πίστευα τότε, και το πιστεύω ακόμη περισσότερο σήμερα, ότι όσο πιο ισχυρή γίνεται η τεχνολογία τόσο μεγαλύτερη αξία αποκτούν οι ανθρωπιστικές σπουδές.

Γιατί μόνο ο συνδυασμός των δύο μπορεί να κρατήσει τον άνθρωπο πάνω από τις μηχανές.

Και κάπου εκεί γεννήθηκε το επόμενο ερώτημα.

Αν θέλεις πραγματικά να αλλάξεις την εκπαίδευση μιας χώρας…

Από πού ξεκινάς;

Από το σχολείο;

Ή από το πανεπιστήμιο;

Το δικό μου συμπέρασμα, μετά από όλα αυτά τα χρόνια, είναι ξεκάθαρο.

Οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση πρέπει να ξεκινούν από το πανεπιστήμιο.

Γιατί από εκεί θα βγουν οι αυριανοί δάσκαλοι, οι καθηγητές, οι γιατροί, οι μηχανικοί, οι δικαστές, οι ερευνητές, οι επιχειρηματίες, οι πολιτικοί.

Το πανεπιστήμιο δεν είναι το τέλος της εκπαιδευτικής διαδρομής.

Είναι η αρχή του μέλλοντος μιας χώρας.

Ο μεγάλος παιδαγωγός Ευάγγελος Παπανούτσος είχε γράψει ότι ο κίνδυνος για τη χώρα δεν προέρχεται από τη δίψα των ανθρώπων να μορφωθούν, αλλά από το δυσάρεστο γεγονός ότι μισοεκπαιδεύονται.

Και πρότεινε ως απάντηση «πολλή και καλή εκπαίδευση».

Σκέφτομαι συχνά αυτή τη φράση.

Γιατί αυτό το «μισό» συνεχίζει να μας ταλαιπωρεί.

Μισές μεταρρυθμίσεις.

Μισή συνέχεια.

Μισή χρηματοδότηση.

Μισή εμπιστοσύνη.

Και στο τέλος, πολλές φορές, μισή παιδεία.

Ο Αλέξης Δημαράς αφιέρωσε δύο τόμους του σπουδαίου έργου του στη «μεταρρύθμιση της εκπαίδευσης που δεν έγινε».

Θα μου επιτρέψετε να διατυπώσω μια λίγο διαφορετική άποψη.

Οι μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα γίνονται.

Το πρόβλημα είναι ότι σπάνια ολοκληρώνονται.

Τις αλλάζουμε πριν προλάβουμε να αξιολογηθούν.

Τις καταργούμε πριν προλάβουν να αποδώσουν.

Κάθε κυβέρνηση αισθάνεται ότι πρέπει να ξεκινήσει από την αρχή.

Και έτσι, τελικά, η χώρα ξεκινά συνεχώς από την αρχή.

Το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι ότι δεν μεταρρυθμίζεται.

Είναι ότι δεν έχει συνέχεια στις μεταρρυθμίσεις της.

Με αυτή τη σκέψη σχεδιάσαμε τη μεταρρύθμιση για τα πανεπιστήμια.

Δεν ξεκινήσαμε γράφοντας έναν νόμο.

Ξεκινήσαμε απαντώντας σε ένα ερώτημα.

Τι πανεπιστήμιο χρειάζεται η Ελλάδα του 21ου αιώνα;

Ένα πανεπιστήμιο που θα περιμένει καθημερινά οδηγίες από το Υπουργείο;

Ή ένα πανεπιστήμιο που θα έχει τη δυνατότητα να αποφασίζει μόνο του, να λογοδοτεί στην κοινωνία και να διαμορφώνει τη δική του στρατηγική;

Επιλέξαμε το δεύτερο.

Η μεγάλη λέξη εκείνης της μεταρρύθμισης δεν ήταν τα Συμβούλια Διοίκησης.

Δεν ήταν η αξιολόγηση.

Δεν ήταν η διεθνοποίηση.

Η μεγάλη λέξη ήταν η εμπιστοσύνη.

Εμπιστοσύνη στο δημόσιο πανεπιστήμιο.

Εμπιστοσύνη στους ανθρώπους του.

Εμπιστοσύνη ότι μπορεί να αποκτήσει πραγματικό αυτοδιοίκητο, αλλά και πραγματική ευθύνη.

Γι’ αυτό μεταφέραμε ουσιαστικές αρμοδιότητες από το Υπουργείο στα ίδια τα πανεπιστήμια.

Θεσπίσαμε τον Οργανισμό κάθε Ιδρύματος, το δικό του «Σύνταγμα», ώστε κάθε πανεπιστήμιο να μπορεί να οργανώνει τη λειτουργία του σύμφωνα με την αποστολή και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του.

Δεν θέλαμε όλα τα πανεπιστήμια ίδια.

Θέλαμε κάθε πανεπιστήμιο να αποκτήσει τη δική του προσωπικότητα.

Ταυτόχρονα, είπαμε κάτι που σήμερα θεωρώ ακόμη πιο σημαντικό.

Δεν υπάρχει αυτοδιοίκηση χωρίς λογοδοσία.

Γι’ αυτό δεν μιλήσαμε μόνο για αξιολόγηση.

Θεσπίσαμε και την υποχρεωτική πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών από ανεξάρτητη αρχή.

Συνδέσαμε την ποιότητα με τη χρηματοδότηση.

Προβλέψαμε αξιολόγηση των καθηγητών.

Γιατί το δημόσιο πανεπιστήμιο δεν έχει να φοβηθεί την αξιολόγηση.

Έχει να κερδίσει από αυτήν.

Θέλαμε, επίσης, τα ελληνικά πανεπιστήμια να ανοίξουν τα παράθυρά τους στον κόσμο.

Να μπορούν να οργανώνουν προγράμματα σπουδών σε ξένες γλώσσες.

Να προσελκύουν ξένους φοιτητές.

Να υποδέχονται και να στέλνουν καθηγητές και ερευνητές.

Να δημιουργούν Κέντρα Αριστείας.

Να αξιοποιούν την έρευνα, τις πατέντες και τις συνεργασίες τους.

Να πάψουν να είναι εσωστρεφή.

Γιατί ένα πανεπιστήμιο που δεν συνομιλεί με τον κόσμο, πολύ γρήγορα παύει να συνομιλεί και με το μέλλον.

Και στο κέντρο όλων αυτών βρισκόταν ο φοιτητής.

Όχι ως μέλος κομματικών μηχανισμών.

Όχι ως πελάτης.

Αλλά ως ο λόγος ύπαρξης του πανεπιστημίου.

Γι’ αυτό θεσπίσαμε τον Συνήγορο του Φοιτητή.

Τη δυνατότητα μερικής φοίτησης για τους εργαζόμενους.

Ανταποδοτικές υποτροφίες.

Φοιτητικά δάνεια.

Κανόνες που προστάτευαν και το δικαίωμα στη μόρφωση αλλά και την αξία του πτυχίου.

Αν τα δείτε ένα-ένα, όλα αυτά μοιάζουν με επιμέρους αλλαγές.

Αν όμως τα δείτε μαζί, θα διαπιστώσετε ότι υπηρετούσαν μία μόνο ιδέα:

Να περάσουμε από το πανεπιστήμιο της κρατικής εξάρτησης στο πανεπιστήμιο της ευθύνης.

Και υπήρχε ακόμη μία πρόβλεψη για την οποία είμαι ιδιαίτερα υπερήφανη.

Ο ίδιος ο νόμος προέβλεπε ότι, τέσσερα χρόνια μετά την εφαρμογή του, θα αξιολογούνταν από ανεξάρτητη επιτροπή εμπειρογνωμόνων.

Γιατί καμία μεταρρύθμιση δεν είναι αλάνθαστη.

Οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις δεν φοβούνται την αξιολόγηση.

Ζουν από αυτήν.

Σήμερα, δεκαπέντε χρόνια μετά, αν με ρωτούσε κάποιος τι θα άλλαζα σε εκείνη τη μεταρρύθμιση, η απάντησή μου είναι απλή.

Θα άλλαζα πολλά.

Όχι γιατί άλλαξα γνώμη.

Αλλά γιατί άλλαξε ο κόσμος.

Το 2011 η μεγάλη μας αγωνία ήταν να αποκτήσει το ελληνικό πανεπιστήμιο αυτοδιοίκηση, ποιότητα, εξωστρέφεια και διεθνή παρουσία.

Σήμερα αυτά παραμένουν απολύτως αναγκαία.

Αλλά δεν αρκούν.

Γιατί για πρώτη φορά στην ιστορία αλλάζει η ίδια η σχέση του ανθρώπου με τη γνώση.

Για αιώνες το πανεπιστήμιο ήταν ο τόπος όπου πήγαινε κανείς για να αποκτήσει γνώση.

Σήμερα η γνώση βρίσκεται παντού.

Ένας φοιτητής μπορεί μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να ζητήσει από ένα μεγάλο γλωσσικό μοντέλο να του εξηγήσει μια θεωρία, να του μεταφράσει ένα επιστημονικό άρθρο, να του προτείνει βιβλιογραφία ή να του γράψει το πρώτο σχέδιο μιας εργασίας.

Αυτό δεν είναι απλώς μια τεχνολογική εξέλιξη.

Είναι μια αλλαγή εποχής.

Και μας υποχρεώνει να ξανασκεφτούμε τι είναι πανεπιστήμιο.

Αν η πληροφορία είναι διαθέσιμη παντού, τότε το πανεπιστήμιο δεν μπορεί να έχει ως αποστολή μόνο τη μετάδοση της γνώσης.

Οφείλει να διαμορφώνει ανθρώπους.

Ανθρώπους που ξέρουν να σκέφτονται.

Να αμφισβητούν.

Να συνθέτουν.

Να συνεργάζονται.

Να διακρίνουν την επιστήμη από την παραπληροφόρηση.

Να χρησιμοποιούν την τεχνολογία χωρίς να γίνονται εξαρτημένοι από αυτήν.

Γι’ αυτό πιστεύω σήμερα ακόμη περισσότερο σε μια ιδέα που με συνοδεύει εδώ και πολλά χρόνια.

Αριστοτέλης και Τεχνητή Νοημοσύνη.

Όχι Αριστοτέλης ή Τεχνητή Νοημοσύνη.

Ο Αριστοτέλης μας δίδαξε να θέτουμε τα σωστά ερωτήματα.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη μάς βοηθά να βρίσκουμε απαντήσεις με μια ταχύτητα που μέχρι χθες ήταν αδιανόητη.

Το μέλλον ανήκει σε εκείνους που θα μπορούν να συνδυάζουν και τα δύο.

Γιατί όσο πιο ισχυρές γίνονται οι μηχανές, τόσο μεγαλύτερη αξία αποκτούν οι ανθρώπινες ιδιότητες.

Η κρίση.

Η δημιουργικότητα.

Η φαντασία.

Η ηθική.

Η ενσυναίσθηση.

Η δημοκρατική συνείδηση.

Αυτά δεν τα παράγει κανένας αλγόριθμος.

Τα καλλιεργεί η παιδεία.

Υπάρχει όμως και μια ακόμη μεγάλη πρόκληση.

Η γνώση γίνεται πλέον αντικείμενο μιας τεράστιας παγκόσμιας αγοράς.

Μπορεί κανείς να αγοράσει μαθήματα.

Πιστοποιήσεις.

Δεξιότητες.

Τίτλους.

Η τεχνολογία δημιουργεί τεράστιες ευκαιρίες.

Αλλά δημιουργεί και έναν μεγάλο κίνδυνο.

Να αρχίσουμε να αγοράζουμε προσόντα αντί να αποκτούμε γνώση.

Να θεωρήσουμε ότι η εκπαίδευση είναι μια εμπορική συναλλαγή.

Ότι ένα πτυχίο είναι απλώς ένα προϊόν.

Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, ο νέος ιστορικός ρόλος του δημόσιου πανεπιστημίου.

Όχι να έχει το μονοπώλιο της γνώσης.

Αυτό δεν υπάρχει πια.

Αλλά να εγγυάται την αξιοπιστία της γνώσης.

Να διασφαλίζει ότι πίσω από κάθε πτυχίο υπάρχουν πραγματικές γνώσεις, πραγματική έρευνα, πραγματικές δεξιότητες και ακαδημαϊκή ακεραιότητα.

Και εδώ βρίσκεται και ο ρόλος του κράτους.

Όχι να διοικεί τα πανεπιστήμια.

Το αντίθετο.

Να διαμορφώνει το θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κάθε μορφή ανώτατης εκπαίδευσης – δημόσια ή ιδιωτική, με φυσική παρουσία ή εξ αποστάσεως – θα λειτουργεί με αυστηρούς κανόνες ποιότητας, αξιολόγησης, πιστοποίησης και λογοδοσίας.

Γιατί η αξιοπιστία της γνώσης είναι δημόσιο αγαθό.

Και αυτό το δημόσιο αγαθό οφείλει το κράτος να το προστατεύει.

Η συζήτηση για την εκπαίδευση ήταν και θα είναι πάντοτε ιδεολογική.

Και σωστά είναι.

Γιατί πίσω από κάθε εκπαιδευτική πολιτική υπάρχει μια αντίληψη για τον άνθρωπο, για τη δημοκρατία και για την κοινωνία που θέλουμε να οικοδομήσουμε.

Το ζητούμενο δεν είναι να εξαφανίσουμε τις ιδεολογικές διαφορές.

Είναι να μπορέσουμε, παρά τις διαφορές μας, να συμφωνήσουμε στα θεμελιώδη.

Ότι η παιδεία είναι εθνική υπόθεση.

Ότι το δημόσιο πανεπιστήμιο είναι θεσμός δημοκρατίας, ανάπτυξης και κοινωνικής κινητικότητας.

Ότι οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις χρειάζονται χρόνο, αξιολόγηση και συνέχεια.

Η Ελλάδα δεν έχει πια την πολυτέλεια ούτε της καθυστέρησης ούτε της ασυνέχειας.

Χρειάζεται μια νέα εθνική συμφωνία για το πανεπιστήμιο του μέλλοντος.

Ένα πανεπιστήμιο πραγματικά αυτόνομο.

Εξωστρεφές.

Διεθνές.

Απαιτητικό με τον εαυτό του.

Βαθιά συνδεδεμένο με την κοινωνία.

Ένα πανεπιστήμιο που θα συνδυάζει τον Αριστοτέλη με την Τεχνητή Νοημοσύνη.

Γιατί στο τέλος της ημέρας το μεγάλο ερώτημα δεν είναι αν οι μηχανές θα γίνουν εξυπνότερες από τον άνθρωπο.

Το πραγματικό ερώτημα είναι αν εμείς θα γίνουμε σοφότεροι μαζί τους.

Και αυτή είναι η μεγάλη αποστολή του πανεπιστημίου.

Και επιτρέψτε μου να κλείσω όπως άρχισα.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια χώρα.

Και μέσα σε αυτή τη χώρα ήταν ένα κόμμα.

Ένα κόμμα που έκανε μεγάλα βήματα για την παιδεία.

Που έκανε μεγάλες μεταρρυθμίσεις.

Που έκανε και λάθη.

Που γνώρισε την αποδοχή και την απόρριψη.

Αλλά δεν σταμάτησε ποτέ να πιστεύει ότι η γνώση είναι η μεγαλύτερη δύναμη μιας χώρας.

Αυτή είναι, πιστεύω, η μεγάλη παρακαταθήκη του ΠΑΣΟΚ.

Όχι ότι είχε πάντα δίκιο.

Αλλά ότι τόλμησε να αλλάξει.

Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η Ελλάδα χρειάζεται ξανά αυτή την τόλμη.

Γιατί η χώρα δεν έχει την πολυτέλεια ούτε της καθυστέρησης ούτε της ασυνέχειας.

Χρειάζεται μια νέα εθνική συμφωνία για την παιδεία.

Ένα πανεπιστήμιο που θα συνδυάζει τον Αριστοτέλη με την Τεχνητή Νοημοσύνη.

Γιατί το μέλλον δεν θα κριθεί από το πόσα γνωρίζουν οι μηχανές.

Θα κριθεί από το πόση σοφία θα έχουν οι άνθρωποι.