- Στυλιανή Παντελιά
-
Τα Ανέκδοτα διηγήματα και ποιήματα (1920-1922) του Ηλία Βενέζη (1904-1973) παρουσιάζουν οι Εκδόσεις Σοκόλη, σε έναν μικρό τόμο με εισαγωγή της Αγγέλας Καστρινάκη και μελέτη-επιμέλεια του Κωνσταντίνου Καλαϊτζάκη. Ο τίτλος της σειράς είναι ενδεικτικός: «Αναψηλαφήσεις». Μια αναψηλάφηση του έργου του Βενέζη, πενήντα και πλέον χρόνια μετά τον θάνατό του, κρίνεται απαραίτητη. Όπως σημειώνεται στο βιβλίο, «Το συνολικό του έργο περιλαμβάνει μυθιστορήματα, διηγήματα, χρονικά, ταξιδιωτικά, κριτικές, άρθρα και ένα θεατρικό έργο. Θεωρείται ένας από τους βασικότερους εκπροσώπους της “Γενιάς του ’30” και το λογοτεχνικό του έργο αποτελεί μαρτυρία για την εθνική συμφορά του 1922». Tα χρονολογικά ορόσημα (1922, 1930) παρουσιάζουν ενδιαφέρον, καθώς αποτελούν τομές. Η θεματολογία κινείται σε ομόκεντρους κύκλους. Ο Βενέζης άλλωστε υπήρξε πολυγράφος, χωρίς να υποβαθμίζει την ποιότητα. Οι επιφυλλίδες του στο Βήμα (1946-1973)ανταποκρίνονταν τόσο στο ευρύ, όσο και στο εξειδικευμένο κοινό.
Ο νεαρός τότε συγγραφέας έζησε στο Αϊβαλί και τη Μυτιλήνη, πόλεις με πλούσια πνευματική και καλλιτεχνική κίνηση. Στο Αϊβαλί συμμετείχε στο λογοτεχνικό σωματείο «Νέοι άνθρωποι», που είχε συσταθεί από τον Φώτη Κόντογλου. (Οι μαθητές του τελευταίου διακρίθηκαν σε όλο το εύρος του 20ού αιώνα: Η. Βενέζης, Π. Βαλσαμάκης, Ν. Εγγονόπουλος, Γ. Τσαρούχης, Κ. Ξυνόπουλος[1].) Σε αυτό το περιβάλλον δημοσιεύονται τα πρωτόλεια ποιήματα και πεζά του Βενέζη. Οι τίτλοι ποικίλλουν: «Ήταν τρελή», «Μεγάλη κωμωδία», «Δάκρυνες ιστορίες», «Ενώ η ζωή περνά» και το περίφημο «Τα ιστορικά της σπηλιάς του Leo Carampo» (το τελευταίο διακρίνεται για την εμφανή επίδραση του Κόντογλου και του Pedro Cazas). Ο νεορομαντισμός είναι ορατός στα κείμενα αυτά. Η μελαγχολία ενός όμορφου δειλινού, η φύση, οι νέοι άνθρωποι κυριαρχούν. Πρόκειται συχνά για ποιητικό ημερολόγιο, στο οποίο διακρίνονται ο έρωτας και ο θάνατος, η χαρά και η θλίψη, το όνειρο και η πραγματικότητα. Εμφανής είναι η επίδραση του αισθητισμού, καθώς η τέχνη αποτυπώνει τη σφραγίδα της στην καθημερινή ζωή.
Ο άνθρωπος δεν μπορεί να αντέξει πολλή πραγματικότητα.
Η εικόνα του καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία είναι η τυπική ενός εκκολαπτόμενου λογίου της εποχής. Πώς εξελίχθηκε όμως η ρομαντική, λίγο «έξαλλη» ιδιοσυγκρασία του Βενέζη στη νοσταλγική ματιά του ώριμου συγγραφέα της Γαλήνης και της Αιολικής γης; Η Αγγέλα Καστρινάκη στην εισαγωγή της θεωρεί καθοριστική την εμπειρία της αιχμαλωσίας από τους Τούρκους και της κάθειρξης στα τάγματα εργασίας (ο καρπός της τραγικής αυτής εμπειρίας, το Νούμερο 31328, δημοσιεύεται σε συνέχειες στην εφημερίδα Καμπάνα της Μυτιλήνης). Θεωρεί μάλιστα αντίστοιχη περίπτωση εκείνη του Πρίμο Λέβι και του βιβλίου του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος,με τις εμπειρίες από το στρατόπεδο συγκέντρωσης. Και καταλήγει: «η λογοτεχνία δεν είναι λέξεις στη σειρά, αλλά η αλήθεια βγαλμένη με πόνο – η αλήθεια, όταν την έχει κανείς πληρώσει ακριβά» (σ. 13). Γεγονός είναι ότι η εμπειρία της Μικρασιατικής Καταστροφής ωρίμασε απότομα τον άνθρωπο και τον συγγραφέα Βενέζη. Η ειδυλλιακή-εξωπραγματική εικόνα του κόσμου, καρπός των αναγνωσμάτων και των ονειροπολήσεων, αντικαταστάθηκε από την απότομη προσγείωση στην πραγματικότητα του πολέμου και του αγώνα για επιβίωση. Ο Κώστας Βάρναλης, ωστόσο, παρατηρεί στα Αισθητικά-Κριτικά ότι αποτελεί μύθο η άποψη πως η τέχνη προκύπτει από τον πόνο. Αντίθετα, είναι καρπός ισορροπίας και απόστασης από τα πράγματα. Και οι δύο απόψεις ισχύουν, καθώς ο Βενέζης στα επόμενα μυθιστορήματά του επιστρέφει στη λυρική αντιμετώπιση του κόσμου «χρησιμοποιώντας ξανά το όνειρο, το παραμυθένιο, το σύμβολο και μια γραφή ιδιαζόντως ποιητική» (σ. 13), που είναι σύμφυτη με την ιδιοσυγκρασία του. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να αντέξει πολλή πραγματικότητα.

Ποια θέματα των διηγημάτων (και ποιημάτων) μεταφέρονται στα μυθιστορήματα; Τα περισσότερα. Οι «παλιές ιστορίες» (σ. 17) θυμίζουν τις ιστορίες του παππού για τα Κιμιντένια (Αιολική γη). Η εικόνα της γυναίκας, εξιδανικευμένη, αλλά και σαρκαστική και ειρωνική (σ. 18), μεταπλάθεται στις γυναικείες μορφές της Γαλήνης. Το θέμα της αγάπης και του έρωτα εικονίζεται στις διάφορες μεταπτώσεις του ιδανικά και «ιδανιστικά» (σ. 24). Ο παράδεισος της παιδικής ηλικίας και τα σύμβολά του κυριαρχούν. «Έτρεχα σαν μικρό παιδί, χωμένη ως τη μέση ανάμεσα στις κόκκινες παπαρούνες, παρασέρνοντας στο γρήγορο διάβα μου τ’ αλαφρά πεταλάκια τους, κι έκοφτα, κι έκοφτα με παιδική τρέλα απ’ αυτές, και στόλιζα το κεφάλι μου, τα στήθια μου, και γέμιζα τα χέρια μου από μπουκέτα. Και σκάλωνα σα ζαρκάδι στις μυγδαλιές και με τα δυνατά ξεφωνητά μου ξελόγιαζα τα πουλιά» (σ. 31). Ο συγγραφέας προβάλλεται ως «ιδεαλιστής των ιδανικόκοσμων» (σ. 35) αλλά θαυμάζει ταυτόχρονα τον ιδιόπαθο, καταραμένο, ευγενικό ρεαλισμό. Το αποτέλεσμα της ειρωνείας του δεν είναι πάντα επιτυχημένο. Η νύχτα στο Νούμερο 31328 παρουσιάζεται «σα φιλάνθρωπη κυρία με φασαμέν (ματογυάλια)» (σ. 12). Οι μικρές αδυναμίες συγχωρούνται σε έναν αγαπημένο συγγραφέα.
Τα ποιήματα, με χαρακτηριστικά θέματα όπως «Ο Υπεράνθρωπος», «Μυσταγωγία», «Νύχτα ξωτικιά», συμπληρώνουν την εικόνα και μεταφέρουν το κλίμα των αρχών του 20ού αιώνα και τις αναζητήσεις των νέων. Παράλληλα με τους μείζονες ποιητές (Παλαμά, Σικελιανό, Βάρναλη, Καρυωτάκη) δημοσιεύουν οι ελάσσονες. Η μίμηση του Καρυωτάκη από επίδοξους λογοτέχνες, για την οποία δεν είχε ευθύνη ο ίδιος, ονομάστηκε υποτιμητικά «καρυωτακισμός». Ο Βενέζης ωστόσο διατυπώνει μια αισιόδοξη στάση, όταν γράφει απευθυνόμενος στον «πιο μεγάλο ποιητή», πιθανόν τον Παλαμά: «Κι όπου ημείς σκοτάδι, Συ, όλο φως,/ κι όλο αλαργινά μου σε θωρώ,/ ενώ σε έχω πάντα μπρος» (σ. 51). Οι επιδράσεις που δέχτηκε ο συγγραφέας αναφέρονται αναλυτικά στη μελέτη του Καλαϊτζάκη. Πρόκειται για τα κλασικά διαβάσματα από τους Σαίξπηρ, Νίτσε, Χάινε, Λαμαρτίνο, Ουγκό, Τολστόι, Άντα Νέγκρι, Μποντλέρ, Μορεάς, και φυσικά από τον Παλαμά.
Η μελέτη του Κ. Καλαϊτζάκη περιέχει ενδεικτικούς άξονες, όπως «Βιογραφικά Ηλία Βενέζη», «Τα διηγήματα με λίγα λόγια και σύντομα σχόλια για τα ποιήματα», «Ο περιοδικός Τύπος στα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα», «Το λογοτεχνικό κλίμα των ετών 1917-1923», «Τα “εξωτικά” διηγήματα του “Λόγου” και η επιρροή του Φώτη Κόντογλου». Ιδιαίτερα χρήσιμη είναι η εκτενής αναφορά στα λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής, καθώς και στους συνεργάτες τους. Στον ρευστό αυτό χώρο κάνει τα πρώτα του συγγραφικά βήματα ο Βενέζης. Τον τόμο συμπληρώνει το Παράρτημα, που περιλαμβάνει «Ένα ανέκδοτο διήγημα» με τίτλο «Ένα ειδύλλιο στον κάμπο», το οποίο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Η παρέα των φιλοτέχνων (1928). Βοηθητικό είναι και το Γλωσσάρι, που καταρτίστηκε με τη συμβολή του Αλέξη Πολίτη. Στον Επίλογο, ο επιμελητής κάνει μια πρώτη αποτίμηση των πρωτολείων του Βενέζη επιμένοντας στον προπαρασκευαστικό τους ρόλο. «Έχει μεγάλο ενδιαφέρον να παρατηρεί κανείς πώς ξεκινάει ένας συγγραφέας και πώς εξελίσσεται, από τι επηρεάζεται και πώς διαμορφώνεται και αποκρυσταλλώνεται η γραφή του» (σ. 148). Επανέρχεται στην εμπειρία της αιχμαλωσίας και στον «παιδευτικό» της ρόλο. Σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του συγγραφέα, «Δεν ήμουν […] έγινα. Το ταλέντο που έφερα στον κόσμο […] η Μοίρα μου το μεγάλωσε, γιατί […] μ’ έκανε να μαρτυρήσω, με τη διπλή σημασία της λέξης: να βασανιστώ και να δώσω σαν καλλιτέχνης τη μαρτυρία μου για ένα υλικό της εθνικής μας ιστορίας, που δεν μπορεί να το συλλάβει ο νους και η “ιστορία”» (σ. 149).
Τελικά, η αιχμαλωσία υπήρξε ορόσημο. Ο Βενέζης σύντομα αντιλαμβάνεται ότι η λογοτεχνία πλάθεται με ζωντανό υλικό ή έστω με υλικό το οποίο αναβιώνει μέσα από αναμνήσεις και αφηγήσεις άλλων. Αποκαλύπτεται στα μάτια του ένας θησαυρός, που μένει να γίνει αντικείμενο επεξεργασίας. Ταυτόχρονα ανακαλύπτει τη λιτότητα, όσο του επιτρέπει η «λογοτεχνίτιδα» (σ. 12) της εποχής. «Στα νεοελληνικά έργα που γράφτηκαν για τη Μικρασιατική Καταστροφή, το Νούμερο διατηρεί ακόμη και σήμερα την ξεχωριστή θέση του. Ισορροπεί με επιτυχία ανάμεσα στο τραγικό θέμα του και στη λογοτεχνικότητα της γραφής του» διαπιστώνει ο Δ. Δασκαλόπουλος. Στην προέκταση της γραμμής αυτής γράφτηκαν τα μυθιστορήματα Αιολική γη και Γαλήνη, οι συλλογές διηγημάτων, το θεατρικό Μπλοκ C, που διαβάζονται με αμείωτο ενδιαφέρον. Ένα πλούσιο συγγραφικό ταλέντο ξεδιπλώνεται. Ο Κώστας Στεργιόπουλος σημειώνει: «Η πεζογραφία του παραμένει κατά βάση βιωματική, κι η ιδιοτυπία του έγκειται στο ότι μέσα απ’ τον υποκειμενισμό του και το αυτοβιογραφικό στοιχείο παρουσιάζει γενικές και ομαδικές καταστάσεις, όποιες έζησε απ’ τα μικρά του χρόνια και σφράγισαν τη ζωή του, διαμορφώνοντας ταυτόχρονα και την προσωπική του στάση». Στη διατριβή του Αριστείδη Καλάργαλη με θέμα τη Λεσβιακή άνοιξη (1910-1923), διαφαίνεται η συμβολή του συγγραφέα στην εξέλιξη της πεζογραφίας της Γενιάς του ’30. Τα βιβλία του ανέθρεψαν γενιές. Προσωπικά, δεν θα ξεχάσω τα βράδια που περίμενα να ακούσω τα κεφάλαια της Αιολικής γης, που διαβαζόταν σε συνέχειες στο κρατικό ραδιόφωνο στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Το βιβλίο με τα Ανέκδοτα διηγήματα και ποιήματα φωτίζει αθέατες πλευρές και συμβάλλει αποφασιστικά στη γνωριμία με το πρωτόλειο έργο του συγγραφέα.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
[1] Κ. Ξυνόπουλος (1929-2001). Ζωγράφος και αγιογράφος, καθηγητής Αγιογραφίας της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών. Βλ. τη μεταπτυχιακή εργασία του Σπ. Τσιμούρη, «Κείμενα εκ του Αρχείου του Κ.Γ. Ξυνόπουλου». Φάκελος «Μελέτες», «Η φορητή εικόνα και η νωπογραφία».
Ανέκδοτα διηγήματα και ποιήματα (1920-1922)
Ηλίας Βενέζης
Εισαγωγή: Αγγέλα Καστρινάκη
Μελέτη-Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Καλαϊτζάκης
Εκδόσεις Σοκόλη
168 σελ.
ISBN 978-960-637-127-1
Τιμή €14,84
https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/25955-anekdota-dihgimata-kai-poihmata
https://diastixo.gr/