- Έρικα Αθανασίου
Την ανάγκη να ξαναδιαβάσει τον πρόλογο νιώθει ο αναγνώστης του βιβλίου της Κωνσταντίνας Μόσχου Δυτικά της Σαντορίνης, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Bell, όταν τελειώσει το βιβλίο. Και ο πρόλογος διαβάζεται διαφορετικά όταν έχει ολοκληρώσει κανείς την ιστορία, καθώς αποτελεί το σημείωμα του ορθολογιστή δόκτορα Ντάνιελ Μπεργκ σχετικά με το «φαινόμενο Ζάννου», που κατά τη γνώμη του αποτελεί την πιο σπάνια μορφή γήρανσης, γεγονός που παραμένει ανερμήνευτο. Και το σημείωμα διαβάζεται εντελώς διαφορετικά στην αρχή, όπου η ιστορία του «φαινομένου» δεν έχει αποκαλυφθεί στον αναγνώστη, από ό,τι στο τέλος, που ίσως να γνωρίζει περισσότερα από τον επιστήμονα που θέτει τα ερωτήματα για τη ζωή και τον θάνατο.
Πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος η Αθανασία ή Φρασουά, όπως την ξέρουν όλοι, όνομα που της κόλλησε από την παραμονή της στη Γαλλία. Μια γυναίκα που έχει περάσει τα 120 χρόνια της και αποτελεί αντικείμενο έρευνας. Ο αναγνώστης παρακολουθεί τη διήγηση μέσα από τη ματιά του Νίκου Καλογιάννη, του Νικόλα, όπως θα τον αποκαλεί η Φρασουά. Ένας αφηγητής παρατηρητής που, παρότι δεν θα επηρεάσει τη ροή της ιστορίας, γίνεται μέρος της. Ο Νίκος συνοδεύει ως διερμηνέας τον Γερμανό επιστήμονα της γηριατρικής Ντάνιελ Μπεργκ, ο οποίος επισκέπτεται τη Φρασουά προκειμένου να την εξετάσει και να την καταγράψει ως τον γηραιότερο άνθρωπο στον πλανήτη.
Δυτικά της Σαντορίνης ζει η Φρασουά, στη Θηρασιά. «Κάποιος μας ψιθύρισε πως σε τούτα τα μέρη ο Θεός έχει μια κατοικία θερινή. Μας κρύβεται μέσα σε αχτίδες και λούζεται η θάλασσα με ήλιο, γελά καθώς καμώνεται μικρά θροΐσματα στον αέρα, μιλά μια γλώσσα άγνωστη σαν προσευχή, σκορπιέται στα κύματα που σκάνε στα βράχια…» Από την αρχή υποψιάζεται ο αναγνώστης ότι αν ζεις στον Παράδεισο, είναι πιθανό να μπορείς να ζήσεις παραπάνω. Και ο τόπος όπου κατοικεί η Φρασουά μοιάζει ανέγγιχτος από τον χρόνο, όπως και αυτή. Η συγγραφέας περιγράφει με τέτοιον τρόπο το νησί, που ο αναγνώστης υπόσχεται στον εαυτό του να το επισκεφτεί και να αναζητήσει και το σπιτάκι της Φρασουά, παρότι αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται για προϊόν μυθοπλασίας. Με τόσα παράξενα όμως που συμβαίνουν στο μυθιστόρημα, ίσως και το σπίτι να βρίσκεται εκεί.
Ανάμεσα στις γραμμές του βιβλίου υπάρχουν κρυμμένα μυστικά, δύσκολο να τα ανακαλύψεις στην πρώτη ανάγνωση.
Ο Ντάνιελ και ο Νίκος θα φτάσουν στο νησί χειμώνα, με στόχο να φύγουν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Ο επιστήμονας να καταγράψει, να βεβαιωθεί για την κατάσταση της υγείας της Φρασουά και να κάνει επιστημονική δημοσίευση και ο Νίκος να γυρίσει στη Σαντορίνη και στα ξενύχτια του. Δύο άνθρωποι διαφορετικοί μεταξύ τους, που θα προσβληθούν όμως εξίσου από την ατμόσφαιρα του νησιού και την προσωπικότητα της Φρασουά. «Ήλπιζα να τα πάμε καλά οι δυο μας, χωρίς απρόοπτα, καθώς προχωρούσαμε στο δρόμο για την Αθανασία». Η συγγραφέας παίζει με τον όνομα της υπέργηρης ηρωίδας της και με τις προσδοκίες των δύο επισκεπτών της.
Ο πληθωρικός χαρακτήρας της Φρασουά θα κερδίσει αμέσως τον Νικόλα και το κελαρυστό χαρούμενο γέλιο της αντηχεί σχεδόν σε κάθε σελίδα, σαν να θέλει η συγγραφέας να τονίσει ότι η χαρά, η παρέα, η προσφορά είναι αυτά που συμβάλλουν στη μακροζωία. Σύντομα οι δύο επισκέπτες γίνονται μέρος της χαρούμενης παρέας της γηραιάς κυρίας και της επίσης ηλικιωμένης φίλης της που την προσέχει, ενώ το σπίτι είναι συνέχεια γεμάτο κόσμο που διασκεδάζει, πολλές φορές μετά μουσικής.
Η Φρασουά έχει τον τρόπο της να ενώνει τον κόσμο και να τον βάζει να κάνει τις δουλειές της, όπως θα την κατηγορήσει ο μπακάλης, ο οποίος είναι ο μόνος που δεν έχει υποκύψει στη γοητεία της. Με το χαρακτηριστικό της χιούμορ, η Κωνσταντίνα Μόσχου βάζει την ηρωίδα της να πείθει τους κρατικούς λειτουργούς που έχουν πάει για να της βάλουν πρόστιμο λόγω αυθαίρετου γκρεμίσματος κτίσματος, να δώσουν και αυτοί ένα χεράκι για την ολοκλήρωση της εργασίας. «…έκρυβε τόση πειθώ, ώστε να τους παρακινήσει να κάνουν οι ίδιοι την παράνομη πράξη για την οποία είχαν έρθει να την τιμωρήσουν; Πώς γίνεται αυτό με μια απλή προτροπή: “Διόρθωσέ το”».
Μια ιστορία που σου αφήνει μια γεύση γλυκιά, όπως τα φραγκόσυκα που μοιράστηκαν ο Νίκος με τη Φρασουά σε μια βόλτα στη θάλασσα, απλοί άνθρωποι που μοιράζονται απλές εμπειρίες, οι οποίες όμως μπορούν να σου αλλάξουν τη νοοτροπία για τη ζωή. «Χωρίς να το καταλάβουμε, είχαμε λερωθεί απ’ την προσπάθεια να τα καθαρίσουμε και να τα φάμε, τα χέρια μας κολλούσαν, αλλά και οι ψυχές μας κολλούσαν απ’ τη γλύκα της στιγμής».
Η Φρασουά θα ξετυλίξει το νήμα της ζωής της στον Νικόλα με τρόπο θεατρικό, ενώ ο Ντάνιελ δυσανασχετεί με τις ιστορίες κι ανυπομονεί περισσότερο να κάνει τις ιατρικές εξετάσεις. «Κι από κει, είναι σαν η Αθανασία να μας έχει πάρει από το χέρι και να μας οδηγεί στον τόπο του προορισμού της. Εκεί όπου ξεκίνησε τη νέα ζωή της: στο Φάληρο. Οι ιστορίες κρεμιούνται στον αέρα καμιά φορά και χάνονται ανολοκλήρωτες. Δε θέλει ο συνομιλητής σου να σ’ τις ανοίξει, να σ’ τις απλώσει. Κομμάτια του εαυτού μας που δύσκολα μοιράζονται δε χαρίζονται εύκολα σε ξένους. Κάποιες στιγμές είναι μόνο για τον ίδιο μας τον εαυτό».
Μια φιλία φαίνεται ότι σημάδεψε τη νεανική ζωή της Φρασουά, μια φιλία που επηρέασε καταλυτικά περισσότερες από δύο ζωές. Αριστοτεχνικός ο τρόπος με τον οποίο οι αναμνήσεις μπορούν να υποκαταστήσουν τα πραγματικά γεγονότα μιας ζωής που πέρασε, με τις ζωές των ανθρώπων να συνδέονται διαφορετικά από ό,τι αρχικά φαίνεται και άνθρωποι να συνδέονται με τρόπο αδιαίρετο, περισσότερο κι από συγγενείς εξ αίματος. Ανάμεσα στις γραμμές του βιβλίου υπάρχουν κρυμμένα μυστικά, δύσκολο να τα ανακαλύψεις στην πρώτη ανάγνωση.
Με την εμπειρία της στις αστυνομικές ιστορίες, η συγγραφέας έκρυψε τόσο το μυστήριο, όσο και τα στοιχεία, κρατώντας για το τέλος την αποκάλυψη που ανατρέπει τα βασικά δεδομένα της ιστορίας. Μια ιστορία που κάποια στιγμή περνάει τη διαχωριστική γραμμή του ρεαλιστικού προς τον μαγικό ρεαλισμό και αναδεικνύονται μυστήρια για τη ζωή και τον θάνατο, διαφορετικά όμως από αυτά που θα περίμενε ο αναζητητής της αθανασίας.
«Κι αν ακόμα υπήρχε αυτή η περιβόητη πηγή με το αθάνατο νερό, εμείς είμαστε τυφλοί και δε θα τη βλέπαμε. Μα, για σκεφτείτε λογικά, εγώ πρώτη θα ’τρεχα να πιω μια γουλίτσα, προλαβαίνω δεν προλαβαίνω στα εκατόν είκοσι χρόνια μου – μωρέ, μικρούλα είμαι ακόμα!»
Δυτικά της Σαντορίνης
Κωνσταντίνα Μόσχου
Bell
224 σελ.
ISBN 978-960-507-254-4
Τιμή €14,40
Η Έρικα Αθανασίου είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας
https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/25463-dytika-tis-santorinis














