Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026

Alia Trabucco Zerán: «Το όνομά μου είναι Εστέλα»

 


Το μυθιστόρημα Το όνομά μου είναι Εστέλα  της Αλία Τραμπούκο Σεράν είναι ένα έργο χαμηλόφωνο στην επιφάνειά του, αλλά επίμονα ανήσυχο στο βάθος. Δεν επιδιώκει να συγκλονίσει με θεαματικές ανατροπές, ούτε να χειραγωγήσει συναισθηματικά τον αναγνώστη. Αντίθετα, χτίζει σταδιακά μια αίσθηση αγωνίας που δεν προέρχεται από το τι θα συμβεί, αυτό το γνωρίζουμε σχεδόν από την πρώτη σελίδα, αλλά από το πώς και γιατί φτάνουμε εκεί.

Ο τίτλος, έτσι όπως αποδίδεται στα ελληνικά, μοιάζει αρχικά ουδέτερος, σχεδόν μια απλή δήλωση ταυτότητας. Ωστόσο, αν διαβαστεί υπό το πρίσμα της λέξης Limpia, όπως είναι ο τίτλος του πρωτοτύπου, αποκτά σαφώς μεγαλύτερο και πιο σύνθετο βάρος. Στη Χιλή, ο όρος παραπέμπει κυρίως σε μια παραδοσιακή τελετή «κάθαρσης» ή «εξαγνισμού» από αρνητικές ενέργειες, όπου, σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, χρησιμοποιούνται βότανα, αυγά ή άλλα φυσικά μέσα. Παράλληλα, η λέξη διατηρεί τη βασική, καθημερινή της σημασία: «καθαρίζω», από το ρήμα limpiar.

Μέσα σε αυτό το διπλό νοηματικό πλαίσιο, ο τίτλος δεν δηλώνει απλώς «ποια είναι» η αφηγήτρια, αλλά κυρίως τι προσπαθεί να αποτινάξει από πάνω της. Η ονομασία λειτουργεί σαν μια τελετουργική πράξη αυτοπροσδιορισμού: λέγοντας το όνομά της, η Εστέλα αποσπά τον εαυτό της από τους ρόλους που της επιβλήθηκαν, από τη ζωή που έζησε μέσα στη σκιά και τη φθορά των άλλων. Έτσι, το βιβλίο μετατρέπεται σε μια διαδικασία αποφόρτισης, όχι κάθαρσης με θρησκευτικούς όρους, αλλά σταδιακής αποδέσμευσης από ό,τι κόλλησε πάνω της χωρίς ποτέ να το έχει επιλέξει.

Η Εστέλα αφηγείται την ιστορία της εκ των υστέρων, με έναν λόγο λιτό, σχεδόν αποστειρωμένο, σαν να έχει ήδη συμβεί μέσα της η κρίση και να απομένει μόνο η ανάγκη της καταγραφής. Η δήλωση «η μικρή πέθανε» δεν λειτουργεί ως σοκ, αλλά ως συμβόλαιο: ο αναγνώστης καλείται να παραμείνει μέχρι τέλους για να κατανοήσει τη διαδρομή, όχι το αποτέλεσμα. Αυτή η αφηγηματική επιλογή απομακρύνει το βιβλίο από τη λογική του θρίλερ και το τοποθετεί σε μια ζώνη ηθικής και κοινωνικής διερεύνησης.

Στον πυρήνα του βιβλίου βρίσκεται η εργασία φροντίδας και η αόρατη βία που τη συνοδεύει. Η Εστέλα είναι εσωτερική οικιακή βοηθός, ζει μέσα στο σπίτι των άλλων, γνωρίζει τα πάντα γι’ αυτούς, χωρίς ποτέ να της αναγνωρίζεται πραγματική παρουσία. Η καθημερινότητά της ορίζεται από την επανάληψη, την υπακοή, την αυτοσυγκράτηση. Δεν πρόκειται για μια κραυγαλέα ιστορία κακοποίησης, αλλά για μια συστηματική διάβρωση της προσωπικής υπόστασης: το δικαίωμα στον χρόνο, στον χώρο, στη θλίψη, ακόμα και στη σιωπή της.

Διεκδικεί να ακουστεί. Και αυτή η απαίτηση, λιτή αλλά αδιαπραγμάτευτη, είναι ίσως η πιο πολιτική και ταυτόχρονα η πιο ανθρώπινη διάσταση του βιβλίου.

Η Τραμπούκο Σεράν αποφεύγει τον διδακτισμό. Η ταξική ανισότητα δεν καταγγέλλεται με ρητορικούς όρους, αλλά ενσωματώνεται στις λεπτομέρειες: στο μικρό δωμάτιο δίπλα στην κουζίνα, στη μόνιμη ετοιμότητα, στην απουσία ιδιωτικότητας, στην απαίτηση συναισθηματικής διαθεσιμότητας χωρίς ανταπόδοση. Το παιδί που φροντίζει η Εστέλα δεν παρουσιάζεται απλουστευτικά ούτε ως θύμα ούτε ως «τέρας», αλλά ως φορέας μιας βίας που δεν γεννιέται στο κενό.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η σιωπή. Η Εστέλα σωπαίνει όχι επειδή δεν σκέφτεται, αλλά επειδή γνωρίζει τα όρια του λόγου μέσα σε μια άνιση σχέση. Όταν αφηγείται, το κάνει χωρίς εξωραϊσμό, χωρίς να ζητά συγχώρεση ή κατανόηση. Η φωνή της παραμένει σταθερή, ελεγχόμενη, γεγονός που εντείνει την ανησυχία του αναγνώστη. Η αγωνία προκύπτει από τη συσσώρευση: μικρές απώλειες, ανεπαίσθητες μετατοπίσεις, στιγμές που δεν φαίνονται κρίσιμες την ώρα που συμβαίνουν.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Το μυθιστόρημα θέτει καίρια ερωτήματα για την ευθύνη, ατομική και συλλογική. Ποιος ευθύνεται όταν μια ζωή διαβρώνεται αργά, νόμιμα, «κανονικά»; Πού τελειώνει η προσωπική επιλογή και πού αρχίζει ο καταναγκασμός; Η συγγραφέας αποφεύγει την ευκολία. Το τέλος, χωρίς να αποκαλύπτεται εδώ, δεν λειτουργεί ως λύτρωση αλλά ως αναγκαστική επιστροφή στην αρχή, ζητώντας από τον αναγνώστη να επανεξετάσει όσα θεώρησε δεδομένα.

Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα βιβλίο γεμάτο αγωνία υποδόρια και διαβρωτική. Και ακριβώς γι’ αυτό παραμένει, όχι ως εντύπωση, αλλά ως ερώτημα που συνεχίζει να δουλεύει μέσα μας και μετά την τελευταία σελίδα. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί πως το μυθιστόρημα δεν ζητά ταύτιση, ούτε οίκτο. Ζητά προσοχή. Υποχρεώνει τον αναγνώστη να σταθεί απέναντι σε ζωές που συνήθως περνούν αθόρυβα, χωρίς αφήγηση και χωρίς μάρτυρες. Η Εστέλα δεν διεκδικεί δικαίωση· διεκδικεί να ακουστεί. Και αυτή η απαίτηση, λιτή αλλά αδιαπραγμάτευτη, είναι ίσως η πιο πολιτική και ταυτόχρονα η πιο ανθρώπινη διάσταση του βιβλίου.

 

Το όνομά μου είναι Εστέλα
Alia Trabucco Zerán
μετάφραση: Εύη Σέμπου
Gutenberg
275 σελ.
ISBN 978-960-01-2694-5
Τιμή €17,00

Η Αλεξία Βλάρα είναι πολιτικός επιστήμονας και δημοσιογράφος.

https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/26280-alia-trabucco-zer%C3%A1n-to-onoma-mou-einai-estela


https://diastixo.gr/ 

Ulrich Alexander Boschwitz: «Ο ταξιδιώτης»

 


Για ποιον λόγο ταξιδεύει συνήθως κανείς; Πρώτα πρώτα, από ανάγκη. Για επαγγελματικές δουλειές. Για προσωπικές συναντήσεις. Για λόγους υγείας. Για κοινωνικές εκδηλώσεις, ευχάριστες ή δυσάρεστες· εορτής ή πένθους. Έπονται τα ταξίδια αναψυχής και τουρισμού.

Αλλ’ όταν κανείς ταξιδεύει με τρένο, όχι ελλείψει άλλου μέσου μεταφοράς, αλλ’ επειδή το προτιμά, εκτός από την (αμφίβολη στην εποχή μας) ασφάλεια, συχνά, χωρίς ίσως να το συνειδητοποιεί, το κάνει και για την απόλαυση της μηχανικής μουσικής του. Των κρουστών πάνω στις ράγες. Των μελωδικών, παρότι απλώς προειδοποιητικών κινδύνου, σφυριγμάτων στις διαβάσεις, των νοσταλγικών στις αφίξεις για το τελειωμένο κιόλας ταξίδι στους σταθμούς.

Αυτά τα συναισθήματα και οι σκέψεις πρέπει να κυριαρχούσαν, παρά τη σκοτεινή πραγματικότητα, στον νέο, μόλις 23 ετών συγγραφέα, ώστε να τιτλοφορήσει το βιβλίο του, μάλλον βιαστικά, Ο ταξιδιώτης (Der Reisende) για κάποιον, ο οποίος στην πραγματικότητα, όπως θα δούμε παρακάτω, ταξιδεύει αλλάζοντας τρένα, δηλαδή το βασικότερο μέσο μεταφοράς τη δεκαετία του ’30 στη Γερμανία, επειδή είναι μόνον ένας φυγάς. Όχι ωστόσο ένας κοινός του Ποινικού Δικαίου φυγάς, αλλά της ειδικής εκείνης κατηγορίας, που τη βαρύνει η ομόηχη και ομόγραφη λέξη με άλλο νόημα, αυτό ενός οιονεί προπατορικού πλην βαρύτατου συγκεκριμένου αμαρτήματος. Τουτέστιν, της εβραϊκής του καταγωγής.

Η εποχή, στην οποία βεβαίως αναφέρεται το συγκεκριμένο βιβλίο, είναι και αυτή συγκεκριμένη. Μετά την αναρρίχηση του Χίτλερ στην εξουσία, εξαπολύεται το πογκρόμ εναντίων των Εβραίων, που καταλήγει στο Ολοκαύτωμα. Όμως η αφήγηση του Γερμανοεβραίου συγγραφέα Ούλριχ Αλεξάντερ Μπόσβιτς, που εξέδωσε στην Αγγλία το 1939 τον Ταξιδιώτη, αλλά για τον φόβο των Αρίων με το ψευδώνυμο Τζον Γκρέιν, δεν φθάνει μέχρι το τελικό στάδιο του Ολοκαυτώματος (1933-1945), την Τελική Λύση κατά την ορολογία των Ναζί. Mένει μάλλον ημιτελής, λόγω αφενός της περιπετειώδους και βασανιστικής ζωής του συγγραφέα, και αφετέρου λόγω του πρόωρου θανάτου του το 1942 κατά τον τορπιλισμό του πλοίου, στο οποίο επέβαινε με κατεύθυνση την Αγγλία (από την Αυστραλία).

Ο ήρωας του βιβλίου, Γερμανοεβραίος επίσης, ευκατάστατος επιχειρηματίας, κάτοικος Βερολίνου, Ότο Ζίλμπερμαν, νυμφευμένος με Γερμανίδα (δηλαδή Άρια), αποδρά από το σπίτι του κατά τη διάρκεια εισβολής μελών της ναζιστικής νεολαίας και από τη στιγμή εκείνη αρχίζει η περιπλάνησή του με διάφορα τρένα σε πόλεις της Γερμανίας. Έχει για την ώρα ένα πλεονέκτημα: το παρουσιαστικό του. «Δεν έφερε κανένα από τα εξωτερικά χαρακτηριστικά που, κατά τους μελετητές των φυλών, διακρίνουν τους Εβραίους». Έτσι, διαφεύγει της προσοχής των συνεπιβατών του και δεν κινδυνεύει. Το επώνυμό του μπορεί ασφαλώς να κινήσει υποψίες, το διαβατήριό του όμως, στο οποίο σημειώνεται η φυλετική του προέλευση, αμέσως θα τον πρόδιδε. Επομένως, θα έπρεπε να κινείται και να μετακινείται πολύ προσεκτικά.

Η έξοχη, σε καφκικό ύφος, αφήγηση δεν αρκείται σε μια γραμμική περιγραφή της σιδηροδρομικής οδύσσειας του ήρωα, αλλά εστιάζεται και, θα έλεγα κυριολεκτικά καταβυθίζεται, στις περίπλοκες συνέπειες της φυλετικής καταδίωξης. Με ψύχραιμη παρατηρητικότητα, παρ’ όλη τη φριχτή ψυχική του κατάσταση, αναλύει (επί ματαίω, φυσικά) τη συμπεριφορά των Αρίων συμπολιτών του διαβάζοντας και αποκαλύπτοντας τις μύχιες και ανομολόγητες σκέψεις τους, τον εαυτουλισμό τους απέναντι στον μέχρι χθες ευυπόληπτο πολίτη και τίμιο έμπορο. Εν τέλει δε και την απροκάλυπτη προδοσία των Γερμανών (Αρίων) συγγενικών του προσώπων, φίλων και συνεργατών του. Κάποιοι αποστρέφουν το πρόσωπό τους, όταν τον συναντούν στον δρόμο. Ο κουνιάδος του, μέλος του ναζιστικού κόμματος, τον οποίο ευεργέτησε οικονομικά (παρότι έπειτα από δισταγμό, πηγή άλλωστε τύψεών του) κατά το παρελθόν, στο σπίτι του οποίου μάλιστα έχει καταφύγει η Άρια γυναίκα του, του αρνείται στέγη και προστασία. Ο συνεταίρος του βρίσκει την ευκαιρία να τον ρίξει στα οικονομικά.

Ο φόβος και η υστεροβουλία των συνανθρώπων αποκεφαλίζουν το Συν και τοποθετούν στη θέση του το Πλην. Πρόκειται για την εποχή των Πληνανθρώπων. Των Πληνανθρώπων μάλλον όλων των εποχών, της δικής μας και των μελλοντικών δυστυχώς μη εξαιρουμένων…

Η έξοχη, σε καφκικό ύφος, αφήγηση δεν αρκείται σε μια γραμμική περιγραφή της σιδηροδρομικής οδύσσειας του ήρωα, αλλά εστιάζεται και, θα έλεγα κυριολεκτικά καταβυθίζεται, στις περίπλοκες συνέπειες της φυλετικής καταδίωξης.

Ο Γερμανοεβραίος Ζίλμπερμαν, που υπηρέτησε άλλωστε ως Γερμανός πολίτης και στον γερμανικό στρατό και πολέμησε κατά τον Μεγάλο Πόλεμο, τώρα καταδιώκεται ως εξ ορισμού –λόγω της καταγωγής του– εγκληματίας: «Ανέβηκε στο τρένο, που στο μεταξύ είχε μπει στον σταθμό. Έτσι θα συνεχίσω λοιπόν για πάντα; Ταξιδεύοντας, περιμένοντας, φεύγοντας; Γιατί δεν γίνεται τίποτα; Γιατί δεν με σταματούν; Γιατί δεν με συλλαμβάνουν; Γιατί δεν με δέρνουν; Σε σπρώχνουν ως τα έσχατα όρια της απόγνωσης κι εκεί σε παρατάνε. Είδε απ’ το παράθυρο ένα μικρό, περιποιημένο, ειδυλλιακό χωριουδάκι. Σκηνικά είναι όλα, σκέφτηκε. Η μόνη αλήθεια είναι το κυνήγι. Η φυγή».

Ο ήρωας του έργου, που αναγκάζεται να περιπλανάται, θα μπορούσε να ονομαστεί και «περιπλανώμενος Ιουδαίος» όπως, σύμφωνα τουλάχιστον με αμφισβητούμενη μαρτυρία (μύθο), ο Αχασβήρος. Αυτός, ο οποίος αρνούμενος να άρει για λίγο τον σταυρό του Ιησού, λέγοντάς του περιφρονητικά και επιτακτικά «βάδιζε, βάδιζε», καταδικάστηκε από τον Ιησού τελικά αυτός να βαδίζει, χωρίς να βρίσκει τη λύτρωση του θανάτου, μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία. Ο Ζίλμπερμαν όμως ταξιδεύει καταδικασμένος σε θάνατο χωρίς καν να έχει δικαστεί, χωρίς καν να του απαγγέλλεται κατηγορία έστω για ένα προπατορικό αμάρτημα ενός Εβραίου Αχασβήρου. Ή μήπως ναι, αλλά στην πραγματικότητα για ασυγχώρητη επιτυχημένη εμπορική δραστηριότητα, που απεδίδετο από τους Άριους Γερμανούς, εκτός απ’ όλα τα άλλα κακά της συγκεκριμένης φυλής, και σε γονιδιακή εβραϊκή τοκογλυφική (τσιφούτικη) καπατσοσύνη;

Το έργο, όπως είπα, δεν περιορίζεται ούτε εξαντλείται στην επιφανειακή περιγραφή της περιπλάνησης του πρωταγωνιστή στα γερμανικά τρένα. Στις επαφές του και τις επιφυλακτικές συναναστροφές του με τους επιβάτες και όχι μόνο, διεισδύοντας στα κίνητρα της συμπεριφοράς τους, βάζει και τον εαυτό του στη θέση τους. Το συμπέρασμα για την ανθρώπινη φύση, δηλαδή και για τον ίδιο, είναι απογοητευτικό. Έτσι μάλλον θα συμπεριφερόταν κι εκείνος. Αλλά τώρα το νιώθει στο πετσί του. Ούτε καν προβληματισμός για ποιον ακριβώς λόγο καταδιώκεται αυτός κι οι όμοιοί του. Ίσως από κάποιους ένα καχεκτικό ίχνος συμπόνιας. Ή η παραδοχή: «Τι να κάνουμε. Φταίει η εποχή (ποτέ οι ίδιοι) που ζούμε». Σαν να ’ναι η εποχή ένα φυσικό φαινόμενο. Κακοκαιρία. Νιώθει κανείς τύψεις για έναν παλιόκαιρο; Τη βροχή, το χιόνι και το κρύο τα αντιμετωπίζεις και προφυλάσσεσαι κλεισμένος στη θαλπωρή του σπιτιού σου. Ακόμα κι αν, για να εξασφαλίσεις αυτό το άσυλο, χρειαστεί να καταδώσεις τους γείτονές σου. Οι εύποροι εκ των οποίων, όπως ο Ζίλμπερμαν, αλλά και κάποιος άλλος συνταξιδιώτης του, που αποκαλύπτεται από το φοβισμένο παρουσιαστικό του, Εβραίος, καταφεύγουν στα τρένα. Και γίνονται έως και λαθρομετανάστες, όπως ο Ζίλμπερμαν, ο οποίος κατάφερε να περάσει τα σύνορα και να μπει στο Βέλγιο και, παρότι επεχείρησε να δωροδοκήσει δύο συνοριοφύλακες, εκείνοι, μη εμπιστευόμενοι ο ένας τον άλλο, τον γύρισαν πίσω στη χώρα του. Από την οποία διαφυγή θα ήταν πλέον η ίδια η θανατική καταδίκη.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Πόσο αντέχεται αυτή η διαρκής καταδίωξη από έναν διώκτη, που δεν είναι πάντα συγκεκριμένος και αντιμετωπίσιμος με κάποιον τρόπο, παράνομο ή μη, μια κρατική Αρχή, ή παρακρατική ομάδα έστω, αλλά ο κάθε Πληνάνθρωπος; Ο Ζίλμπερμαν μπροστά σ’ αυτή την απρόσωπη απειλή, που παίρνει κάθε φορά κι άλλη μορφή, πότε ενός τυχαίου συνεπιβάτη, πότε ενός αστυνομικού, που αμφισβητεί την καταγγελία κλοπής εις βάρος του, θεωρεί μάλιστα αναίδεια την απαίτηση ενός Εβραίου η αστυνομία να κάνει τη δουλειά της, σέβεται ωστόσο τη θητεία του ως Γερμανού στρατιώτη κι ενώ απειλεί να τον συλλάβει, δεν το κάνει… «Τι ατυχία!» μουρμούρισε καθώς απομακρυνόταν. «Τώρα θα πρέπει να σκοτωθώ μόνος μου. Ενώ θα μπορούσαν να το κάνουν αυτοί». Λοιπόν: «Ας με συλλάβουν», σκέφτηκε. Σαν να ζητά επιτέλους να λυτρωθεί από τύψεις, τις οποίες του έχουν εμφυτεύσει. «Θα γυρίσω στο αστυνομικό τμήμα. Για να με συλλάβουν. Το κράτος με δολοφόνησε. Ας φροντίσει τώρα να με θάψει». Αργότερα, μετανιώνοντας παλινωδεί. «Ίσως», είπε μέσα του, «ίσως… Ποτέ δεν ξέρεις».

Αντιγράφω από το οπισθόφυλλο της έκδοσης: Ένα λογοτεχνικό ντοκουμέντο που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1939 (ΗΠΑ, 1940, Γαλλία, 1945), μέχρι που το χειρόγραφο βρέθηκε πρόσφατα στη Γερμανική Εθνική Βιβλιοθήκη και ανασύρθηκε στο φως της δημοσιότητας (1985).

Ο Γερμανοεβραίος συγγραφέας Ούλριχ Αλεξάντερ Μπόσβιτς γεννήθηκε στο Βερολίνο το 1915. Διέφυγε στην Ηνωμένο Βασίλειο, απ’ όπου τον απέλασαν, αρχικά στη νήσο Μαν κι έπειτα στην Αυστραλία. Το 1942 τού επετράπη η επιστροφή στο Ηνωμένο Βασίλειο, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού όμως το πλοίο, στο οποίο επέβαινε, τορπιλίστηκε με αποτέλεσμα να βυθιστεί. Ο Μπόσβιτς βρήκε τραγικό θάνατο σε ηλικία 27 ετών.

Αναρωτιέμαι αν, ζώντας μέχρι σήμερα ο συγγραφέας, ακόμη δηλαδή 84 χρόνια, θα άλλαζε γνώμη για το ποιόν του ανθρώπινου εν γένει είδους.

Την πολύ καλή μετάφραση ενός στην πλειονότητα στρωτού γερμανικού κειμένου υπογράφει η Μαρία Αγγελίδου.

 

Ο ταξιδιώτης
Ulrich Alexander Boschwitz
μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου
Κλειδάριθμος
304 σελ.
ISBN 978-960-461-985-6
Τιμή €15,50

 https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/26278-ulrich-alexander-aoschwitz-o-taksidiotis


https://diastixo.gr/ 

Leire Bilbao: συνέντευξη στη Βίκυ Πορφυρίδου

 


Η Λέιρε Μπιλμπάο (γενν. 1978, Ονταρόα, Χώρα των Βάσκων, Ισπανία) είναι συγγραφέας και ποιήτρια. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί σε δώδεκα γλώσσες κι έχουν μελοποιηθεί στα βασκικά. Εκτός από τις ποιητικές της συλλογές, έχει γράψει και πάνω από είκοσι βιβλία παιδικής λογοτεχνίας. Από τις Εκδόσεις Βακχικόν κυκλοφορεί η ποιητική της συλλογή Νερά μάνες (μτφρ. Νάνσυ Αγγελή, 2022) και πρόσφατα κυκλοφόρησε το παιδικό της βιβλίο Ο Μικροραμφούλης, σε μετάφραση της Τίνας Τερζιώτη, το οποίο μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη.

Τι σας ενέπνευσε να δημιουργήσετε τον χαρακτήρα αυτού του μικροσκοπικού πουλιού που ζει πάνω σε έναν ιπποπόταμο και τι συμβολίζει η ασυνήθιστη κατάστασή του;

Τα παιδιά γνωρίζουν τη διαφορά ανάμεσα στο μεγάλο και το μικρό. Ξέρουν ότι το μικρό έχει λιγότερη δύναμη, επειδή είναι μικρό. Ξέρουν ότι είναι πιο ευάλωτο, επειδή είναι μικρό. Το μικρό ξέρει ότι πρέπει να κάνει θόρυβο για να το δουν. Υπάρχει μια ιδιαίτερη συμβολική φόρτιση στο δίπολο μεγάλο-μικρό. Και τα παιδιά ταυτίζονται αμέσως με τον χαρακτήρα του μικρού πουλιού. Είναι μια πολύ χρήσιμη εικόνα για να συνδεθείς μαζί τους, αλλά και για να αφηγηθείς μια λιγότερο προφανή ιστορία· την ιστορία των σχέσεων εξουσίας.

Η ιστορία σας αγγίζει επίσης θέματα διαφορετικότητας, αλλά και την έννοια του ανήκειν. Πώς ελπίζετε ότι τα παιδιά θα κατανοήσουν αυτά τα θέματα μέσα από το ταξίδι του μικρού πουλιού;

Τα παιδιά αναζητούν συνεχώς τον εαυτό τους. Χτίζουν την προσωπικότητά τους και ζουν σε ένα διαρκές εσωτερικό ταξίδι. Πάντα αναρωτιούνται: Ποιος είμαι; Από πού έρχομαι; Πού πηγαίνω; Βρίσκονται στη διαδικασία αναζήτησης απαντήσεων σε αυτά τα ερωτήματα και γνωρίζουν ότι βρίσκονται σε ένα εσωτερικό ταξίδι, ακριβώς όπως και το μικρό μας πουλί.

Ο Μικροραμφούλης προσπαθεί να μιμηθεί τον μεγαλύτερο φίλο του γρυλίζοντας σαν ιπποπόταμος. Τι μας λέει αυτό για την ταυτότητα και την αποδοχή του εαυτού μας;

Όταν πηγαίνουμε σε ένα καινούργιο μέρος, κοιτάζουμε γύρω μας και μιμούμαστε ό,τι κάνουν οι άλλοι. Το πρόβλημα αρχίζει όταν παύεις να είσαι ο εαυτός σου επειδή μιμείσαι τους άλλους. Και, ακόμα περισσότερο, όταν αρνείσαι τη φυσική σου υπόσταση, τότε υπάρχει πραγματικό ζήτημα. Δεν υπάρχει ανάγκη να κρύβει κανείς τη φύση του, δεν υπάρχει ανάγκη να κρύβει τη φωνή του.

Οι «μικρές» γλώσσες κάνουν τον κόσμο μεγαλύτερο.

Τι ρόλο παίζει η φιλία –ιδιαίτερα ανάμεσα σε πολύ διαφορετικούς χαρακτήρες– στην αφήγησή σας και τι ελπίζετε να αποκομίσουν τα παιδιά από αυτήν;

Η φιλία ανάμεσα σε διαφορετικούς χαρακτήρες είναι πολύ πλούσια και γόνιμη, διότι μαθαίνει ο ένας από τον άλλον και μπορεί να βοηθά ο ένας τον άλλον. Το σημαντικό εδώ είναι ο σεβασμός: να σέβεσαι τον άλλον με τις διαφορές του.

Το βιβλίο σας πρόσφατα μεταφράστηκε στα ελληνικά. Πώς επηρεάζει η μετάφραση τον τόνο και το μήνυμα μιας παιδικής ιστορίας σαν κι αυτή;

Το να εκδίδεται το έργο σου σε μια γλώσσα τόσο πλούσια σε πολιτισμό και ιστορία είναι ευλογία. Ακόμα περισσότερο, όταν το μήνυμα πίσω από αυτό το βιβλίο είναι μια διεκδίκηση υπέρ των «μικρών» γλωσσών. Είμαι πεπεισμένη ότι οι «μικρές» γλώσσες κάνουν τον κόσμο μεγαλύτερο. Έγραψα τον Μικροραμφούλη στα βασκικά (είναι μία από τις αρχαιότερες γλώσσες της Ευρώπης, αλλά η προέλευσή τους είναι άγνωστη) και έχει μεταφραστεί στα ισπανικά, τα καταλανικά, τα βρετονικά και τώρα στα ελληνικά. Οι γλώσσες και τα πουλιά έχουν ανάγκη να πετούν.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Αν μπορούσατε να δώσετε σε ένα παιδί ένα μόνο μήνυμα από την περιπέτεια του Μικροραμφούλη, ποιο θα ήταν αυτό;

Μη σταματήσεις ποτέ να τραγουδάς.

 

Ο Μικροραμφούλης
Λέιρε Μπιλμπάο
εικονογράφηση: Μάιτε Μουτουμπέρρια
μετάφραση: Τίνα Τερζιώτη
Εκδόσεις Βακχικόν
38 σελ.
ISBN 978-618-231-289-6
Τιμή €10,60

https://diastixo.gr/sinentefxeis/xenoi/26293-leire-bilbao-synenteuksi-sti-viky-porfyridou


https://diastixo.gr/ 


Ο Χέντελ και οι επισοδιακές πρόβες των οπερών του

 


Ο Γκέοργκ Φρίντριχ Χέντελ (Χαίντελ) ήταν όντως γνωστός για τον εκρηκτικό του χαρακτήρα και η ιστορία με το παράθυρο είναι ένα από τα πιο διάσημα, ημι-θρυλικά ανέκδοτα της ιστορίας της μουσικής! Ωστόσο, στην πραγματικότητα δεν την πέταξε έξω, αλλά την κράτησε στον αέρα πάνω από το κενό για να την απειλήσει.

Η ιστορία διαδραματίστηκε το 1722 (ή 1723) στο Λονδίνο, κατά τη διάρκεια των δοκιμών για την όπερα Ottone.  

Το περιστατικό με τη Φραντσέσκα Κουτσόνι

Η πρωταγωνίστρια ήταν η Φραντσέσκα Κουτσόνι (Francesca Cuzzoni), μια από τις κορυφαίες αλλά και πιο ιδιότροπες Ιταλίδες σοπράνο της εποχής. Η Κουτσόνι αρνήθηκε πεισματικά να τραγουδήσει την άρια "Falsa immagine", θεωρώντας την πολύ απλή ή ακατάλληλη για να αναδείξει τις φωνητικές της ικανότητες στην πρεμιέρα της.  

Ο Χέντελ, ο οποίος δεν ανεχόταν κουβέντα για τη μουσική του, εξοργίστηκε. Σύμφωνα με τον πρώτο βιογράφο του, Τζον Μέινγουαρινγκ, ο συνθέτης την άρπαξε από τη μέση, τη μετέφερε σε ένα ανοιχτό παράθυρο και την απείλησε να τη ρίξει στον δρόμο, φωνάζοντάς της στα γαλλικά:  

«Μαντάμ, ξέρω πολύ καλά ότι είστε ένας πραγματικός θηλυκός διάβολος, αλλά θα σας δείξω ότι εγώ είμαι ο Βελζεβούλ, ο αρχηγός των διαβόλων!»  

Τρομοκρατημένη η σοπράνο υποχώρησε, τραγούδησε την άρια στην πρόβα και η πρεμιέρα της αποτέλεσε έναν από τους μεγαλύτερους θριάμβους της καριέρας της

Η εποχή του Μπαρόκ στο Λονδίνο ήταν γεμάτη από ένταση, πάθος και απίστευτα σκάνδαλα. Η κόντρα των δύο σοπράνο, αλλά και οι υπόλοιπες εκρήξεις του Χέντελ, άφησαν εποχή.  

⚔️ Η «Ματωμένη» Μάχη των Σοπράνο (1727)

Η κόντρα ανάμεσα στη Φραντσέσκα Κουτσόνι και τη νέα αντίζηλό της, Φαουστίνα Μπορντόνι, χώρισε το Λονδίνο στα δύο. Οι ευγενείς και το κοινό έπαιρναν φανατικά το μέρος είτε της μίας είτε της άλλης. Όταν η μία τραγουδούσε, οι οπαδοί της άλλης τη γιούχαραν και σφύριζαν.  

Η απόλυτη έκρηξη έγινε στις 6 Ιουνίου 1727, κατά τη διάρκεια της όπερας Astianatte του Μπονοντσίνι, παρουσία μάλιστα της Πριγκίπισσας της Ουαλίας.  

·         Το ξύλο στη σκηνή: Καθώς το κοινό είχε μετατρέψει την αίθουσα σε γήπεδο με φωνές και βρισιές, οι δύο σοπράνο έχασαν την ψυχραιμία τους. Μέσα στη μέση της παράστασης, πιάστηκαν στα χέρια, άρχισαν να βρίζονται στα ιταλικά, να τραβούν η μία τα μαλλιά της άλλης και να σκίζουν τα πανάκριβα κοστούμια τους.  

·         Η συνέπεια: Χρειάστηκε να τις σέρνουν σηκωτές έξω από τη σκηνή. Το σκάνδαλο ήταν τόσο μεγάλο που η διεύθυνση του θεάτρου ακύρωσε το υπόλοιπο της σεζόν.  

Ο Χέντελ, αν και εξοργισμένος, ήταν έξυπνος επιχειρηματίας. Σε μια άλλη όπερά του (Alessandro), είχε φροντίσει προνοητικά να γράψει ακριβώς τον ίδιο αριθμό από σόλο άριες (άριες-μονωδίες) για την καθεμία, ώστε να μην παραπονεθεί καμία για ευνοιοκρατία.  

 Άλλες ιδιοτροπίες και εκρήξεις του Χέντελ

Ο Χέντελ (που στα αγγλικά το όνομά του παραπέμπει χιουμοριστικά στη φράση "fly off the handle", δηλαδή «χάνω την ψυχραιμία μου») δεν είχε νεύρα μόνο με τις σοπράνο:  

·     Τα ξεσπάσματα με τους Καστράτους

Οι καστράτοι (όπως ο διάσημος Senesino) ήταν γνωστοί για τα καπρίτσια τους. Όταν κάποιος τενόρος ή καστράτος παραπονέθηκε στον Χέντελ ότι η συνοδεία της ορχήστρας του «έκλεβε τη δόξα» και απείλησε να πηδήξει πάνω στο τσέμπαλο του συνθέτη για να το σπάσει, ο Χέντελ του απάντησε ψύχραιμα: «Παρακαλώ ενημερώστε με πότε θα το κάνετε, για να το διαφημίσω. Ο κόσμος θα πληρώσει περισσότερα για να δει εσάς να πηδάτε, παρά να σας ακούσει να τραγουδάτε!». 

·        Τα τύμπανα στον αέρα: Σε μια πρόβα, όταν συνειδητοποίησε ότι τα όργανα της ορχήστρας ήταν εντελώς ξεκούρδιστα, έχασε τον έλεγχο, άρπαξε ένα μεγάλο τύμπανο (kettle-drum) και το πέταξε με δύναμη μέσα στην ορχήστρα.  

·         Μια μονομαχία θανάτου: Το 1704, σε νεαρή ηλικία, ο Χέντελ κόντεψε να πεθάνει σε μονομαχία με τον φίλο και συνθέτη Γιόχαν Μάτεσον μετά από καυγά για το ποιος θα διηύθυνε μια παράσταση. Ο Μάτεσον κάρφωσε το σπαθί του στο στήθος του Χέντελ, αλλά το σπαθί χτύπησε πάνω σε ένα μεγάλο μεταλλικό κουμπί του σακακιού του και έσπασε, σώζοντάς του τη ζωή!  

·         Η τεράστια λαιμαργία του: Ο Χέντελ ήταν διάσημος για το γεγονός ότι έτρωγε για τρεις. Υπάρχει ένα ανέκδοτο όπου κάλεσε έναν φίλο του για δείπνο, προσποιήθηκε ότι έπρεπε να βγει για λίγο από το δωμάτιο επειδή του ήρθε μια «μουσική έμπνευση», και ο φίλος του τον έπιασε από το παράθυρο να κρύβεται στο διπλανό δωμάτιο και να καταβροχθίζει κρυφά πανάκριβα εδέσματα που είχε παραγγείλει μόνο για τον εαυτό του.


Ρινάλντο (Rinaldo, 1711) – Τα «ιπτάμενα» πουλιά και τα ορχηστρικά νεύρα
Ο Ρινάλντο ήταν η πρώτη όπερα που έγραψε ο Χέντελ για το Λονδίνο. Ήταν μια υπερπαραγωγή με εντυπωσιακά οπτικά εφέ (μηχανικές πτήσεις, δράκους που βγάζουν φωτιές), η οποία όμως προκάλεσε πολλά προβλήματα και γέλια στις πρόβες και τις παραστάσεις.
  • Το επεισόδιο με τα σπουργίτια: Στη διάσημη σκηνή του κήπου της Αλμίρενα (όπου τραγουδά το "Augeletti che cantate"), ο Χέντελ και οι σκηνογράφοι αποφάσισαν να απελευθερώσουν στο θέατρο δεκάδες ζωντανά σπουργίτια για να δώσουν την αίσθηση της φύσης. Το αποτέλεσμα στις πρόβες ήταν καταστροφικό: τα πουλιά άρχισαν να πετούν πανικόβλητα, να κουτσουλάνε τους θεατές και τους μουσικούς, και να μπαίνουν μέσα στις περούκες των τραγουδιστών. Η εφημερίδα The Spectator μάλιστα σατίρισε το γεγονός, γράφοντας ότι τα πουλιά αποτελούσαν κίνδυνο για τα κεριά του θεάτρου και την ασφάλεια της όπερας.
  • Η κόντρα με τον Ιμπρεσάριο: Ο Χέντελ έγραφε τη μουσική με απίστευτη ταχύτητα (την τελείωσε σε 14 ημέρες). Ο Άγγλος ιμπρεσάριος Aaron Hill, που προσπαθούσε να προλάβει να μεταφράσει και να στήσει το έργο, παραπονιόταν στις πρόβες ότι ο Χέντελ ήταν «ένας βιβλικός χείμαρρος» που δεν άφηνε χρόνο στους τεχνικούς να ανασάνουν.
Ιούλιος Καίσαρ (Giulio Cesare, 1724) – Η εξέγερση του Σεζαρίνι (Senesino)
Ο Ιούλιος Καίσαρ θεωρείται το απόλυτο αριστούργημα του Χέντελ, αλλά η προετοιμασία του ήταν ένας ψυχολογικός πόλεμος ανάμεσα στον συνθέτη και τον Σενεζίνο (Senesino), τον διάσημο και αλαζόνα καστράτο που υποδυόταν τον Καίσαρα.
  • Η άρνηση για την είσοδο: Ο Σενεζίνο θεωρούσε τον εαυτό του «βασιλιά» της σκηνής. Στις πρόβες αρνήθηκε να τραγουδήσει την εναρκτήρια άρια του Καίσαρα, ισχυριζόμενος ότι η μουσική δεν ήταν αρκετά «ηρωική» για το ανάστημά του και ότι ο Χέντελ ευνοούσε τη σοπράνο, Φραντσέσκα Κουτσόνι (που έπαιζε την Κλεοπάτρα).
  • Η απειλή της αντικατάστασης: Ο Χέντελ, που δεν σήκωνε κουβέντα για τη δομή του έργου του, σταμάτησε την ορχήστρα, σηκώθηκε από το τσέμπαλο και είπε στον Σενεζίνο ότι αν δεν τραγουδήσει τη συγκεκριμένη άρια ακριβώς όπως γράφτηκε, θα τον αντικαταστήσει με έναν απλό Άγγλο χορωδό και θα τον αφήσει απλήρωτο. Ο Σενεζίνο, γνωρίζοντας ότι ο Χέντελ είχε την υποστήριξη του Βασιλιά Γεωργίου Α΄, αναγκάστηκε να υποχωρήσει.
  • Το ατύχημα στη σκηνή: Κατά τη διάρκεια μιας πρόβας (και μετέπειτα παράστασης), ένα τμήμα των βαρέων σκηνικών που αναπαριστούσαν το παλάτι της Κλεοπάτρας κατέρρευσε με πάταγο. Ο Σενεζίνο, παρά το γεγονός ότι υποδυόταν τον ατρόμητο Ρωμαίο στρατηλάτη, έπεσε στο πάτωμα κλαίγοντας από τον τρόμο του, προκαλώντας τα ειρωνικά γέλια του Χέντελ από τη θέση της ορχήστρας.
Το τρέμουλο της περούκας

Οι μουσικοί της ορχήστρας του ήξεραν καλά πότε ο Χέντελ ήταν έτοιμος να εκραγεί. Φορούσε πάντα μια μεγάλη, λευκή μπαρόκ περούκα. Όταν τα πράγματα πήγαιναν καλά στις πρόβες, η περούκα κουνιόταν ρυθμικά. Αν όμως κάποιος έκανε λάθος, η περούκα άρχιζε να τρέμει βίαια με έναν «απειλητικό» τρόπο, σημάδι ότι ο συνθέτης ήταν έτοιμος να αρχίσει να βρίζει σε τρεις διαφορετικές γλώσσες (Γερμανικά, Αγγλικά, Γαλλικά/Ιταλικά).

Ο τρόπος με τον οποίο ο Γκέοργκ Φρίντριχ Χέντελ ξεπέρασε τις θεατρικές κόντρες και τη χρεοκοπία ήταν μια από τις πιο ιδιοφυείς επιχειρηματικές και καλλιτεχνικές στροφές στην ιστορία της μουσικής.  

Στα τέλη της δεκαετίας του 1730, η ιταλική όπερα στο Λονδίνο είχε αρχίσει να πεθαίνει. Το κοινό είχε κουραστεί από τις εξωπραγματικές ιστορίες, οι κόντρες των ακριβοπληρωμένων Ιταλών τραγουδιστών είχαν εξαντλήσει τα ταμεία, και ο Χέντελ υπέστη νευρικό κλονισμό και προσωρινή παράλυση από το άγχος και τα χρέη.  

Τότε, πήρε τη μεγάλη απόφαση να εγκαταλείψει την όπερα και να εφεύρει ξανά τον εαυτό του μέσα από το Αγγλικό Ορατόριο, μια κίνηση που πέτυχε για τους εξής λόγους:  

1. Μηδενικό κόστος για σκηνικά και κοστούμια  

Οι όπερες απαιτούσαν πανάκριβα, εξεζητημένα σκηνικά, ειδικά εφέ και πολυτελή κουστούμια που συχνά οδηγούσαν τους παραγωγούς στη χρεοκοπία. Το ορατόριο, αντίθετα, ήταν μια καθαρά συναυλιακή μορφή. Οι τραγουδιστές εμφανίζονταν στη σκηνή με τα κανονικά τους ρούχα, χωρίς θεατρική δράση. Αυτό μείωσε δραματικά τα έξοδα παραγωγής και έκανε τις παραστάσεις του εξαιρετικά κερδοφόρες.  

2. Αντίο στις «ντίβες» και τα ιταλικά σκάνδαλα  

Αντί να ανέχεται τα καπρίτσια των πανάκριβων Ιταλών σταρ (όπως η Κουτσόνι και η Μπορντόνι) που απαιτούσαν αστρονομικές αμοιβές και ξεμαλλιάζονταν στη σκηνή, ο Χέντελ στράφηκε σε ντόπιους, Αγγλόφωνους τραγουδιστές. Ήταν πολύ πιο οικονομικοί, επαγγελματίες και πειθαρχημένοι. [

3. Η γλώσσα και το «άνοιγμα» στη μεσαία τάξη  

Οι όπερες τραγουδιούνταν στα ιταλικά, μια γλώσσα που η ανερχόμενη αγγλική μεσαία τάξη δεν καταλάβαινε. Τα ορατόρια γράφονταν στα αγγλικά. Επιπλέον, οι ιστορίες τους βασίζονταν σε γνωστές βιβλικές αφηγήσεις (κυρίως από την Παλαιά Διαθήκη). Αυτό έκανε το έργο του άμεσα προσβάσιμο και αγαπητό στο ευρύ κοινό, ξεφεύγοντας από την κλειστή κάστα των αριστοκρατών.  

4. Η δύναμη της Χορωδίας 🎶

Στην ιταλική όπερα, η χορωδία είχε σχεδόν ανύπαρκτο ρόλο. Στα ορατόρια, ο Χέντελ έβαλε τη χορωδία στο επίκεντρο. Η μαζική, δυναμική φωνή της χορωδίας ενθουσίαζε το αγγλικό κοινό, καθώς έδινε μια αίσθηση μεγαλείου και κοινότητας που έλειπε από το θέατρο.  


👑 Ο Μεσσίας (1741): Ο απόλυτος θρίαμβος

Το αποκορύφωμα αυτής της στροφής ήταν ο Μεσσίας (Messiah). Ο Χέντελ το συνέθεσε μέσα σε μόλις 24 ημέρες σε μια κατάσταση απόλυτου δημιουργικού πυρετού.  

·         Η πρεμιέρα στο Δουβλίνο: Επειδή στο Λονδίνο είχε ακόμα εχθρούς, επέλεξε να κάνει την πρεμιέρα στο Δουβλίνο το 1742 για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Η επιτυχία ήταν τόσο κολοσσιαία που οι εφημερίδες της εποχής παρακάλεσαν τις κυρίες να μην φορέσουν φούστες με στεφάνια (κρινολίνα) και τους άνδρες να αφήσουν τα σπαθιά τους στο σπίτι, ώστε να χωρέσουν περισσότεροι άνθρωποι στην αίθουσα!   

·         Το «Αλληλούια»: Όταν το έργο ανέβηκε τελικά στο Λονδίνο, ο Βασιλιάς Γεώργιος Β' εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από το περίφημο Hallelujah Chorus, που σηκώθηκε όρθιος. Σύμφωνα με το πρωτόκολλο, όταν σηκώνεται ο βασιλιάς, πρέπει να σηκωθούν όλοι. Έτσι γεννήθηκε μια παράδοση που κρατάει μέχρι σήμερα σε όλο τον κόσμο.  

Με αυτή τη στρατηγική στροφή, ο Χέντελ όχι μόνο ξεπέρασε τα προβλήματά του, αλλά έγινε πάμπλουτος, εθνικός ήρωας της Μπερτανίας (Βρετάνης) και πέρασε στην αθανασία.

Η Εκκλησία αντέδρασε με έντονη οργή, καχυποψία και σφοδρές επικρίσεις όταν ο Χέντελ αποφάσισε να ανεβάσει τον Μεσσία σε κοσμικά θέατρα.

Για τους θρησκευτικούς ηγέτες της εποχής, η κίνηση αυτή θεωρήθηκε ιεροσυλία και βεβήλωση.

1. Η απαγόρευση στο Λονδίνο

Ο Χέντελ γνώριζε καλά τις αντιδράσεις. Για τον λόγο αυτό, έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του έργου στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας το 1742 και όχι στην αγγλική πρωτεύουσα.

Όταν τελικά αποφάσισε να το παρουσιάσει στο Λονδίνο το 1743 στο Βασιλικό Θέατρο του Κόβεντ Γκάρντεν, ο Επίσκοπος του Λονδίνου και πολλοί κληρικοί ξεσηκώθηκαν. Θεωρούσαν απαράδεκτο το γεγονός ότι λόγια της Αγίας Γραφής θα ακούγονταν σε έναν χώρο που συνδεόταν με την κοσμική διασκέδαση, τις ίντριγκες και τους ανθρώπους του θεάτρου (οι οποίοι τότε θεωρούνταν αμφιβόλου ηθικής).

2. Η «κρυφή» μετονομασία του έργου

Για να κατευνάσει τα πνεύματα και να αποφύγει τη λογοκρισία, ο Χέντελ αναγκάστηκε να κάνει μια υποχώρηση. Δεν χρησιμοποίησε ποτέ τη λέξη «Μεσσίας» στις διαφημίσεις και στα προγράμματα των παραστάσεων στο Λονδίνο.

Αντ' αυτού, το έργο παρουσιάστηκε με τον γενικόλογο τίτλο «Ένα Ιερό Ορατόριο» (A Sacred Oratorio). Παρά την αλλαγή του τίτλου, θρησκευτικά έντυπα της εποχής δημοσίευαν ανώνυμες επιστολές που κατηγορούσαν την παράσταση ως «ύβρη προς την Εκκλησία».

3. Ηθικό δίλημμα για τους τραγουδιστές

Η Εκκλησία πίεζε και τους ίδιους τους καλλιτέχνες. Για παράδειγμα, ο Τζόναθαν Σουίφτ (ο διάσημος συγγραφέας των Ταξιδιών του Γκιούλιβερ, ο οποίος ήταν τότε Κοσμήτορας στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Πατρικίου στο Δουβλίνο) είχε αρχικά απαγορεύσει στους τραγουδιστές της εκκλησιαστικής χορωδίας να συμμετάσχουν στην πρεμιέρα του Χέντελ, απειλώντας τους με τιμωρία, αν και τελικά υποχώρησε για χάρη του φιλανθρωπικού σκοπού.


🕊️ Πώς άλλαξε η γνώμη της Εκκλησίας;

Η απόλυτη ανατροπή υπέρ του Χέντελ έγινε μέσα από το φιλανθρωπικό του έργο. Από το 1750, ο συνθέτης άρχισε να διευθύνει ετήσιες παραστάσεις του Μεσσία στο παρεκκλήσι του Foundling Hospital (ενός ορφανοτροφείου στο Λονδίνο).

·         Τα τεράστια έσοδα: Οι παραστάσεις αυτές απέφεραν αμύθητα ποσά για τη φροντίδα των εγκαταλελειμμένων παιδιών.

·         Η συνθηκολόγηση: Μπροστά σε αυτό το τεράστιο χριστιανικό και κοινωνικό έργο, η Εκκλησία δεν μπορούσε πλέον να αντιδράσει. Συνειδητοποίησαν ότι η μουσική του Χέντελ δεν βεβήλωνε τη θρησκεία, αλλά αντίθετα, ενίσχυε το θρησκευτικό συναίσθημα των πολιτών και βοηθούσε τους αδύναμους.

Μετά τον θάνατο του Χέντελ, ο Μεσσίας άρχισε πλέον να εκτελείται κανονικά μέσα σε καθεδρικούς ναούς και εκκλησίες, παίρνοντας τη θέση που έχει μέχρι σήμερα.


Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026

Ο Τζουζέπε Βέρντι μέσα από τα περίφημα εγχειρίδια σκηνοθεσίας του

 


Όταν σκεφτόμαστε τον Τζουζέπε Βέρντι, το μυαλό μας πηγαίνει αμέσως σε συγκλονιστικές μελωδίες, μεγάλα πάθη και ιστορικά αριστουργήματα όπως η Αΐντα, ο Ριγκολέτο και η Τραβιάτα. Υπάρχει όμως μια άλλη, σχεδόν άγνωστη πλευρά του μεγάλου Ιταλού δημιουργού: ο Βέρντι υπήρξε, στην πραγματικότητα, ο πρώτος αληθινός και απόλυτα μοντέρνος σκηνοθέτης στην ιστορία του λυρικού θεάτρου.

Σε μια εποχή που η όπερα θύμιζε περισσότερο μια «στατική συναυλία» με φανταχτερά κουστούμια —όπου οι τραγουδιστές απλώς στέκονταν στην άκρη της σκηνής και κοίταζαν το κοινό— ο Βέρντι έφερε την επανάσταση. Μέσα από τα περίφημα, λεπτομερή εγχειρίδια σκηνοθεσίας του (disposizioni sceniche), επέβαλε μια πρωτοποριακή για την εποχή κινηματογραφική πειθαρχία: γεωμετρικά διαγράμματα για το πλήθος, ψυχολογικό φωτισμό, αληθινή υποκριτική χωρίς μελοδραματικές υπερβολές και απόλυτο σεβασμό στο δράμα.
Για τον Βέρντι, η μουσική και η θεατρική πράξη ήταν ένα αδιαίρετο σώμα. Και όποιος σκηνοθέτης, ιμπρεσάριος ή ντίβα της εποχής τολμούσε να παραβιάσει το όραμά του, ερχόταν αντιμέτωπος με μια θύελλα οργής, δικαστικών μαχών και καλλιτεχνικού μποϊκοτάζ που έγραψε ιστορία...

Ο Τζουζέπε Βέρντι ήταν εξαιρετικά σχολαστικός με το πώς παρουσιάζονταν τα έργα του στη σκηνή. Δεν τον ένοιαζε μόνο η μουσική, αλλά ολόκληρο το θεατρικό αποτέλεσμα. Για τον λόγο αυτό, από τα μέσα της δεκαετίας του 1850, εισήγαγε στην Ιταλία τα λεγόμενα «disposizioni sceniche» (σκηνικές διατάξεις / βιβλία παραγωγής).

Αυτά ήταν λεπτομερή εγχειρίδια σκηνοθεσίας που εκδίδονταν από τον εκδοτικό οίκο Casa Ricordi σε συνεργασία με τον Βέρντι.

Τι περιλάμβαναν αυτά τα εγχειρίδια;

Τα βιβλία αυτά (που συχνά κυμαίνονταν από μερικές δεκάδες έως και πάνω από 100 σελίδες, ανάλογα με την όπερα) έδιναν ρητές και αυστηρές οδηγίες στους μελλοντικούς σκηνοθέτες και θεατρικούς θιάσους για το πώς έπρεπε να ανεβαίνει η κάθε όπερα:

·         Κίνηση των τραγουδιστών: Πού ακριβώς έπρεπε να στέκεται ο κάθε σολίστ και η χορωδία σε κάθε σκηνή.

·         Υποκριτική και χειρονομίες: Πώς έπρεπε να εκφράζουν τα συναισθήματά τους, αποφεύγοντας τις υπερβολικές, παλιομοδίτικες θεατρικές κινήσεις της εποχής.

·         Σκηνογραφία και Φωτισμός: Διαγράμματα για το πού θα τοποθετηθούν τα σκηνικά και πώς θα πέφτουν τα φώτα.

·         Κοστούμια και αντικείμενα (props): Ακριβείς περιγραφές για τα ρούχα και τα αντικείμενα που χρησιμοποιούσαν οι ηθοποιοί.

Γιατί το έκανε αυτό;

Ο Βέρντι ήθελε να προστατεύσει το όραμά του. Εκείνη την εποχή, πολλά επαρχιακά θέατρα άλλαζαν τις σκηνές, έκοβαν κομμάτια ή έβαζαν τους τραγουδιστές να στέκονται απλώς ακίνητοι και να τραγουδούν. Με το να «κλειδώνει» τη σκηνοθεσία σε γραπτό manual, ο Βέρντι εξασφάλιζε ότι η όπερά του θα παιζόταν ακριβώς με τον ίδιο, σωστό τρόπο είτε ανέβαινε στη Σκάλα του Μιλάνου είτε σε οποιοδήποτε άλλο θέατρο του κόσμου.

Η πρώτη όπερα για την οποία εκδόθηκε τέτοιο επίσημο εγχειρίδιο από τον Ricordi ήταν το Les Vêpres siciliennes (Giovanna de Guzman) το 1855, ενώ από τα πιο διάσημα και λεπτομερή manuals που σώζονται και μελετώνται μέχρι σήμερα είναι αυτό για τον Οθέλλο (Otello) και τον Σιμόν Μποκανέγκρα.

Το επίσημο εγχειρίδιο σκηνοθεσίας (disposizione scenica) για την Αΐντα (Aida), το οποίο εκδόθηκε από τον οίκο Archivio Storico Ricordi το 1873, αποτελείται ακριβώς από 34 σελίδες.  

Αυτό το ιστορικό βιβλίο παραγωγής (παραδοσιακά αναφέρεται ως "production book") συντάχθηκε από τον εκδότη Τζούλιο Ρικόρντι υπό την άμεση καθοδήγηση και επίβλεψη του ίδιου του Βέρντι. Κατέγραψε με απόλυτη λεπτομέρεια τη σκηνοθεσία που ο ίδιος ο συνθέτης είχε δουλέψει και τελειοποιήσει για τις μεγάλες ευρωπαϊκές πρεμιέρες του έργου, κυρίως για το ανέβασμα στη Σκάλα του Μιλάνου (Φεβρουάριος 1872).  

Μέσα σε αυτές τις 34 σελίδες, ο Βέρντι επέβαλε αυστηρούς κανόνες ειδικά για την Αΐντα:

·         Η διάσημη «Σκηνή του Θριάμβου»: Επειδή η όπερα έχει τεράστιες σκηνές πλήθους (στρατιώτες, ιερείς, αιχμάλωτοι, λαός), το εγχειρίδιο περιλαμβάνει συγκεκριμένα γεωμετρικά διαγράμματα. Όριζε πού ακριβώς θα σταθεί η κάθε ομάδα ώστε να μην επικρατεί χάος στη σκηνή.  

·         Ηθοποιία ενάντια στο μελόδραμα: Ο Βέρντι απαιτούσε από τους πρωταγωνιστές (την Αΐντα, τον Ρανταμές, την Αμνέριδα) να μην κάνουν τις τυπικές, υπερβολικές θεατρικές κινήσεις της εποχής. Ήθελε αληθινό, εσωτερικό ψυχολογικό δράμα, και οι οδηγίες περιγράφουν μέχρι και το πού πρέπει να κοιτάζει ο τραγουδιστής σε συγκεκριμένα μουσικά μέτρα.

·         Αποφυγή της «συναυλίας»: Απαγόρευε ρητά στους τραγουδιστές να περπατούν απλώς μέχρι την άκρη της σκηνής, να κοιτάζουν το κοινό και να τραγουδούν την άριά τους σαν να δίνουν κονσέρτο. Έπρεπε να είναι προσηλωμένοι στη δράση.

Το «κυνήγι» των έξτρα ηθοποιών (Κομπάρσων)

Στη Σκηνή του Θριάμβου συμμετέχουν εκατοντάδες κομπάρσοι (στρατιώτες, λαός, αιχμάλωτοι). Ο Βέρντι φοβόταν το χάος.

·         Γεωμετρική ακρίβεια: Στο βιβλίο υπάρχουν σχεδιαγράμματα με κουκκίδες. Κάθε κομπάρσος είχε έναν συγκεκριμένο αριθμό και έπρεπε να πατήσει σε συγκεκριμένο τετραγωνικό εκατοστό της σκηνής.

·         Όχι «αδιάφορα βλέμματα»: Έγραψε μια αυστηρή σημείωση: «Οι κομπάρσοι δεν είναι διακόσμηση. Πρέπει να κοιτάζουν τη δράση. Οι στρατιώτες πρέπει να κοιτάζουν τον Βασιλιά με δέος, και ο λαός τους αιχμαλώτους με περιφρόνηση. Όποιος κοιτάξει το θεωρείο των επισήμων, απολύεται αμέσως».

3. Οι ιδιαιτερότητες με τα σκηνικά και τον φωτισμό

Ο Βέρντι ήθελε να ανατρέψει την παράδοση των φωτεινών, λαμπερών σκηνικών της ιταλικής όπερας, εισάγοντας τον ψυχολογικό φωτισμό.

·         Το απόλυτο σκοτάδι στην τελευταία σκηνή: Η όπερα κλείνει με τον Ρανταμές και την Αΐντα να θάβονται ζωντανοί στην υπόγεια κρύπτη του ναού. Ο Βέρντι απαίτησε η σκηνή να είναι χωρισμένη στα δύο (επάνω ο φωτεινός ναός, κάτω η σκοτεινή κρύπτη). Για το κάτω μέρος, έδωσε εντολή να σβήσουν σχεδόν όλα τα φώτα γκαζιού του θεάτρου. Οι ιμπρεσάριοι διαμαρτυρήθηκαν ότι το κοινό δεν θα έβλεπε τους ακριβοπληρωμένους τραγουδιστές. Ο Βέρντι απάντησε: «Δεν με νοιάζει αν δεν τους βλέπουν, πρέπει να νιώσουν την ασφυξία του τάφου».

Η εμμονή με τις «Τρομπέτες της Αΐντας»

Για το διάσημο εμβατήριο, ο Βέρντι δεν ήθελε τις κλασικές τρομπέτες της ορχήστρας. Ταξίδεψε ο ίδιος στις Βρυξέλλες για να ζητήσει από έναν κατασκευαστή να φτιάξει ειδικές, μακριές, ίσιες τρομπέτες (τύπου αιγυπτιακής σάλπιγγας) με ένα μόνο έμβολο.

·         Στο εγχειρίδιο ορίζει ότι οι σαλπιγκτές πρέπει να βγαίνουν στη σκηνή κρατώντας τα όργανα σε γωνία ακριβώς 45 μοιρών προς τα πάνω, ώστε να φαίνονται επιβλητικοί, και να είναι χωρισμένοι σε δύο ομάδες των τριών, δημιουργώντας έναν στερεοφωνικό ήχο που θα «συγκλονίσει» το θέατρο.

Με αυτές τις σχεδόν στρατιωτικές οδηγίες, ο Βέρντι κατάφερε να μετατρέψει την Αΐντα από ένα απλό μουσικό θέαμα σε μια ολοκληρωμένη, καθηλωτική θεατρική εμπειρία.

·          

Με αυτό το 30βάθμιο εγχειρίδιο, η Αΐντα μπορούσε να μεταφερθεί σε οποιοδήποτε επαρχιακό ή διεθνές θέατρο της εποχής και να αναπαρασταθεί πιστά, ακριβώς όπως την οραματίστηκε ο δημιουργός της.  

Ο Τζουζέπε Βέρντι αντιδρούσε με απόλυτη οργή, νομικές απειλές και καλλιτεχνικό «μποϊκοτάζ» όταν κάποιος σκηνοθέτης, ιμπρεσάριος ή τραγουδιστής παραβίαζε τις οδηγίες του. Ήταν γνωστός για τον εκρηκτικό του χαρακτήρα και την εμμονική του απαίτηση για έλεγχο, θεωρώντας ότι οποιαδήποτε αυθαίρετη αλλαγή κατέστρεφε τη δραματική ακεραιότητα του έργου.  

Οι αντιδράσεις του και τα μέσα που χρησιμοποιούσε χωρίζονταν σε τρία επίπεδα:

1. Ολοκληρωτική απαγόρευση και ακύρωση παραστάσεων

Ο Βέρντι πίστευε ακράδαντα ότι αν μια όπερα δεν μπορούσε να παιχτεί ακριβώς όπως τη συνέλαβε, ήταν προτιμότερο να μην παιχτεί καθόλου. Σε επιστολή του είχε γράψει χαρακτηριστικά:  

«Αυτοί οι ιμπρεσάριοι ακόμα δεν έχουν καταλάβει ότι όταν οι όπερες δεν δίνονται όπως δημιουργήθηκαν, χωρίς περικοπές και αλλαγές, ακριβώς όπως τις συνέλαβαν οι συγγραφείς τους, είναι καλύτερο να μην εκτελούνται».  

Αν μάθαινε ότι ένα θέατρο άλλαζε τη σκηνοθεσία, έκοβε σκηνές ή άλλαζε τα κουστούμια, είχε τη δύναμη να αποσύρει τα δικαιώματα και να ακυρώσει ολόκληρη την παραγωγή.

2. Η νομική «ασπίδα» μέσω του εκδότη του (Casa Ricordi)

Για να αντιμετωπίσει την αυθαιρεσία των θεάτρων, ο Βέρντι συμμάχησε με τον πανίσχυρο εκδότη του, τον Τζούλιο Ρικόρντι. Από το 1877 και μετά, σε κάθε εγχειρίδιο σκηνοθεσίας (disposizione scenica), ο οίκος Ricordi τύπωνε στην πρώτη σελίδα μια αυστηρή προειδοποίηση / ρήτρα:  

«Είναι απολύτως απαραίτητο οι καλλιτέχνες να λάβουν πλήρη γνώση της σκηνοθεσίας [εδώ] και συμμορφωθούν με αυτήν... Η Διεύθυνση δεν πρέπει να επιτρέψει καμία απολύτως τροποποίηση... σύμφωνα με το καπρίτσιο του ενός ή του άλλου καλλιτέχνη».  

Όποιο θέατρο παραβίαζε το εγχειρίδιο, αντιμετώπιζε βαριές οικονομικές ρήτρες και τον κίνδυνο να μην του επιτραπεί ποτέ ξανά να ανεβάσει έργο του Βέρντι.

3. Δημόσιος εξευτελισμός και σαρκασμός

Όταν οι τραγουδιστές ή οι σκηνοθέτες προσπαθούσαν να εισάγουν «μοντέρνες» ιδέες ή ρεαλιστικά τεχνάσματα που δεν ταίριαζαν με το όραμά του, ο Βέρντι τους έκοβε απότομα.  

·         Όταν ο διάσημος βαρύτονος Βικτόρ Μορέλ (ο πρώτος Ιάγος) επιχείρησε να γράψει ένα δικό του, πιο ευέλικτο εγχειρίδιο σκηνοθεσίας για τον Οθέλλο, ο Βέρντι τον απέκρουσε αμέσως, χαρακτηρίζοντας τις ιδέες του υποτιμητικά ως "trop moderne" (υπερβολικά μοντέρνες).  

·         Αν κάποιος τραγουδιστής παραπονιόταν για μια σκηνοθετική οδηγία ή προσπαθούσε να αλλάξει τη θέση του στη σκηνή για να εντυπωσιάσει το κοινό, ο Βέρντι τον αντικαθιστούσε χωρίς δεύτερη σκέψη, ακόμα κι αν επρόκειτο για το μεγαλύτερο αστέρι της εποχής.

Για τον Βέρντι, ο σκηνοθέτης και ο τραγουδιστής δεν ήταν «συν-δημιουργοί», αλλά υπηρέτες του κειμένου και της μουσικής.  

Ένα από τα πιο επικά και ακραία παραδείγματα στην ιστορία της μουσικής είναι η κατά μέτωπο σύγκρουση του Βέρντι με τη λογοκρισία της Νάπολης και το θέατρο Teatro San Carlo το 1857-1858 για την όπερα που σήμερα γνωρίζουμε ως Ένας Χορός Μεταμφιεσμένων (Un ballo in maschera).  

Η σύγκρουση αυτή έφτασε στα δικαστήρια, προκάλεσε λαϊκές διαδηλώσεις στους δρόμους και ανάγκασε τον Βέρντι να σπάσει το συμβόλαιό του.  

Το χρονικό της άγριας σύγκρουσης

Ο Βέρντι είχε συμφωνήσει να γράψει μια όπερα βασισμένη στην πραγματική ιστορία της δολοφονίας του Βασιλιά Γουστάβου Γ΄ της Σουηδίας το 1792.  

1.    Η απόλυτη απαγόρευση: Όταν ο Βέρντι έφτασε στη Νάπολη με το προσχέδιο, η λογοκρισία έπαθε σοκ. Λίγες εβδομάδες πριν, είχε γίνει μια πραγματική απόπειρα δολοφονίας κατά του Αυτοκράτορα Ναπολέοντα Γ΄ στο Παρίσι. Οι αρχές της Νάπολης απαγόρευσαν ρητά την παρουσίαση της δολοφονίας ενός μονάρχη πάνω στη σκηνή.  

2.    Η «ευνουχισμένη» εκδοχή: Οι λογοκριτές πήραν το έργο και το άλλαξαν ριζικά. Απαίτησαν ο βασιλιάς να γίνει ένας απλός ευγενής, η δράση να μεταφερθεί στον Μεσαίωνα, να κοπούν βασικές σκηνές και η δολοφονία (αν γινόταν) να συμβεί εκτός σκηνής.  

3.    Η έκρηξη του Βέρντι: Ο Βέρντι εξοργίστηκε. Αρνήθηκε κατηγορηματικά να αλλάξει έστω και μία λέξη ή σκηνοθετική οδηγία, δηλώνοντας ότι οι αλλαγές αυτές κατέστρεφαν τη μουσική και το δράμα. Είπε χαρακτηριστικά ότι δεν πρόκειται να δεχτεί το «ευνουχισμένο» του έργο.

4.     

Η δικαστική μάχη και η εξέγερση του κοινού

Το θέατρο Teatro San Carlo, έχοντας ήδη πουλήσει εισιτήρια, έκανε μήνυση στον Βέρντι για αθέτηση συμβολαίου, ζητώντας ένα τεράστιο χρηματικό ποσό ως αποζημίωση και απειλώντας τον με φυλάκιση.  

Ο Βέρντι δεν λύγισε:

·         Απάντησε με αντι-μήνυση κατά του θεάτρου για ζημία της καλλιτεχνικής του φήμης.

·         Ο λαός της Νάπολης πήρε το μέρος του συνθέτη. Οι δρόμοι γέμισαν με το σύνθημα "Viva V.E.R.D.I.!" (το οποίο, εκτός από το όνομά του, ήταν ένα κρυφό επαναστατικό ακρωνύμιο για τον μελλοντικό βασιλιά της ενωμένης Ιταλίας: Vittorio Emanuele Re D'Italia).

·          

Η κατάληξη

Βλέποντας την κοινωνική αναταραχή, το δικαστήριο συμβίβασε την κατάσταση. Ο Βέρντι κατάφερε να σπάσει το συμβόλαιο, πήρε την όπερά του και έφυγε οριστικά από τη Νάπολη.   

Για να καταφέρει τελικά να ανεβάσει το έργο στο Teatro Apollo της Ρώμης το 1859, δέχτηκε μόνο έναν ακραίο σκηνοθετικό συμβιβασμό: μετέφερε ολόκληρη την ιστορία στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, μετατρέποντας τον Σουηδό Βασιλιά σε Κυβερνήτη της αποικιακής Βοστώνης στην Αμερική (Riccardo, Conte di Warwick), κρατώντας όμως τη μουσική και τη δραματική δομή ακριβώς όπως τις ήθελε

Η ιστορία με τον Ριγκολέτο (Rigoletto) είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική περίπτωση όπου η ιταλική επαρχιακή λογοκρισία, θέλοντας να εκδικηθεί τον ανυπότακτο Βέρντι, παραμόρφωσε το έργο του, αλλάζοντας ακόμα και το όνομα της όπερας.  

Μετά την τεράστια επιτυχία της επίσημης πρεμιέρας στη Βενετία το 1851, πολλά επαρχιακά θέατρα (ιδιαίτερα στην κεντρική και νότια Ιταλία που βρισκόταν υπό τον έλεγχο του Πάπα και των Βουρβόνων) αρνήθηκαν να ανεβάσουν μια όπερα με ήρωα έναν καμπούρη που ζητά να δολοφονήσει έναν ευγενή.  

Για να «τιμωρήσουν» τον Βέρντι και να προστατεύσουν τα χρηστά ήθη, οι λογοκριτές μετονόμασαν την όπερα σε επαρχιακά θέατρα (όπως στη Φλωρεντία και την Μπολόνια) σε Βισκαρδέλο (Viscardello). Σε άλλες περιοχές παίχτηκε ως Λιονέλο (Lionello) ή ακόμη και ως Κλάρα της Πέρθης (Clara di Perth).    

Οι αλλαγές που εξόργισαν τον Βέρντι

Στην έκδοση Viscardello, οι λογοκριτές δεν άλλαξαν μόνο τον τίτλο, αλλά κατέστρεψαν τη δραματική δομή:  

·         Ο καμπούρης jester Ριγκολέτο έγινε ένας συνηθισμένος, αρτιμελής αυλικός με το όνομα Βισκαρδέλο.

·         Ο ακόλαστος Δούκας μετατράπηκε σε έναν σχεδόν ευγενή χαρακτήρα.

·         Το πιο εξωφρενικό: Άλλαξαν το φινάλε. Επειδή η δολοφονία της νεαρής Τζίλντα μέσα στο σακί θεωρήθηκε υπερβολικά μακάβρια και «ανήθικη», άλλαξαν τους στίχους στο τέλος. Η Τζίλντα δεν πέθαινε, αλλά με μια «θεϊκή παρέμβαση» ξυπνούσε, και ο πατέρας της αναφωνούσε: «Τζίλντα μου! Ζήσε! Ω, έλεος του Ουρανού!».  

Η αντίδραση του Βέρντι: Οργή και σαρκασμός

Ο Βέρντι έγινε έξαλλος όταν έμαθε για αυτές τις «παραμορφώσεις». Καθώς εκείνη την εποχή δεν υπήρχε ενιαίος νόμος περί πνευματικών δικαιωμάτων σε όλη την κατακερματισμένη Ιταλία, δεν μπορούσε πάντα να σταματήσει τις παραστάσεις στα μικρά επαρχιακά θέατρα.  

Αντέδρασε όμως με τρεις τρόπους:

1.    Γραπτός διασυρμός των ιμπρεσάριων: Έστειλε οργισμένες επιστολές, καταγγέλλοντας δημόσια τα θέατρα. Έγραψε το περίφημο:

«Αυτοί οι ιμπρεσάριοι ακόμα δεν έχουν καταλάβει ότι όταν οι όπερες δεν δίνονται όπως δημιουργήθηκαν... είναι καλύτερο να μην εκτελούνται... Φανταστείτε τι συμβαίνει αν αλλάξεις την πλοκή!».

 

2.    Το παράδειγμα με το «μαύρο κορδόνι»: Σε μια επιστολή προς τον φίλο του και γλύπτη Βιντσέντζο Λουκάρντι, ο Βέρντι χρησιμοποίησε μια πανέμορφη μεταφορά για να δείξει πόσο γελοία ήταν η λογοκρισία:

«Πώς θα σου φαινόταν αν κάποιος έδενε ένα μαύρο κορδόνι γύρω από τη μύτη ε

3.    Ο ειρωνικός όρος στα συμβόλαια: Άρχισε να απαιτεί στα επόμενα συμβόλαιά του, αν ένα θέατρο επέμενε να αλλάξει το κείμενο, να αναγράφεται υποχρεωτικά στη μακέτα και το πρόγραμμα της παράστασης: «Στίχοι και μουσική από... [Όνομα του Λογοκριτή]», αφήνοντας το δικό του όνομα εκτός, ώστε να ξεμπροστιάζει την αμορφωσιά των αρχών.  

Ο Βέρντι δικαιώθηκε πανηγυρικά λίγα χρόνια αργότερα. Με την Unification of Italy (Ιταλική Ενοποίηση), η τοπική λογοκρισία καταργήθηκε, ο Viscardello εξαφανίστηκε για πάντα στα σκουπίδια της ιστορίας και ο Ριγκολέτο επέστρεψε θριαμβευτικά με το αληθινό του όνομα και το αυθεντικό, τραγικό του φινάλε.  

Για να περάσει ο Ριγκολέτο από την αυστηρή αυστριακή λογοκρισία της Βενετίας το 1851, ο Βέρντι και ο λιμπρετίστας του, Φραντσέσκο Μαρία Πιάβε, χρειάστηκε να παίξουν ένα ρισκοarray παιχνίδι στρατηγικής, κρύβοντας επαναστατικά και πολιτικά μηνύματα «κάτω από τη μύτη» των αρχών.

Οι Αυστριακοί είχαν καταλάβει ότι ο Βέρντι ήταν το πολιτικό σύμβολο της ιταλικής αντίστασης (Risorgimento). Αρχικά, απέρριψαν το έργο τελείως, χαρακτηρίζοντάς το «αποτρόπαιο δείγμα ανηθικότητας και ανούσιας βλασφημίας», επειδή έδειχνε έναν βασιλιά (τον Φραγκίσκο Α΄ της Γαλλίας, στο αρχικό θεατρικό του Βίκτωρος Ουγκό) ως απόλυτο τύραννο, ακόλαστο και γυναικά.

Ο Βέρντι έκανε μερικές στρατηγικές υποχωρήσεις στο κείμενο, αλλά χρησιμοποίησε τη μουσική ως το απόλυτο πολιτικό όπλο για να περάσει το μήνυμα στο κοινό.

Η υποβάθμιση του Μονάρχη σε «Δούκα» (Το Μεγάλο Κόλπο)

Για να ηρεμήσει τους Αυστριακούς που δεν δέχονταν τη δολοφονία ενός Βασιλιά, ο Βέρντι δέχτηκε να αλλάξει τον τίτλο του χαρακτήρα. Ο Βασιλιάς της Γαλλίας έγινε ο Δούκας της Μάντοβα και η δράση μεταφέρθηκε στο παρελθόν.

Για το κοινό της Βενετίας, όμως, αυτό ήταν ένα ξεκάθαρο πολιτικό μήνυμα: Η Μάντοβα ήταν μια ιταλική πόλη που εκείνη την εποχή βρισκόταν υπό την άμεση και σκληρή κατοχή της Αυστριακής Αυτοκρατορίας. Παρουσιάζοντας τον ηγεμόνα της Μάντοβα ως έναν ανήθικο, αλαζόνα τύραννο που καταστρέφει τις ζωές των απλών Ιταλών, ο Βέρντι φωτογράφιζε απευθείας τους Αυστριακούς κατακτητές.

Το "La donna è mobile" ως πολιτική ειρωνεία

Η παγκοσμίως διάσημη άρια "La donna è mobile" (Φτερό στον άνεμο γυναίκα μοιάζει) ακούγεται σήμερα σαν ένα ανάλαφρο, χαρούμενο τραγούδι. Στην πραγματικότητα, ο Βέρντι έκανε κάτι ιδιοφυές:

·         Έντυσε τον απόλυτο κυνισμό του τυράννου με έναν πιασάρικο, στρατιωτικό ρυθμό μπάντας (march-like).

·         Καθώς ο Δούκας τραγουδά με αλαζονεία ότι οι γυναίκες αλλάζουν γνώμη (ενώ ο ίδιος είναι αυτός που τις εκμεταλλεύεται και τις παρατά), η μουσική υπογραμμίζει την επιπολαιότητα και την έλλειψη ηθικής της εξουσίας.

·         Ο Βέρντι ήξερε ότι το κοινό θα ταυτιστεί με την οργή του Ριγκολέτο. Μάλιστα, ο συνθέτης κράτησε τη μελωδία αυτή κρυφή από τους πάντες (ακόμα και από τον τενόρο) μέχρι την τελευταία πρόβα, για να μην διαρρεύσει στους δρόμους και την απαγορεύσει η λογοκρισία πριν την πρεμιέρα.

Η Μουσική Αναπαράσταση της Καταπίεσης: Η Κατάρα (Maledizione)

Η όπερα αρχικά επρόκειτο να ονομαστεί La Maledizione (Η Κατάρα). Η λογοκρισία σοκαρίστηκε από τη θρησκευτική και πολιτική διάσταση της λέξης. Ο Βέρντι άλλαξε τον τίτλο σε Ριγκολέτο, αλλά έβαλε την Κατάρα στο επίκεντρο της μουσικής.

Το έργο ξεκινά με ένα σκοτεινό, επαναλαμβανόμενο μουσικό θέμα (ένα μοτίβο στην τρομπέτα και το τρομπόνι) που αντιπροσωπεύει την κατάρα του Κόμη Μοντερόνε προς τον τύραννο Δούκα και τον Ριγκολέτο. Ο Μοντερόνε φυλακίζεται επειδή ύψωσε το ανάστημά του ενάντια στον ηγεμόνα. Για τους Ιταλούς θεατές, ο Μοντερόνε ήταν ο πολιτικός μάρτυρας, ο πατριώτης που φυλακίζεται από τους ξένους δυνάστες, και η μουσική του Βέρντι έκανε την καρδιά του κοινού να χτυπά με επαναστατικό πάθος.

Όταν η αυλαία έπεσε στην πρεμιέρα του Teatro La Fenice, οι Αυστριακοί αξιωματούχοι χειροκροτούσαν την «όμορφη μουσική», χωρίς να συνειδητοποιούν αμέσως ότι το κοινό της Βενετίας είχε μόλις παρακολουθήσει ένα μανιφέστο κατά της απολυταρχίας και της ξένης κατοχής.

Το σύνθημα "Viva V.E.R.D.I.!" υπήρξε το πιο ευφυές, «κρυπτογραφημένο» πολιτικό γκράφιτι στην ιστορία της Ευρώπης. Κατά τη δεκαετία του 1850, οι τοίχοι του Μιλάνου, της Βενετίας, της Μπολόνια και της Ρώμης γέμιζαν μέσα στη νύχτα με αυτό το όνομα, μετατρέποντας τον Τζουζέπε Βέρντι στον απόλυτο, αν και άθελό του, ηγέτη της Ιταλικής Ενοποίησης (Risorgimento).

Οι Αυστριακοί κατακτητές και οι τοπικές αστυνομίες έβλεπαν το σύνθημα και δεν μπορούσαν να συλλάβουν κανέναν, αφού οι πολίτες ισχυρίζονταν ότι απλώς επευφημούσαν τον αγαπημένο τους συνθέτη της όπερας. Στην πραγματικότητα, το όνομα VERDI ήταν ένα πολιτικό ακρωνύμιο με βαθύ επαναστατικό νόημα.

Η αποκωδικοποίηση του συνθήματος

Κάθε γράμμα του ονόματος του συνθέτη αντιπροσώπευε την κρυφή ελπίδα των Ιταλών για ελευθερία και ένωση κάτω από έναν κοινό, Ιταλό μονάρχη:

·         Viva (Ζήτω)

·         Emanuele (Εμμανουήλ)

·         Re (Βασιλιάς)

·         D' (της)

·         Italia (Ιταλίας)

Το σύνθημα σήμαινε ξεκάθαρα: «Ζήτω ο Βίκτωρ Εμμανουήλ, ο Βασιλιάς της Ιταλίας!». Ο Βίκτωρ Εμμανουήλ Β΄ ήταν τότε ο φιλελεύθερος βασιλιάς του Πεδεμοντίου-Σαρδηνίας, του μοναδικού ανεξάρτητου ιταλικού κράτους που πολεμούσε για να διώξει τους Αυστριακούς και να ενώσει τη χώρα.

Πώς αντέδρασε ο ίδιος ο Βέρντι;

Ο Βέρντι ήταν βαθιά πατριώτης και υποστηρικτής της ενοποίησης, αλλά ταυτόχρονα ήταν ένας άνθρωπος πρακτικός, χαμηλών τόνων, που ενοχλούνταν από την υπερβολική πολιτική εκμετάλλευση του ονόματός του.

Η αμηχανία: Συχνά ένιωθε άβολα, καθώς ήθελε ο κόσμος να πηγαίνει στα θέατρα για τη μουσική και το δράμα του, και όχι για να κάνει πολιτικές διαδηλώσεις. Φοβόταν ότι η πολιτική φόρτιση θα έκανε τη λογοκρισία ακόμη πιο σκληρή απέναντι στα έργα του (όπως και έγινε).

Η αποδοχή: Παρά τις επιφυλάξεις του, δεν αποποιήθηκε ποτέ τον ρόλο του. Όταν η Ιταλία τελικά ενώθηκε το 1861, ο πρώτος Πρωθυπουργός της χώρας, ο Κόμης Καβούρ, ζήτησε προσωπικά από τον Βέρντι να θέσει υποψηφιότητα για τις εκλογές.

Ο Βέρντι ως Πολιτικός: Ο Βέρντι εξελέγη μέλος του πρώτου Ιταλικού Κοινοβουλίου το 1861. Αν και σπάνια μιλούσε στις συνεδριάσεις και ένιωθε έξω από τα νερά του, η παρουσία του εκεί ήταν η ζωντανή επιβεβαίωση ότι το σύνθημα στους τοίχους είχε γίνει πραγματικότητα.

Όταν ο Βέρντι έφυγε από τη ζωή, το 1901, εκατοντάδες χιλιάδες Ιταλοί πλημμύρισαν τους δρόμους του Μιλάνου τραγουδώντας το "Va, pensiero" (το περίφημο χορωδιακό των Εβραίων σκλάβων από τον Ναμπούκο). Δεν αποχαιρετούσαν μόνο έναν μεγάλο συνθέτη, αλλά τον άνθρωπο που, μέσα από τις σημειώσεις, τις οδηγίες και το όνομά του, τους έμαθε τι σημαίνει να είσαι ελεύθερος.

https://thefineartsingreece.blogspot.com/2026/10/blog-post_914.html