Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

Συλλογικό έργο: «Κώστας Μουντάκης: Αναδρομή»

 


Τον Κώστα Μουντάκη τον ξέρει όποιος γνωρίζει την κρητική μουσική. Οι υπόλοιποι τον μαθαίνουμε τώρα μέσα από το βιβλίο που προήλθε από τη συνεργασία του γιου του, του Μάνου Μουντάκη, του Θεμιστοκλή Παντελόπουλου και του εκδότη Θανάση Συλιβού.

Ο Μάνος Μουντάκης έγραψε τον Πρόλογο και μέσα σε τρεις σελίδες συνόψισε τη ζωή του μεγάλου καλλιτέχνη πατέρα του, που άφησε το στίγμα του στην κρητική μουσική αλλά και μια μεγάλη σελίδα στη βίβλο της ελληνικής παράδοσης. Ο Θεμιστοκλής Παντελόπουλος συνέθεσε με ψυχική ευγένεια τη βιογραφία και σεβάστηκε την ντοπιολαλιά του χειρογράφου. Την έκδοση, με τη συμπλήρωση των 100 χρόνων από τη γέννηση του Κώστα Μουντάκη, ανέλαβε ο εκδότης Θανάσης Συλιβός. Και στους τρεις αξίζουν συγχαρητήρια, που με το βιβλίο αυτό κάνουν γνωστό έναν μεγάλο καλλιτέχνη στο ευρύτερο κοινό.

Σαν τα παλιά καλά μυθιστορήματα, το βιβλίο γεννήθηκε με έναν θαυματουργό τρόπο, που δεν είναι όμως επινοημένος, αλλά αληθινός. Ο Κώστας Μουντάκης είχε καταγράψει ο ίδιος την αυτοβιογραφία του σε ένα τετράδιο. Αυτό το τετράδιο, του οποίου την ύπαρξη αγνοούσε, βρήκε τυχαία στο πατάρι του σπιτιού ο Μάνος. Χρειάστηκαν δύο μήνες για να το διαβάσει ολόκληρο και να το ξαναδιαβάσει και να μάθει ποιος ήταν ο πατέρας του. Και είναι αυτή η ευκαιρία για να δει από την απόσταση του χρόνου την πραγματική αξία του ανθρώπου που κρατούσε τη λύρα στα χέρια σαν ευαγγέλιο και τώρα ο Μάνος σαν ευαγγέλιο κρατάει το τετράδιο που έγινε βιβλίο.

Συγκεκριμένα, το τετράδιο ολόκληρο βρίσκεται μέσα στο βιβλίο. Στην αριστερή σελίδα το χειρόγραφο, ευανάγνωστο και ορθογραφημένο. Ο Μάνος Μουντάκης στον Πρόλογό του μας δίνει τα βασικά χαρακτηριστικά του πατέρα του, τις συνθήκες μέσα στις οποίες μεγάλωσε, την αγάπη του για την Κρήτη και για τη μουσική. Αφηγείται με δέος την ιστορία του, με ευγνωμοσύνη προς τη γενέτειρα και ένα αίσθημα σεβασμού, αξιοπρέπειας και αγάπης για την Κρήτη, την ανθρώπινη ζωή και τον πολιτισμό του νησιού. Ο Κώστας Μουντάκης, τονίζει ο Μάνος, είχε «πραότητα, ευγένεια, σεβασμό, φιλότιμο, ειλικρίνεια, αλλά κυρίως απέραντη αγάπη για την Κρήτη. Οτιδήποτε κι αν έκανε είχε γνώμονα την Κρήτη... Η Κρήτη ήταν η μεγάλη του αγάπη».

Ήθελε να γίνει, και έγινε, κομμάτι της μεγάλης κρητικής παράδοσης.

Έμεινε ορφανός στις 80 μέρες από τη γέννησή του. Ο πατέρας του τον είχε τάξει στον Άγιο Κωνσταντίνο στο Αρκάδι, ήθελε να γεννηθεί αγόρι και να πάει παραγιός σαράντα μέρες σε μοναστήρι· και πήγε. Η διαμονή του εκεί ήταν μεγάλο σχολείο. Ο Κώστας σεβόταν και αγαπούσε το Αρκάδι, την ιστορία του οποίου τραγούδησε στον δίσκο του Ο Μεγάλος Κρητικός.

Με τον θάνατο του πατέρα, η πολυμελής οικογένεια είχε να αντιμετωπίσει τη φτώχεια. Ο Μουντάκης τελείωσε μόνο το Δημοτικό, ήταν μελετηρός και καλός μαθητής, πράγμα που φαίνεται στο χειρόγραφό του. Θεωρούσε τον κατασκευαστή της λύρας Σταγάκη διαμορφωτή του κρητικού ήχου. «Εμείς δεν είμαστε παρά οι απόστολοι του Σταγάκη για τη λύρα του», έλεγε. Υπήρξε και χωροφύλακας και με την ιδιότητα αυτή γνώρισε όλη την Κρήτη και τη μουσική της... Στην Αθήνα μετατέθηκε στην Υπηρεσία Υψηλών Προσώπων και παράλληλα έπαιζε λύρα σε σημαντικά μαγαζιά. Υπηρέτησε στην εταιρεία λιπασμάτων, παντρεύτηκε, απέκτησε τον Μάνο και του αγόρασε πιάνο. Πατέρας και γιος διαγκωνίζονταν ποιος θα κάτσει στο πιάνο: «Σήκω εσύ να κάτσω εγώ». Στο τέλος, συνεργάστηκαν η λύρα με το πιάνο. Με πρόγραμμα της ΕΡΤ ταξίδεψε στην Ινδία το 1976 και με προτροπή της Ελένης Καραΐνδρου δίδαξε λύρα στην γκαλερί Ώρα και έπειτα σε όλη την Κρήτη.

Δεξιοτέχνης, τραγούδησε όλα τα είδη, ήθελε να σώσει τον κρητικό ήχο («Α! να σώσω αυτόν τον ήχο», έλεγε ο γεννημένος στην Κρήτη, Οδυσσέας Ελύτης) και ήθελε ακόμα να καταγράψει όλα τα σημαντικά γεγονότα που έζησε. Ήθελε να γίνει, και έγινε, κομμάτι της μεγάλης κρητικής παράδοσης, δημιούργησε το «ύφος Μουντάκη» και ήταν σημείο αναφοράς στον Κρητικό Κύκλο. Ήταν πολύπλοκος και ευαίσθητος. Τηρούσε το αρχαίο ελληνικό μέτρο στη δουλειά του· μια «θαυμαστή ισορροπία». «Ήταν ένας γενναιόδωρος και απλός άρχοντας, γεμάτος καλοσύνη και οράματα. Ένας ιδανικός πατέρας».

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Ο Παντελόπουλος, στο δικό του κείμενο, μιλάει για τα έργα του Μουντάκη, δίνει τους τίτλους, σχολιάζει τη διάδοση της μουσικής του σε όλον τον κόσμο, την αγιοποίηση των καλλιτεχνών – και φυσικά έχει δίκιο, γιατί για μερικούς ισχύει πως είναι «οι δικοί μας άγιοι».

Ο συγκεκριμένος «άγιος» άρχισε να γράφει μάλλον στα 59 του χρόνια, όταν πια ήταν καταξιωμένος. Τον απασχολούσε η καθιέρωση της κρητικής μουσικής στα ωδεία της Κρήτης και της Αθήνας και είχε μεγάλη έγνοια για τη συμπερίληψή της σε ένα πλαίσιο του «λόγιου» κόσμου και όχι του «δήθεν». Ο Μουντάκης δίδαξε πολλά χρόνια, τιμήθηκε πολλές φορές, έδωσε συναυλίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Τελευταία του ηχογράφηση ήταν το Στον Ψηλορείτη θ’ ανεβώ. Και οΠαντελόπουλος υπογράφει: «με τρεμάμενη την ύπαρξή μου ολόκληρη και με βαθύτατο δέος».

Ο προπάππος του, ο Σφακιανομιχάλης, λέει, σκοτώθηκε από τους Τούρκους στο Φραγκοκάστελο των Σφακίων, 18 Μάη του 1827. Ο πατέρας του, Νικόλαος Μουντάκης, πέθανε τον Απρίλη του 1926. Η οικογένεια μεγάλωνε με στερήσεις και ορφάνια. Η φωτογραφία με τα παιδιά του δημοτικού –έξι κορίτσια και πάρα πολλά αγόρια– βεβαιώνουν με την εμφάνισή τους του λόγου το ασφαλές. Στην Ε’ Δημοτικού άρχισε να τραγουδά και να χορεύει· δεν λέει με δίδασκε ο... αλλά με διάβαζε ο... και όλοι τους ήταν καλοί... Ποτέ δεν ανταπέδιδε τον χλευασμό, αντιμετώπιζε με καρτερία κάθε πρόκληση, έδινε τόπο στην οργή, που λέμε, «Μην κοιτάζεις τι κάνει ο άλλος για σένα. Εσύ τι θα κάνεις γι’ αυτόν...». Ανάμεσα στα σημαντικά της ζωής του είναι το ότι αντικατέστησε τον αδελφό τους στη Φορτέτσα για σαράντα μέρες. Για να αγοράσει μια λύρα απαιτούνταν «ένα αρνί και πέντε οκάδες τυρί». Κάνει λόγο για το σεμνό ύφος του χορού, «το κέντημα του ζάλου... να παίρνεις σαν χορευτής μελωδία και ρυθμό και να τη μεταφέρεις στο πάτωμα, φθιάχνοντας γαϊτανοκέντημα και ζωγραφιά σε κάθε ζάλο».

Με τέτοιες αφηγήσεις, ιστορικές και οικογενειακές αναμνήσεις, με το συγκινητικό χειρόγραφο και απέναντι το έντυπο, με τις φωτογραφίες που υπομνηματίζουν, τεκμηριώνουν και επικυρώνουν τα λόγια του, κλείνει το βιβλίο για τον Κώστα Μουντάκη, που ήταν γεννημένος «μερακλής» καλλιτέχνης, που έπαιζε λύρα και ανοίγαν οι ουρανοί «με τους δακτυλισμούς και τα όμορφα γυρίσματα, τους αυτοσχεδιασμούς και τα γλυκά μοτίβα τους».

 

Κώστας Μουντάκης: Αναδρομή
Επετειακή έκδοση για τα 100 χρόνια από τη γέννησή του (1926-2026)
Συλλογικό έργο
Μετρονόμος
112 σελ.
ISBN 978-618-5963-16-3
Τιμή €15,90

Η Ανθούλα Δανιήλ είναι δρ Φιλολογίας, συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας, μέλος της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών και μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

https://diastixo.gr/kritikes/texnes/27092-syllogiko-ergo-kostas-mountakis-anadromi


https://diastixo.gr




Έρση Σωτηροπούλου: «Σενιορίτα»

 


Η Έρση Σωτηροπούλου κατορθώνει να ξαφνιάζει τους αναγνώστες της με κάθε καινούριο βιβλίο της, παρά τα διαμορφωμένα από καιρό σταθερά κύρια χαρακτηριστικά του έργου της, έναν συνδυασμό σκοτεινού χιούμορ, τολμηρού λεξιλογίου, ανατροπής της καθημερινότητας, φεμινιστικού προβληματισμού, μαζί με το μοτίβο του ταξιδιού, της ψυχικής περιπλάνησης και της αναζήτησης. Απροσδόκητοι άνθρωποι και απροσδόκητες καταστάσεις ανατέμνονται με μια λοξή ματιά άλλοτε ψυχρής αποστασιοποίησης, άλλοτε παρηγορητικής κατανόησης των συναισθηματικών τραυμάτων.

Ο τίτλος και το εξώφυλλο της πρόσφατης νουβέλας της μας οδηγούν κατευθείαν στη Γιορτή των νεκρών στο Μεξικό (όπου διαδραματιζόταν και το μυθιστόρημά της Μεξικό, 1982). Τη μέρα αυτή, σε πολλές χώρες της Κεντρικής Αμερικής γιορτάζεται η παροδική επιστροφή στη ζωή αγαπημένων προσώπων με ξέφρενους χορούς και μουσική, με επισκέψεις στα νεκροταφεία, τρομακτικές νεκρικές μάσκες – ένας συνδυασμός της χαράς της ζωής και του εξορκισμού της φρίκης του θανάτου. Πρόκειται για ένα αρχετυπικό καρναβάλι, όπως όρισε τα χαρακτηριστικά του μέσα στη λογοτεχνία ο Μ. Μπαχτίν: βιωματική συμμετοχή όλων, ανατροπή κάθε τάξης και ιεραρχίας, έμφαση στο σώμα, στις ανάγκες και τις επιθυμίες του, ασέβεια και ελευθεροστομία, εναλλαγή ταυτοτήτων, γέλιο, έρωτας, ζωή και θάνατος.[1]

Η κεντρική ηρωίδα, μια Ελληνίδα που βρίσκεται στο Μεξικό, παρακούοντας τη συμβουλή της φίλης της να μην κυκλοφορεί όταν βραδιάζει, βγαίνει έξω και φτάνει στην «κακή πλευρά της Avenida», εκεί που ο κίνδυνος παραμονεύει. Ποιος κίνδυνος; Για την ίδια, ο φόβος και το κακό είναι ήδη γνωστά. Η πρώτη φράση του κειμένου είναι καθηλωτική: «Το πρόβλημα είναι οι γιατροί, όχι ο καρκίνος» (9). Θαρραλέο ξεκίνημα το να ονομάσεις μιαν αρρώστια για την οποία κυριαρχεί ακόμη η μυστικότητα και ο μεταφορικός λόγος.[2]

Απροσδόκητοι άνθρωποι και απροσδόκητες καταστάσεις ανατέμνονται με μια λοξή ματιά άλλοτε ψυχρής αποστασιοποίησης, άλλοτε παρηγορητικής κατανόησης των συναισθηματικών τραυμάτων.

Ωστόσο, η γυναίκα μοιάζει να βρίσκεται σε σύγχυση. Η συνεχής εναλλαγή από το τρίτο στο πρώτο πρόσωπο αποδίδει από τη μια την αποστασιοποιημένη αφήγηση και από την άλλη τη φωνή της ηρωίδας μέσα στην οποία, όχι πάντα καθαρά, περιέχεται και ο λόγος των άλλων (συχνά ακούγεται και ο λόγος της συγγραφέα με τα ενδολογοτεχνικά παιχνίδια της): «Κάτι είχε σφηνωθεί σαν κουκούτσι στο μυαλό της και περίμενε κρυμμένο. Και πιο πριν; Τι σκεφτόταν τη στιγμή που ξεπήδησε η φράση; Κενό. Δεν θυμόταν τίποτα. […] Πώς κατέληξα εδώ, αναρωτήθηκε» (11). Όλα όσα βλέπει ή ζει της φαίνονται ακατανόητα: «Μα πώς της ήρθε; Τι είχε στον νου της όταν μπήκε στην taqueria, […] Και πιο πριν; […] Αδύνατον να θυμηθεί. Και λίγο πιο πριν; […] Και ακόμα λίγο πιο πριν; Όλα είχαν σβήσει. Και πριν από το πριν; Τίποτα. Δεν υπήρχε τίποτα. Είδε τον καρκίνο σαν ένα μεγάλο χιονάνθρωπο με απλανές βλέμμα και τους γιατρούς μικροσκοπικούς σαν μελισσούλες να ζουζουνίζουν γύρω του. Ο σιωπηλός χιονάνθρωπος μεταμορφωνόταν αδιάκοπα, γινόταν ουρανός, δράκος, ποντίκι, μεγάλωνε, μίκραινε, κοβόταν στα δυο. Εξαφανιζόταν, τριπλασιαζόταν, αόρατος, ακέφαλος, διχοτομημένος, έλιωνε, φούντωνε, πυρακτωνόταν, πέθαινε, ανασταινόταν και δώσ’ του οι μελισσούλες να στροβιλίζονται» (12-13). Αυτή η τρομαχτική μεταφορά για έναν καρναβαλικό βασιλιά, που σου παγώνει το αίμα μόλις συνειδητοποιήσεις ποιον εκπροσωπεί (33), διαλύεται από τις απροσδόκητες εικόνες της φτωχικής γειτονιάς και τους ήχους από εκκλησιαστική μουσική ως κάθε λογής τραγούδια. Υπάρχει, εξάλλου, με το τέλος του καρναβαλιού και η παρηγορητική αποκαθήλωση και το κάψιμο του βασιλιά.

Η ηρωίδα προσπαθεί να παραμείνει στο παρόν, παρακολουθώντας τα πρόσωπα άγνωστων περαστικών, γυναίκες που περνούν, δυο μικρά κορίτσια, που χαϊδεύονται με την ίδια λαιμαργία που καταβροχθίζουν ένα φρούτο, έναν ζητιάνο ή ίσως σαμάνο (μάγος, ιερέας, που επικοινωνεί με τα πνεύματα), μια παρέα ανδρών που αλληλοπειράζονται, ακόμη και το φανάρι που σταθερά αναβοσβήνει, δίνοντας έναν ρυθμό από τον οποίο πασχίζει να πιαστεί. Προσπαθεί να θυμηθεί, να απωθήσει όσα άσχημα βλέπει γύρω της ή να ξεχάσει;

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Αλλά αυτή η ανάμνηση, που με τόση δυσκολία ψάχνει να βρει τον δρόμο για την επιφάνεια, δεν αφορά την ίδια, όπως η αφήγηση αρχικά φαίνεται να εννοεί. Η πραγματικότητα, που αναδύεται μέσα από άλλες τραυματικές αναμνήσεις και εικόνες, είναι ακόμη πιο τραγική, πρόκειται για την αρρώστια και τον θάνατο του αγαπημένου άνδρα και για τη δική της ενοχή ότι δεν μπόρεσε να τον σώσει, αφού «το πρόβλημα είναι οι γιατροί». Από τα πιο διεισδυτικά σημεία του κειμένου η καταδικαστικά ειρωνική περιγραφή της διπλής σαν του Ιανού όψης των γιατρών, που η συμπεριφορά τους αλλάζει όταν βρίσκονται με ασθενείς και όταν γυρνούν στην ιδιωτικότητά τους. Γιατροί, φαρμακευτικές εταιρείες, τα φαρμακεία του ΕΟΠΥΥ φαίνονται να συμμετέχουν στο καρναβάλι, όπου βασιλεύει ο καρκίνος, και η αυθεντία και η εξουσία τους ανατρέπονται.

Σαν ένα ποτάμι τα συναισθήματα για εκείνον τον άνδρα, οι ιδέες, οι οδυνηρές διαπιστώσεις, την κατακλύζουν. «Ήταν βαθιά θιγμένος. Ταπεινωμένος. Ο θάνατος τον είχε προσβάλει» (58). Η αρρώστια, η θεραπευτική αγωγή, ο θάνατος, η ταφή με την κοινωνική τους διάσταση συγκρούονται με τη ζωογόνα καρναβαλική ελευθερία. Όσο παράλογη μοιάζει η γιορτή που τελειώνει γύρω της, τόσο παράταιρες είναι οι σκέψεις της, καθώς το παρόν της αντιστέκεται στο παρελθόν της. Τότε, όμως, θυμάται το ερωτικό τραγούδι «Sexual Healing», που άκουγαν στην αρχή της γνωριμίας τους. Το τραγούδι με την ιαματική του δύναμη διασχίζει τη γη και φτάνει στην ερημική πια Avenida, όπου τα δύο μικρά κορίτσια απολαμβάνουν με πάθος τον έρωτά τους.

Η Σωτηροπούλου γράφει για το πένθος, τις αναμνήσεις, τον έρωτα, εναλλάσσοντας το γκροτέσκο με την ποίηση, ντύνοντας την πραγματικότητα με υπερρεαλιστικά στοιχεία, αλλά και αποκαλύπτοντας τη σκληρή πλευρά της ζωής. Στην ιστορία της και στις αντιδράσεις της ηρωίδας της φαίνονται να ξετυλίγονται τα τυπικά πέντε στάδια του πένθους: η άρνηση με την αδυναμία της να θυμηθεί τον θάνατο, ο θυμός με τις ευθύνες που αποδίδει στους γιατρούς, η διαπραγμάτευση, καθώς αναρωτιέται για τις δικές της ευθύνες και πράξεις, η κατάθλιψη και, τέλος, η αποδοχή. Μιλώντας με πόνο, θυμό αλλά και θάρρος για το ανείπωτο: την αρρώστια, τον θάνατο και τη συμπόρευση μαζί τους, δημιουργεί έναν παράφορο θρήνο και μαζί δείχνει έναν δρόμο για την επανένωση με τη ζωή, «την παντοδυναμία του έρωτα μέσα στη δίνη της παροδικότητας».[3]

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Μιχαήλ Μπαχτίν, Ζητήματα της ποιητικής του Ντοστογιέφσκι, μτφρ. Αλεξ. Ιωαννίδου, Πόλις, Αθήνα 2000, σσ. 195-212.
[2] Σούζαν Σόντακ, Η νόσος ως μεταφορά. Το Aids και οι μεταφορές του, μτφρ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Στέφανος Ροζάνης, Ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 1993, σσ. 11-14.
[3] Η φράση της Έρσης Σωτηροπούλου: «Γράφω σημαίνει σκάβω, πετάω μπάζα» από συνέντευξη στον Γρηγόρη Μπέκο, Το Βήμα, 28.04.26.

[Η Έρη Σταυροπούλου είναι ομότιμη καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας.]

 

Σενιορίτα
Έρση Σωτηροπούλου
Εκδόσεις Πατάκη
72 σελ.
ISBN 978-618-07-1749-5
Τιμή 8,80€

https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/27093-ersi-sotiropoulou-seniorita


https://diastixo.gr


Χαρούκι Μουρακάμι: «Η πόλη και τα αβέβαια τείχη της»

 


Με ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα, ο μεγάλος Ιάπωνας συγγραφέας Χαρούκι Μουρακάμι μάς ταξιδεύει για μια ακόμα φορά σε ανοίκειους τόπους, άλλοτε ήμερους και άλλοτε σκληρούς. Λυρικός και ζοφερός ταυτόχρονα, ο Μουρακάμι χρησιμοποιεί και σε αυτό το βιβλίο τα κλασικά μοτίβα του, τη μοναξιά, και απέναντί της το δίπολο πραγματικότητας και μαγικού ρεαλισμού. Ο αναγνώστης ακολουθεί την πορεία του ήρωα στον δρόμο της απώλειας και της αυτογνωσίας. Το ποτάμι της ζωής του ήρωα, από την εφηβεία του ως την ενήλικη ζωή του, φαίνεται να μην πατάει σε νόρμες, τα τρελά νερά του μπορεί να είναι ακόμα και ανάδρομα.

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου, ο κεντρικός χαρακτήρας μοιάζει χαμένος όταν ο εφηβικός του έρωτας, μια όμορφη δεκαεξάχρονη κοπέλα, εξαφανίζεται από τη ζωή του, αναζητώντας μια φανταστική πόλη. Οι όμορφες εικόνες και σκέψεις με τη νεαρή αγαπημένη του να περπατά δίπλα του ξυπόλυτη, με το κρύο νερό να γλείφει τους αστραγάλους τους και τη λεπτή άμμο στον βυθό του ποταμού να τυλίγει τα πόδια τους σαν απαλά σύννεφα σε όνειρο, έχουν σβήσει. Τώρα πλέον πρέπει να κυνηγήσει το όνειρο στην πόλη όπου μετοίκησε η αγαπημένη του. Θα είναι όνειρο ή εφιάλτης;

Σύντομα ανακαλύπτει πως αυτή η πόλη είναι γεμάτη αντιφάσεις. Από τη μια, οι άνθρωποι ζουν ειρηνικά, χωρίς να γερνούν, ευχαριστημένοι από τη μονότονη ζωή τους, λιτοδίαιτα, χωρίς τίποτε περιττό. Εκεί δεν υπάρχουν ζώα, παρά μόνο όμορφοι μονόκεροι που υπακούν στο κέρας του Φύλακα και τον χειμώνα πεθαίνουν από την παγωνιά. Ειδυλλιακές οι αμμουδερές όχθες του ποταμού με τις ιτιές, όμως διαπιστώνει την έλλειψη μουσικής και συναισθημάτων, και είναι η ίδια πόλη που απαγορεύει την έξοδο στους κατοίκους και χρησιμοποιεί τον φόβο για να διατηρήσει την ισορροπία.

Λυρικός και ζοφερός ταυτόχρονα, ο Μουρακάμι χρησιμοποιεί και σε αυτό το βιβλίο τα κλασικά μοτίβα του.

Ο ήρωας, που δεν μπορεί να διαχειριστεί την απώλεια της αγαπημένης του, την ξαναβρίσκει εκεί. Αυτός είναι πλέον σαράντα ετών κι εκείνη ακόμα δεκαέξι. Το κυριότερο όμως, το κορίτσι δεν τον θυμάται. Μοιάζει χαμένος ανάμεσα στον έρωτα που είχε νιώσει και στον φανταστικό κόσμο που αποδέχτηκε, προκειμένου απλώς να τη βλέπει κάθε μέρα. «Δεν είσαι εσύ εκείνη. Το ξέρω. Εσύ, αυτή που ζει εδώ δεν ονειρεύεται και δεν αγαπάει κανέναν» (σελ. 135).

Η επανάληψη και οι εμμονές του ήρωα είναι το χαρακτηριστικό του πρώτου ονειρικού μέρους του βιβλίου. Ο Μουρακάμι χρησιμοποιεί μια γοητευτική γλώσσα και συνηθίζει να απλώνει το κείμενό του χωρίς να φοβάται το αποτέλεσμα, δεν τον ενδιαφέρει να γίνει περιεκτικός, γράφει χωρίς όρια.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, το κείμενο είναι λιγότερο λυρικό, περισσότερο προσγειωμένο και ολοκληρωμένο. Η πλοκή ανατρέπεται σταδιακά από τα δεδομένα, με την εμφάνιση του πρώην διευθυντή της βιβλιοθήκης και του έφηβου αναγνώστη με τις ειδικές ανάγκες. Εδώ οι χαρακτήρες αποκτούν μια στιβαρότητα και είναι αξιοπρόσεκτος ο τρόπος που χρησιμοποιεί ο Μουρακάμι για να δώσει την αληθινή διάσταση του εξωπραγματικού, με έναν ήρωα που δεν μοιάζει πια εγκλωβισμένος στον ορεινό τόπο όπου επέλεξε να ζει. Μπορεί πλέον να προσφέρει, να ερωτευτεί, να δώσει λύσεις, να κρυφτεί μακριά από τα ονειρεμένα τείχη. Αλλά ως πότε; Ο μέντοράς του δεν είναι παρά ένα φάντασμα, ίσως ο πιο γοητευτικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος, κάποιος που αποζητάς την εμφάνισή του σε κάθε σελίδα.

Στο τρίτο μέρος του βιβλίου, που είναι ολιγοσέλιδο, ξανασυναντάμε το παράξενο αγόρι της βιβλιοθήκης, τον έφηβο αναγνώστη. Τα όρια στενεύουν και αντιλαμβανόμαστε ότι το τείχος ακολουθεί παντού τον ήρωα, κατά συνέπεια η πόλη επανέρχεται σε ένα δομημένα σκληρό και ονειρικό κείμενο, με τη μη κάθαρση να στέκεται απειλητική. Εδώ, όπως και στο πρώτο μέρος, το ανοίκειο δεν σε ξαφνιάζει αλλά παραμένει τρομακτικό, σε αντίθεση με το δεύτερο μέρος όπου φαίνεται απόλυτα φυσικό.

«Η πραγματικότητα είναι το ίδιο σκληρή σε όποια πλευρά των τειχών κι αν ζεις», έγραψε ο Βασίλης Κιμούλης, που μετέφρασε στα ελληνικά το πρόσφατο βιβλίο του Μουρακάμι. Αυτή είναι μια διαπίστωση που αντικατοπτρίζει την κεντρική ιδέα του μυθιστορήματος. Ίσως μάλιστα να ήταν και ο κινητήριος τροχός για να γράψει από την αρχή ο Μουρακάμι το παλαιότερο διήγημά του και να το μετατρέψει σε μυθιστόρημα, σε μια φρέσκια μορφή και εμπλουτισμένο με εικόνες και βαθιές σκέψεις.

Το βιβλίο μοιάζει με αυτοσχεδιασμό. Σαν ένα μουσικό κομμάτι τζαζ, που αρέσει πολύ στον Μουρακάμι. Παίζει κελαρυστά με συναισθήματα, ήχους και εικόνες, και ξεφεύγει απ’ το κέντρο, μια κεντρομόλος δύναμη που μπορεί να εισέλθει παντού ρεαλιστικά ή σουρεαλιστικά. Υπάρχει ή δεν υπάρχει αυτό που περιγράφεται στις σελίδες του βιβλίου; Είμαστε στο τώρα ή στο χθες; Ο χρόνος, σχετικός, μπορεί να σταματά όπως το ρολόι χωρίς δείκτες στην πόλη των τειχών. Η πόλη και τα τείχη της μοιάζουν με έναν ζωντανό οργανισμό που πάλλεται και ο αναγνώστης καλείται να ανακαλύψει τα όριά της, όμοια με τον ήρωα που, χαμένος στις αναζητήσεις του, καθίσταται ο ίδιος ο εφιάλτης του εαυτού του. Η ανάγνωση του βιβλίου είναι σαν μια κουταλιά γεμάτη μέλι και πικραμύγδαλο. Αν του το επιτρέψεις, η σκέψη του θα σε παγιδέψει.

 

Η πόλη και τα αβέβαια τείχη της
Χαρούκι Μουρακάμι
Μετάφραση: Βασίλης Κιμούλης
Εκδόσεις Ψυχογιός
544 σελ.
ISBN 978-618-01-6324-7
Τιμή €22,20

Η Κωνσταντίνα Μόσχου είναι συγγραφέας.

https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/27099-haruki-murakami-i-poli-kai-ta-avevaia-teichi-tis


https://diastixo.gr

David Uclés: «Η χερσόνησος με τα άδεια σπίτια»

 


«Επαναλαμβάνω: μη διαβάζετε αυτό το βιβλίο ως ιστορικό τεκμήριο, αλλά ως ιστορική μυθοπλασία» (σ. 332). Μια αναγκαία υπενθύμιση που απευθύνει ο Νταβίντ Ουκλές, ο συγγραφέας του βιβλίου και αφηγητής της ιστορίας, στο αναγνωστικό κοινό. Μια «παρέμβαση», που θα ξεκινήσει στην αρχή αμυδρά και, καθώς θα προχωράει η ιστορία, θα εντείνεται, σαν ο αφηγητής να θέλει κάθε τόσο να εισχωρεί ανάμεσα στα πρόσωπα, να μεσολαβεί ανάμεσα σ’ αυτά και τους αναγνώστες.

Ξεκίνησα από αυτό το ευφυές εύρημα, γιατί δεν αποτελεί απλώς ένα είδος «απομυθοποίησης» της λογοτεχνικής γραφής, με την οποία άλλωστε η αναγνωστική πρόσληψη έχει εξοικειωθεί, αλλά συνιστά και μια αμφίδρομη σχέση από και προς τον συγγραφέα/αφηγητή με τους ήρωες να αυθαιρετούν, να αυτονομούνται, να ανατρέπουν την πλοκή, να αιφνιδιάζουν τον δημιουργό τους. «Δεν ξέρω αν έχετε προσέξει στις αντιδράσεις διαφόρων χαρακτήρων μια κάποια υπαρξιακή διχοτομία: Οι Ίβηρες δεν ήξεραν αν έπρεπε να πιστέψουν στον Θεό ή στον αφηγητή. Αγνοούσαν αν ήταν το ίδιο πρόσωπο ή όχι, και αν κάποιος από τους δύο υπήρχε. Κατά κανόνα, η ιδέα ότι αποτελούσαν ένα αφηγηματικό προϊόν τούς άγχωνε περισσότερο από το να είναι πλάσματα μιας επουράνιας οντότητας» (σσ. 249-250). Έτσι, δεν είναι πάντα ο αφηγητής που τους κατευθύνει, κατά τη δική του βούληση, είναι και αυτοί ως αντιδρώντα υποκείμενα με άποψη και βούληση. Ταυτόχρονα, σε μια πάντα ευθεία αναφορά προς τους αναγνώστες, ο αφηγητής προβλέπει, «γνωρίζει», όχι με τη δόκιμη ιδιότητα του παντογνώστη, που γνωρίζει μόνον όσα αφορούν στην επινοημένη ιστορία του, αλλά ως υπεριπτάμενος της ιστορίας του, ως γνώστης των μελλούμενων. Δεν προοικονομεί, δεν προϊδεάζει, παρουσιάζει απροκάλυπτα τι θα συμβεί, επιτρέποντας μόνο μικρές αβεβαιότητες. Θεωρώντας πως αυτή η ιδιάζουσα γραφή είναι ένας από τους βασικούς δομικούς λίθους που στερεώνουν την ιστορία, προχωρώ στο επόμενο ξάφνιασμα.

Μια τολμηρή βουτιά στις απεριόριστες δυνατότητες της λογοτεχνίας.

Συχνά η λογοτεχνία συνιστά μια οπτική διαφορετική λίγο έως πολύ στην ιστορική αφήγηση, και μακάρι στην ιστορική αλήθεια, όσο αμφίρροπη κι αν είναι αυτή. Ωστόσο, το εγχείρημα αυτής της γραφής να αποδοθούν τα ιστορικά γεγονότα όχι μόνο με τον συνήθη ρεαλισμό αλλά, ίσα ίσα, με τον μαγικό ρεαλισμό, και μάλιστα σε τέτοια έκταση, θα έλεγα πως αποτελεί μια τολμηρή βουτιά στις απεριόριστες δυνατότητες της λογοτεχνίας. Η αφήγηση του εμφύλιου πολέμου στην Ισπανία (1936-1939), όπως τη συνέλαβε ο Ουκλές, ακροβατεί ανάμεσα στη σφοδρή σκληρότητα των εικόνων και στη μαγεία της αντίπερα συγγραφικής όχθης, στο σημείο όπου η πραγματικότητα βρίσκει αναπάντεχα την ανατροπή της, χωρίς, όμως, να χάνει καθόλου το ρεαλιστικό νήμα, καθώς ό,τι επινοείται βρίσκει σταθερό έδαφος στη σκληρή αλήθεια, την καθημερινότητα μιας ζωής (ζωής, αλήθεια;) εν μέσω αδελφοκτόνου (στην κυριολεξία) πολέμου, από τους σφοδρότερους που γνώρισε ο προηγούμενος αιώνας, ένας προάγγελος της άλλης αδιανόητης σύλληψης, του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, που ακολούθησε. Μια επισήμανση εδώ, νομίζω, σημαντική για τον τρόπο της γραφής αυτής. Ο μαγικός ρεαλισμός, όσο και οι πολλές σουρεαλιστικές εικόνες, κερδίζουν έδαφος όσο προχωράει η ιστορία, σαν η σκληρότητα να μην μπορεί πλέον να αποδοθεί διαφορετικά, όταν η λογική στερεύει μπροστά στη φρίκη των ενστίκτων, στη βιαιότητα που εν δυνάμει κρύβεται μέσα σε κάθε άνθρωπο και κάτω από ικανές συνθήκες φανερώνεται. Σκέφτομαι, συνδέοντας αυτόν τον συλλογισμό με όσα γράφονται στην προηγούμενη παράγραφο, πως ίσως στην πορεία της γραφής επινοήθηκε τόσο η παρέμβαση του αφηγητή στην ιστορία, όσο και η μεταπήδηση στον μαγικό ρεαλισμό. Διατηρώ, όπως είναι φυσικό, το δικαίωμα της αναγνωστικής και κριτικής άποψης.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Και τώρα, η ιστορία αυτή καθεαυτή. Ο Ουκλές αφηγείται τα τρία χρόνια της εμφύλιας διαμάχης μέσα από ιστορικά ντοκουμέντα (άλλωστε, ο ίδιος χρησιμοποιεί τον όρο «ιστορική μυθοπλασία»), αλλά χρησιμοποιεί ως όχημα της αφήγησης την ιστορία της δικής του οικογένειας από το χωριό Κεσάδα, που εδώ ονομάζεται Χάντουλα. Έχει οδηγό τις έμμεσες μνήμες του παππού του (γεννήθηκε το 1940), τα βιώματα της κατασπαραγμένης του οικογένειας, αλλά και τη δική του επιτόπια έρευνα στους τόπους της τραγωδίας. Ενδιαφέρον αυτό, καθώς ο ίδιος (γεννημένος το 1990) διανύει μόλις την τέταρτη δεκαετία της ζωής του. Παρουσιάζει, με πολλές λεπτομέρειες από ιστορικές πηγές, τους σχεδιασμούς των μεγάλων μαχών, τις ολοσχερείς καταστροφές μνημείων και πόλεων, τους βασικούς πρωταγωνιστές των γεγονότων και από τις δύο αντιμαχόμενες μερίδες. Ταυτόχρονα, καθώς παρακολουθεί την πορεία της δικής του οικογένειας, με επικεφαλής τον «πατριάρχη» Οδίστο, παρουσιάζει τις αντιδράσεις του απλού λαού που χωρίς να το θέλει βρέθηκε να επιλέξει στρατόπεδο, να διαλύσει την οικογένειά του, να σκοτώσει τα αδέλφια του, να υποκριθεί πίστη στους κόκκινους ή στους φασίστες για να επιβιώσει, να αναθεωρήσει κατόπιν αναλόγως, να δικαιωθεί ή να μείνει αδικαίωτος.

Πολλές φορές το πιο επικίνδυνο σ’ έναν πόλεμο δεν είναι ο ένοπλος αγώνας ενάντια στον εχθρό, αλλά το ξεκαθάρισμα λογαριασμών με αυτούς που σε περιτριγυρίζουν. Όλα επιτρέπονται! Και αν κάποιος σου φυτέψει μια σφαίρα μες στη μέση του δρόμου, κανείς δεν πρόκειται να δικαστεί. Αυτός είναι ο μεγαλύτερος φόβος που προκαλεί ένας πόλεμος· η αίσθηση της απόλυτης αδυναμίας. (σ. 129)

Η θέση του ίδιου στα γεγονότα είναι όσο γίνεται αντικειμενική. Δεν τηρεί στάση ουδετερότητας, αντιθέτως παίρνει θέση, στιγματίζοντας και τις δύο μερίδες για το μέγεθος του κακού που αναλογεί προς την καθεμία. Ο Οδίστο, σε μια απρόσμενη στιγμή, θα γράψει τους παρακάτω στίχους, που μοιάζει να αφορούν τους πάντες: «Ένας πιστός θρυμματίζει έναν σταυρό./ Ένας άθεος με αγιασμό μυρώνεται./ Ένα αφεντικό υψώνει τη γροθιά του./ Ένας εργάτης χαιρετάει φασιστικά./ Όλοι τους ράβουν τα μέλη των παιδιών τους» (σ. 725). Στη δική μου ανάγνωση, η πλάστιγγα της γραφής του γέρνει προς την αριστερή πλευρά, χωρίς να της χαρίζεται ούτε στο ελάχιστο για τα δικά της κακουργήματα. Ενισχύεται αυτή η θέση από το γεγονός πως την ιστορία διαπερνούν οι δεκαπέντε οιωνοί που προέρχονται από την Εύα, την ασάλευτη προφήτισσα της Χάντουλας, με την οποία ο αφηγητής συμβαδίζει ως προς την αποκάλυψη των μελλούμενων. Σαν να αλληλοσυμπληρώνονται, με τον αφηγητή να αποκαλύπτει τι θα συμβεί στα πρόσωπα της ιστορίας του, με την Εύα να προμηνύει τα μελλούμενα όλου του λαού. Στον τελευταίο οιωνό, τον 15ο, η Εύα, αφού προφητεύσει τον δικό της θάνατο από τους φασίστες, συνεχίζει:

Αυτά σ’ εμένα, αλλά σ’ εσάς… Εσάς θα σας ρουφήξουν τη ζωή για σαράντα χρόνια! […] Εγώ, που σας έφερα φως στο πικρό σας μέλλον, που σας προειδοποίησα και έκλεισε η φωνή μου κι αρρώσταινα για να σας ιστορήσω τις βρομιές που ζύγωναν! Εγώ, που σας προειδοποίησα για τον μονάρχιδο ηγέτη και τις αδιάκοπες ιαχές του ευνούχου! (σ. 774)

Ο Ουκλές θα παρεμβάλει ανάμεσα στα κεφάλαια τις απόψεις/παρεμβάσεις κάποιων από τους πρωταγωνιστές των γεγονότων, αλλά και συγγραφέων στη διάρκεια του εμφυλίου και στον απόηχό του, μία από τις αρκετές αναφορές που κάνει στον ρόλο της διανόησης, που κι αυτή έχει να μετρήσει τα λάθη της, τις υπαναχωρήσεις δίπλα στις καθαρές της φωνές. Κρατώ αυτό από τον Αγουστίν Γκόμεθ Άρκος: «Μετά […] ήρθε ο πόλεμος […] που μετατρέπει τους ανθρώπους σε ράκη· τα σπίτια σε ερείπια, και αυτομεταμορφώνεται σε εξόντωση, που κάποιοι αποκαλούν ειρήνη» (σ. 208).

Η μετάφραση της Αγγελικής Βασιλάκου συνιστά έναν άθλο. Στο εξώφυλλο (Rafael Zabaleta, LaRomería, 1959) ανθρώπινες φιγούρες διαφορετικής προέλευσης, συναγμένες όλες μαζί, με βασιλικές και φασιστικές φιγούρες στην επάνω σειρά. Συμβολική απεικόνιση.

 

Η χερσόνησος με τα άδεια σπίτια
David Uclés
Μετάφραση: Αγγελική Βασιλάκου
Μεταίχμιο
832 σελ.
ISBN 978-618-03-4832-3
Τιμή €24,40

Η Διώνη Δημητριάδου είναι ποιήτρια και κριτικός λογοτεχνίας.

https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/27097-david-ucles-i-chersonisos-me-ta-adeia-spitia


https://diastixo.gr



Ντίνος Σπυρόπουλος: συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

 


Ο Ντίνος Σπυρόπουλος γεννήθηκε στο Καγκάδι Αχαΐας. Τελείωσε τη δραματική σχολή Βασίλη Ρίτσου. Είναι ηθοποιός, συγγραφέας και σκηνοθέτης. Έχει γράψει τα θεατρικά έργα: Γκόλφω forever, Αμοίρου Οδύσσεια, Είμαι χάλια, Κυρία Μπέμπα, H γιαγιά, Λύκοι, Ταλέντα για σκότωμα, Η κυρία με τας σαρδελίας, Για φίλου Πήδημα. Τη χειμερινή θεατρική περίοδο 2026-27 το θεατρικό του Λύκοι θα ανέβει στο θέατρο Μικρό Παλλάς στην Αθήνα. Συνεργάστηκε με όλους τους μεγάλους κωμικούς της χώρας στις σαράντα επιθεωρήσεις που έγραψε και ήταν θεατρικό συγγραφικό ντουέτο με τον Χάρρυ Κλυνν από το 1998 μέχρι το 2008. Συνεργάζεται ως σκηνοθέτης και θεατρικός συγγραφέας με το θέατρο Εξ Αρχής για τριάντα χρόνια, ανεβάζοντας δικά του αλλά και έργα από το παγκόσμιο ρεπερτόριο. Το μυθιστόρημα Χιόνισε στο Λιανοκλάδι (εκδ. Πρώτη ύλη, 2026) είναι το δεύτερο, μετά τη Φαρμακωμένη (εκδ. Πρώτη ύλη, 2025), που έχει για ήρωα τον χωροφύλακα Θανάση Δαγρέ. Θα ακολουθήσει το Σήμερα στην πόλη σας.

Τόσο στη Φαρμακωμένη, όσο και στο Χιόνισε στο Λιανοκλάδι, έχουμε ως φόντο την επαρχία. Για ποιο λόγο οι υποθέσεις διαδραματίζονται στην περιφέρεια;

Η επαρχία ως ανάμνηση είναι τα παιδικά μου χρόνια. Και σαν σκηνικό με εμπνέει περισσότερο. Το ξέφωτο της υπαίθρου κρύβει πολλές φορές μυστικά και ψέματα. Και όπως λέει η Σταυρούλα στο βιβλίο: «Το πολύ φως μπορεί να μη μας επιτρέπει να δούμε την αλήθεια που λάμπει. Γιατί ο δυνατός ήλιος μάς τυφλώνει». Και, φυσικά, γράφω τις περισσότερες φορές εκτός Αθηνών. Το τοπίο και η ησυχία της όμορφης Νεράιδας στη Φθιώτιδα μού δίνει απλόχερα την ηρεμία και τη συγκέντρωση που χρειάζομαι για να γράψω.

Ο τίτλος Χιόνισε στο Λιανοκλάδι  είναι συμβολικός ή δηλώνει κάτι κυριολεκτικά;

Ξεκινάει ως γεγονός στην αρχή της ιστορίας. Όμως έχει και συμβολικό χαρακτήρα. Το άσπρο του χιονιού κρύβει κάτι πολύ σκοτεινό. Μπορεί προσωρινά να σκεπάζουμε, κάτω από το άσπρο της αθωότητας, πολλές «αμαρτίες», όμως αργά ή γρήγορα το χιόνι θα λιώσει και η αλήθεια θα έρθει στην επιφάνεια.

Και στα δύο μυθιστορήματα έχετε ως ήρωα τον ενωμοτάρχη Θανάση Δαγρέ. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του ήρωά σας;

Σε εποχές που η χωροφυλακή έπαιζε έναν πολύ αυταρχικό ρόλο στην υπηρεσία της εκάστοτε εξουσίας, ο Θανάσης Δαγρές, ως μια εξαίρεση, προσπαθεί να ασχοληθεί μόνο με τη διαλεύκανση εγκλημάτων. Και, φυσικά, αυτή του η προσήλωση στο καθήκον πολλές φορές τον φέρνει σε αδιέξοδο, με την άρνηση των ανωτέρων του για συνεργασία.

Η υπόθεση εκτυλίσσεται σε μια περίοδο δύσκολη για την Ελλάδα, την περίοδο πριν από τη δικτατορία. Γιατί είχε θεσπιστεί για τις δολοφονίες η θανατική ποινή;

Η θανατική ποινή είχε στόχο τον εκφοβισμό των εν δυνάμει δολοφόνων. Όμως πολλές φορές έστελνε στο εκτελεστικό απόσπασμα αθώους ανθρώπους. Ένας από τους λόγους που καταργήθηκε στην Ελλάδα ήταν και αυτός.

Η ομορφιά δεν είναι ποτέ επικίνδυνη, ορισμένα μυαλά όμως είναι.

Μια γυναίκα δολοφονείται. Τα αίτια είναι πολλά, ωστόσο μπορεί η γοητεία μιας γυναίκας να γίνει καμιά φορά επικίνδυνη, ώστε να εγκυμονεί απρόοπτες καταστάσεις;

Η ομορφιά δεν είναι ποτέ επικίνδυνη, ορισμένα μυαλά όμως είναι. Η δικαιολογία, που πολλές φορές έρχεται για να υπερασπιστεί έναν κακοποιητή, είναι για μένα απαράδεκτη. Το επιχείρημα ότι το θύμα προκάλεσε με την ομορφιά και το ντύσιμό του είναι αστείο.

Οι σκηνές που διαβάζουμε θυμίζουν αλλοτινές καταστάσεις. Φτώχεια, συμβιβασμοί και απειλές. Ποια είναι η σύγκριση με τη σημερινή εποχή;

Συναντάμε και σήμερα, με διαφορετικές ίσως μορφές, και φτώχεια και συμβιβασμό και απειλές. Ο κόσμος σήμερα έχει μια επιθετικότητα που εκείνη την εποχή δεν υπήρχε. Αυτό που λείπει σήμερα είναι η αλληλεγγύη που υπήρχε τότε μεταξύ των ανθρώπων. Η γειτονιά λειτουργούσε ως πυρήνας ζεστασιάς και αγάπης. Και αντιπαράθεσης και κουτσομπολιού. Όμως σε κάθε δύσκολη στιγμή, η αγάπη και η έγνοια για τον απέναντι κυριαρχούσε. Σήμερα το ατομικό συμφέρον κυριαρχεί και σπάνια βλέπεις ανθρώπους πρόθυμους να σε ακούσουν.

Το βιβλίο σας έχει αστυνομική και κοινωνική πλοκή. Σε ποια κατηγορία το κατατάσσετε;

Η αστυνομική πλοκή είναι η αφορμή για να φωτίσω μια εποχή και τους ανθρώπους της. Μου αρέσει εκείνη η εποχή σαν σκηνικό για να κινηθούν οι ήρωές μου. Η δεκαετία του ’60 ήταν καθοριστική για την πορεία της χώρας σε όλους τους τομείς. Η τέχνη άνθησε όσο ποτέ άλλοτε, όμως παράλληλα άνθησαν και φιλοδοξίες διαφόρων ειδών. Όπως κάποιων που νόμισαν ότι μπορούν να γίνουν οι σωτήρες του έθνους.

Μέσα από το μυθιστόρημα πλάθετε καλούς και κακούς χαρακτήρες. Τι θα συνέβαινε αν επικρατούσε το καλό στην κοινωνία μας;

Μακάρι το καλό να επικρατούσε, όμως το βλέπω λίγο δύσκολο. Η εμπειρία της ζωής δείχνει ότι η ιστορία λειτουργεί επαναλαμβανόμενη σαν λούπα σε γρήγορη κίνηση και πολλές φορές η επανάληψη αυτή γίνεται σαρκαστικά αστεία.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Η γραφή και οι ανατροπές κάνουν το μυθιστόρημά σας να διαβάζεται απνευστί. Υπάρχει κάποιο μυστικό για να κερδίσουμε το αναγνωστικό κοινό;

Όταν γράφω, ζω με τους ήρωές μου και όχι με την αγωνία για το πώς θα κερδίσω τον αναγνώστη. Ο αναγνώστης κερδίζεται όταν σε αυτό που διαβάζει διακρίνει αλήθεια. Είναι οξύμωρο, βέβαια: πώς να διακρίνεις αλήθεια σε ένα γραπτό που περιέχει κάποιο μύθο. Κι όμως, αυτό είναι το θέμα. Ο αναγνώστης να ξεχάσει ότι αυτό που διαβάζει είναι μυθοπλασία.

Ο Θανάσης Δαγρές και η αστυνομία προσπαθούν να υπερασπιστούν την κοινωνία. Τι είναι αυτό που τους κάνει να πιστεύουν ότι μπορούν να ανακαλύψουν τα αίτια της δολοφονίας;

Η εμπειρία και τα γεγονότα. Σε κάθε δολοφονία υπάρχουν κάποια στοιχεία που βοηθούν στη διαλεύκανση. Και το βασικό είναι ότι ο δολοφόνος πάντα θα κάνει κάποιο λάθος. Πίσω από αυτό το λάθος τρέχει ο Δαγρές και προσπαθεί να το ανακαλύψει. Τις περισσότερες φορές με δυσκολία. Όμως η επιμονή βοηθάει. Και η παρατήρηση.

Ποιο βιβλίο διαβάσατε τελευταία και σας εντυπωσίασε;

Δύο βιβλία διάβασα πρόσφατα και μου αρέσαν. Το αστυνομικό μυθιστόρημα του Χρυσόστομου Καλαντζή Το μυστήριο της οικίας του μελισσουργού και η αυτοβιογραφία του Διονύση Σαββόπουλου Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα.

Τι θα απευθύνατε στους αναγνώστες που θα διαβάσουν τη συνέντευξή σας;

Θα ήθελα να τους ευχαριστήσω για την αγάπη που έδειξαν από το πρώτο βιβλίο, τη Φαρμακωμένη, και να τους υποσχεθώ ότι ακολουθούν και άλλες συναρπαστικές ιστορίες με τον Θανάση Δαγρέ.

 

Χιόνισε στο Λιανοκλάδι
Ντίνος Σπυρόπουλος
Πρώτη ύλη
312 σελ.
ISBN 978-618-5830-33-5
Τιμή €14,90


https://diastixo.gr/sinentefxeis/ellines/27105-ntinos-spuropoulos-ston-elpidoforo-intzempeli


https://diastixo.gr

Παναγιώτης Καρούσος: Συνεντεύξεις, ρεπορτάζ και άρθρα εφημερίδων (Ψηφιακά Αρχεία)