Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026

Γιάννης Μπαγιώκος: «Η ελιά και τα δώρα της αγάπης!»

 


Στο βιβλίο του με τίτλο Η ελιά και τα δώρα της αγάπης!, ο Γιάννης Μπαγιώκος επιχειρεί μια κατάδυση στις θεμελιώδεις αξίες της ανθρώπινης συνύπαρξης, χρησιμοποιώντας ως όχημα ένα από τα πιο ιερά σύμβολα του μεσογειακού πολιτισμού: την ελιά. Η ιστορία ξεκινά με ένα βαθιά ανθρώπινο, αν και «δένδρινο», αίτημα. Η ελιά ζητά από τον Δημιουργό να έχει καρπούς μικρούς και πικρούς, όχι από κακία, αλλά από έναν λανθασμένο φόβο απώλειας. Η επιθυμία της να κρατήσει τα «κεκτημένα» της μόνο για τον εαυτό της την οδηγεί νομοτελειακά στην απομόνωση.

Εδώ έγκειται και η πρώτη μεγάλη αλήθεια του έργου: ο πλούτος που δεν μοιράζεται, μετατρέπεται σε βάρος. Ο συγγραφέας αποτυπώνει με τρυφερότητα τη μετάβαση από τον εγωκεντρισμό στην ενσυναίσθηση. Η ελιά του Μπαγιώκου μαραζώνει όχι από έλλειψη νερού, αλλά από έλλειψη συντροφικότητας. Το κείμενο θίγει το υπαρξιακό κενό που δημιουργεί η ιδιοτέλεια, αναδεικνύοντας πως η πραγματική αξία ενός όντος, είτε πρόκειται για φυτό είτε για άνθρωπο, ορίζεται από τη θέση του μέσα στο κοινωνικό σύνολο και την αλληλεπίδρασή του με τον «Άλλο».

Σε μια εποχή όπου οι ανθρώπινες σχέσεις συχνά δοκιμάζονται από την απόσταση, η ιστορία της ελιάς έρχεται να μας θυμίσει πως η επούλωση της μοναξιάς ξεκινά από την απόφασή μας να προσφέρουμε.

Δεν μπορεί κανείς να αναφερθεί σε αυτό το βιβλίο χωρίς να σταθεί στην εξαιρετική εικονογράφηση του Αχιλλέα Ραζή, η οποία δεν λειτουργεί απλώς συμπληρωματικά, αλλά αποτελεί μια παράλληλη αφήγηση υψηλής αισθητικής. Ο Ραζής καταφέρνει να δώσει ψυχή και εκφραστικότητα στην ελιά χωρίς να καταφεύγει σε εύκολους ανθρωπομορφισμούς ή υπερβολές. Οι εικόνες του χαρακτηρίζονται από μια έντονη ευαισθησία και έναν βαθύ λυρισμό. Οι χρωματικοί τόνοι, η ζεστασιά των γήινων χρωμάτων και οι λεπτομέρειες στις υφές των φύλλων και των κορμών δημιουργούν μια ατμόσφαιρα κατάνυξης και σεβασμού προς το φυσικό περιβάλλον. Κάθε σελίδα είναι ένας πίνακας που αποπνέει τρυφερότητα, κάνοντας τον αναγνώστη να θέλει να σταθεί στην εικόνα όσο και στο κείμενο. Η εικονογράφηση αυτή προσδίδει μια διαχρονικότητα στο παραμύθι, καθιστώντας το ένα αντικείμενο τέχνης που κοσμεί κάθε βιβλιοθήκη.

Η σύνδεση που επιχειρεί το βιβλίο με το Μουσείο Ελιάς και Ελληνικού Λαδιού στη Σπάρτη και το Μουσείο Βιομηχανικής Ελαιουργίας Λέσβου προσδίδει στο έργο μια πολυεπίπεδη αξία, μετατρέποντάς το από ένα απλό παραμύθι σε έναν οδηγό πολιτισμού. Μέσα από αυτή την αναφορά, το παιδί αντιλαμβάνεται ότι η ελιά δεν αποτελεί απλώς έναν ήρωα φαντασίας, αλλά έναν ζωντανό και διαχρονικό πυλώνα του ελληνικού πολιτισμού. Η επίσκεψη σε αυτούς τους χώρους, είτε διά ζώσης είτε μέσω των ψηφιακών τους μέσων, προσφέρει στους μικρούς αναγνώστες τη δυνατότητα να γνωρίσουν από κοντά τις τεχνικές παραγωγής από την αρχαιότητα έως τις μέρες μας. Έτσι, η «αγάπη και η φροντίδα» που αναζητούσε η ελιά στην ιστορία, αποκτά σάρκα και οστά μέσα από τον μόχθο και το μεράκι των ανθρώπων στα λιοτρίβια. Παράλληλα, οι μαθητές έρχονται σε επαφή με τη βιομηχανική εξέλιξη, αντιλαμβανόμενοι την ιστορική συνέχεια από την παραδοσιακή καλλιέργεια της Λέσβου μέχρι την ιστορική διαδρομή της Λακωνίας, γεφυρώνοντας το χθες με το σήμερα.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Πέρα από την αναγνωστική απόλαυση, το βιβλίο αποτελεί μια εξαιρετική αφορμή για μια πληθώρα εκπαιδευτικών και δημιουργικών δραστηριοτήτων, γεγονός που το καθιστά πολύτιμο εργαλείο για το σχολείο και το σπίτι. Στο πλαίσιο της Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης, οι εκπαιδευτικοί μπορούν να καθοδηγήσουν τα παιδιά σε μια πρώτη γνωριμία με τον κύκλο ζωής του δέντρου, τη διαδικασία της ανθοφορίας και της συγκομιδής. Η δραματοποίηση της συγκινητικής συνομιλίας της ελιάς με τον Δημιουργό μπορεί να αποτελέσει ένα ισχυρό μάθημα ενσυναίσθησης, επιτρέποντας στα παιδιά να μπουν στον ρόλο ενός όντος που φοβάται να μοιραστεί. Η εικαστική διάσταση του έργου προσφέρεται για ένα εικαστικό εργαστήρι όπου τα παιδιά, εμπνευσμένα από το ύφος του Ραζή, μπορούν να ζωγραφίσουν τη δική τους «ευτυχισμένη ελιά», χρησιμοποιώντας φυσικά υλικά όπως φύλλα, χώμα και κλαδάκια. Τέλος, η ιστορία μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία για έναν φιλοσοφικό περίπατο και μια διεξοδική συζήτηση γύρω από το τι σημαίνει στην πράξη η έννοια του «μοιράζομαι» στη σύγχρονη, συχνά ατομικιστική, εποχή μας.

Από παιδαγωγική σκοπιά, το βιβλίο αποτελεί ένα εξαιρετικό εργαλείο συναισθηματικής αγωγής. Στο επίκεντρο βρίσκεται η έννοια της προσφοράς ως μέσο αυτοπραγμάτωσης. Τα παιδιά συχνά δυσκολεύονται να μοιραστούν, ταυτίζοντας την κατοχή αντικειμένων με την ασφάλεια. Η ιστορία της «ελίτσας» διδάσκει ότι η γενναιοδωρία δεν είναι απώλεια, αλλά επένδυση σε σχέσεις. Το κείμενο προσφέρει έδαφος για να συζητηθούν έννοιες όπως η διαχείριση της μοναξιάς, η μεταμέλεια και η αλλαγή στάσης ζωής, καθώς και η αμοιβαιότητα στη φροντίδα μεταξύ ανθρώπου και φύσης.

Κλείνοντας το βιβλίο, ο αναγνώστης, μικρός ή μεγάλος, μένει με μια αίσθηση γαλήνης και μια βαθύτερη κατανόηση του τι σημαίνει να ανήκεις κάπου. Η ελιά και τα δώρα της αγάπης! δεν είναι απλώς μια αλληγορία για τη φύση, αλλά ένα μανιφέστο για τη δύναμη της γενναιοδωρίας. Ο Γιάννης Μπαγιώκος, μέσα από τη λιτή αλλά ουσιαστική αφήγησή του, και ο Αχιλλέας Ραζής, με την εικαστική του δεινότητα, κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα έργο που υπερβαίνει τα όρια της παιδικής λογοτεχνίας.

Το βιβλίο αυτό υπογραμμίζει ότι η πραγματική ευτυχία δεν κρύβεται στην κατοχή και την απομόνωση, αλλά στο θάρρος να ανοίξουμε τα κλαδιά μας στον κόσμο. Μας θυμίζει πως η αγάπη είναι ένας καρπός που, για να γλυκάνει και να προσφέρει το πολύτιμο «λάδι» της ψυχής, χρειάζεται το άγγιγμα, τη φροντίδα και το μοίρασμα. Σε μια εποχή όπου οι ανθρώπινες σχέσεις συχνά δοκιμάζονται από την απόσταση, η ιστορία της ελιάς έρχεται να μας θυμίσει πως η επούλωση της μοναξιάς ξεκινά από την απόφασή μας να προσφέρουμε. Είναι ένα απαραίτητο ανάγνωσμα, ένα δώρο που αξίζει να μοιραστεί κανείς με όσους αγαπά.

 

Η ελιά και τα δώρα της αγάπης!
Γιάννης Μπαγιώκος
εικονογράφηση: Αχιλλέας Ραζής
Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς
32 σελ.
ISBN 978-960-244-237-1
Τιμή €16,00

Η Αλεξία Βλάρα είναι πολιτικός επιστήμονας και δημοσιογράφος.

https://diastixo.gr/kritikes/paidika/26063-i-elia-kai-ta-dora-tis-agapis


https://diastixo.gr

Μυρσίνη Καλογεροπούλου: «Ένα χαμένο κλειδί»

 


Στα 10 διηγήματα της Μυρσίνης Καλογεροπούλου, που περιλαμβάνονται στη συλλογή με τίτλο Ένα χαμένο κλειδί, πρωταγωνιστούν κυρίως γυναίκες, αφανείς, σιωπηλές, αυτοκαταστροφικές, ανυπάκουες ή θύματα. Γυναίκες που βρίσκονται παγιδευμένες ανάμεσα στα δικά τους θέλω και τις προσδοκίες της κοινωνίας. Γυναίκες που ερωτεύονται και απογοητεύονται σε μια κοινωνία όπου η βία και ο αυταρχισμός των αντρών δεν είναι κάτι σπάνιο ή «στιγμιαίο», αλλά κάτι βαθιά ριζωμένο στην κοινωνία. Μέσα σε μια κοινωνία περιοριστική, με έντονα ακόμη τα κατάλοιπα της ανισότητας, η γυναίκα παλεύει για την κοινωνική αποδοχή και την επιβίωση, τον έρωτα και την καταξίωση. Παρουσιάζονται επίσης οι διαδρομές της ζωής αντρών με τα βιώματα, τους αγώνες, τα τραύματα, τις φαντασίες και τις προσδοκίες τους σε σχέση με τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις της μεταπολεμικής κυρίως περιόδου. Ο έντονος προβληματισμός πάνω σε θέματα πολιτικής ηθικής, όπως η θέση έναντι της εξουσίας, τα ανθρωπιστικά αισθήματα και ο αγώνας για την ειρήνη, διαπερνά το μεγαλύτερο μέρος του έργου. Ο ταραγμένος μεταπολεμικός κόσμος, η κοινωνική αλλοτρίωση, η αστικοποίηση, η ανθρώπινη μοναξιά, η ματαίωση, η αποξένωση αποτελούν τα πιο συχνά θέματα των διηγημάτων.

Με τα τραύματα και τις πληγές τους, στο σπίτι, στην εργασία, στις διαπροσωπικές σχέσεις, οι γυναίκες των διηγημάτων βιώνουν την αλλοτρίωση. Οι σκηνές στο χωριό, στο σχολείο, στο πανεπιστήμιο, στο λεωφορείο, στο σπίτι, συνοδεύονται από πρόσωπα που σιωπούν, αναμένουν, απογοητεύονται. Η σκηνοθεσία σε σπίτια σιωπηλά, σε κάδους σκουπιδιών, σε πόλεις άδειες. Θύμα η γυναίκα της παραδοσιακής κοινωνίας, της εργασιακής ανάγκης, των έντονων ρυθμών, της αποπροσωποποίησης στα μεγάλα αστικά κέντρα.

Στο διήγημα «Γιατί η Μαίρη πέρασε το δρόμο», η συγγραφέας γράφει: «Η Μαίρη Σαρελά καταγόταν από το Καστρί. Γεννήθηκε την εποχή όπου οι ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες προβάλλονταν στους κινηματογράφους και οι θεατές συμμετείχαν δακρύζοντας στο δράμα του Ξανθόπουλου ή αναστενάζοντας μπροστά στην ανδρεία του Κούρκουλου. Στο χωριό της, ο συντηρητισμός ήταν συνυφασμένος με την καθημερινότητα των ανθρώπων εκείνες τις δεκαετίες».

Στα «Ροζ παντοφλάκια», η Ειρήνη λέει: «…μέναμε όλοι, δεκαπέντε άτομα, σε δυο δωμάτια, και το βράδυ ξαπλώναμε καταγής, στρωματσάδα. Ευγένεια, σεβασμός στους μεγαλύτερους, τσιμουδιά εκεί που πρέπει. Σιωπή, σιωπή, σιωπή. [...] Πολλές φορές, ο μακαρίτης με καταχέριαζε, ιδίως όταν είχε τα νεύρα του και το νοίκι στο μαγαζί αυξανόταν από τον ιδιοκτήτη. Τότε γινόμουν ένα κουβαράκι τόσο δα και κρυβόμουν στον εαυτό μου και από τα παιδιά μου για να μη δουν τις μελανιές». Ο μυθιστορηματικός χρόνος ταυτίζεται με τις δεκαετίες του ’50-’80, κυρίως, εν μέσω κλειστών οικογενειακών σχέσεων όπου ο νόμος του πατέρα-θεού ορίζει τα πάντα. Στο ίδιο διήγημα, λέει η Ελένη: «Αγαπούσα τα γράμματα, αλλά εκείνα τα χρόνια, μετά τον εμφύλιο, ποιος νοιαζόταν για σχολεία».

Στο «Χαμένο κλειδί», η Βαΐτσα θυμάται την άρρωστη μάνα της, που φοβόταν να αγγίξει, τις φωνές του πατέρα, του εργοδότη. Κι όταν βρήκε τον έρωτα, ήρθε η αρρώστια. Η συγγραφέας εστιάζει στις σχέσεις εξουσίας που διέπουν την έμφυλη υποκειμενικότητα, διερευνά ζητήματα διαφοράς [difference], ισότητας, σεξουαλικότητας [sexuality], ταυτότητας [identity].Οι γυναίκες καταπιέζονται εξαιτίας της κυρίαρχης ιδεολογίας της πατριαρχίας [patriarchy], που τις υποτάσσει μέσα από ένα σύστημα κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών θεσμών.

Την ενδιαφέρει το πώς οι άνθρωποι φτιάχνουν ή καταστρέφουν τις ζωές τους, το πόσο τις κανοναρχούν ή άγονται και φέρονται από τις έξωθεν περιστάσεις.

Στο Δεύτερο φύλο, που κυκλοφόρησε το 1949 και αποτέλεσε βιβλίο-ορόσημο του φεμινιστικού κινήματος, η Σιμόν ντε Μποβουάρ γράφει: «Οι σημερινές γυναίκες [...] δεν καταφέρνουν όμως εύκολα να βιώσουν απόλυτα την κατάστασή τους ως ανθρώπινα όντα. Έχοντας ανατραφεί από γυναίκες, μέσα στους κόλπους ενός γυναικείου κόσμου, ο φυσιολογικός προορισμός τους είναι ο γάμος, ο οποίος στην πραγματικότητα τις υποδουλώνει ακόμα και σήμερα στον άντρα· το ανδρικό κύρος κάθε άλλο παρά έχει εξαλειφθεί: στηρίζεται ακόμα σε γερές οικονομικές και κοινωνικές βάσεις». Η Μυρσίνη Καλογεροπούλου φαίνεται να υποστηρίζει, όπως η Σιμόν ντε Μποβουάρ, ότι «δεν γεννιέσαι γυναίκα, αλλά γίνεσαι», δηλαδή ότι το φύλο είναι κοινωνικό κατασκεύασμα και όχι δεδομένο της φύσης. Η ντε Μποβουάρ χρησιμοποιεί τον όρο Άλλος [Other] για να δείξει πώς στην πατριαρχική κοινωνία η γυναίκα λειτουργεί ως το αρνητικό του άνδρα, ο οποίος ορίζεται ως ο Εαυτός/υποκείμενο και αντιπροσωπεύει το λογικό και φυσικό.

Τα διηγήματα αναφέρονται, λοιπόν, σε γυναίκες που παλεύουν για την ανεξαρτησία τους και αναζητούν την προσωπική, πολιτική και επαγγελματική τους ταυτότητα, ενώ έρχονται αντιμέτωπες με την απόρριψη και την προδοσία. Βασικό θέμα εδώ η συνεχής ανάδειξη των καταπιεστικών δομών και του πώς συγκροτήθηκε η γυναικεία υποταγή. Θεωρείται γνωστό ότι η ταυτότητα καθορίζεται από την ετερότητα, από το πώς εκτιθέμεθα στο βλέμμα του άλλου και πώς τελικά μέσα από τον άλλον δομούμε τη δική μας ταυτότητα. Και οι γυναίκες εδώ εξαρτώνται ολοκληρωτικά από το βλέμμα του πατέρα και του συζύγου. Αναζητούν το πρόσωπό τους μέσα από το πρόσωπο του άλλου ή χάνουν το πρόσωπό τους μέσα από την απώλεια του άλλου. Μια γυναίκα θεωρείται ότι εκπληρώνει τον ρόλο της μόνο όταν κατορθώνει να συμβιβαστεί με το αντίθετο φύλο.

Στο διήγημα με τίτλο «Καθαρίζω, πλένω, όλα εγώ», η Άννα, συνταξιούχος καθηγήτρια, έχει την επιμέλεια της άρρωστης μητέρας της. Δεν άντεξε.

Στο διήγημα με τίτλο «Το μπλόκο», η εικόνα του σκοτωμένου αντάρτη, θαμμένου κάτω από ένα πεύκο, στοιχειώνει τον Γιάννη πολλά χρόνια μετά: Σε όλη του τη ζωή πάσχιζε για το δίκαιο. Να μην προδώσει συντρόφους, αξίες και ιδανικά. Με τον ίδιο νεανικό ενθουσιασμό των είκοσι χρόνων αντιμετώπιζε τους συνανθρώπους του. Με βλέμμα καθαρό, χωρίς υστεροβουλία. Το μαράζι όμως μέσα του τον έτρωγε. Γιατί η κοινωνία γέρνει; Διάβαζε στην εφημερίδα τις ατασθαλίες στο κράτος, τη διασπάθιση του δημόσιου χρήματος, το βόλεμα ημετέρων και βούλιαζε ολοένα και περισσότερο στο καβούκι του. Η διάψευση των πολιτικών οραμάτων της αριστεράς είναι κυρίαρχη εδώ. Όπως όμως το αποτύπωσε τόσο όμορφα ο Αναγνωστάκης: «…αρνούμαι όλα αυτά περί “ποίησης της ήττας” και τα σχετικά. Δεν είναι ποίηση της ήττας. Είναι μια αγωνία για την εποχή, ένα άγχος για την εποχή. […] Δηλαδή ήταν η εποχή τόσο πιεσμένη, τόσο δύσκολη, που μόνο εκφράζοντας τον πόνο του μπορούσε κανείς να την αντέξει».

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Στράτευση, αγωνία, άγχος, ανησυχία: λέξεις-σήματα μιας εποχής που αναζητάει το πρόσωπό της και που το βρίσκει, σε μεγάλο βαθμό, επίσης στον Σαρτρ των TempsModernes και του υπαρξισμού. Από το ένα μέρος, λοιπόν, η πολιτική και ιστορική εμπειρία, δηλαδή η συλλογικότητα· από το άλλο, η καθημερινή ζωή, η μοναξιά και τα ποικίλα αδιέξοδα του ατόμου. Κάπως έτσι, ανάμεσα στα δύο αυτά όρια, κινείται η συγγραφέας. Πλάι στο κοινωνικό άχθος του συλλογικού υποκειμένου βρίσκεται το υπαρξιακό άγχος του ατόμου, που βγαίνει καθημαγμένο από την πατριαρχία, τη βία και την αλλοτριωτική επίδραση της κυρίαρχης ιδεολογίας.

Στη «Θητεία», ο Δημήτρης: «…αρνιόταν να συμμορφωθεί με τις κοινωνικές συμβάσεις. Οικογένεια και κουραφέξαλα, σκεφτόταν. Μόνο τη μάνα του συμπονούσε, όταν γύριζε από το χωράφι με τα σκαμμένα μάγουλα και τα σκασμένα χείλη από το ξεροβόρι. Της άρπαζε τα χέρια να τα ζεστάνει και τα φιλούσε.

»Ήδη είχε νυχτώσει και το μυαλό του σκορπιζόταν σε δεκάδες ιστορίες και αράδες σκέψεων. Ξεχυνόταν μπροστά σαν θηρίο. Στο σχολείο, μισούσε την ώρα των θρησκευτικών και την καθηγήτρια συνάμα. Ένιωθε ότι παρακολουθούσε τους γύρω του από απόσταση, γιατί δεν άντεχε τον συγχρωτισμό των ιδεών, των απόψεων».

Άλλα θέματα που θίγονται στα διηγήματα είναι η άρνηση της στρατιωτικής θητείας, η ατεκνία και η επιθυμία υιοθεσίας, η φυγή των παιδιών στο εξωτερικό, η μετανάστευση, οι ανισότητες, η αυτοχειρία. Η συγγραφέας ενδιαφέρεται για τη μικροκλίμακα των ανθρώπινων συναισθημάτων και αντιδράσεων αλλά και την τραγικότητά τους, όταν εκπορεύονται από άτομα που δεν εμπίπτουν στον κανόνα αυτής της μικροκλίμακας και διεκδικούν την ανατροπή τoυ. Δεν είναι τυχαίο ότι συνηθίζει να τοποθετεί τους ήρωες και τις ηρωίδες της σε κλειστά, συντηρητικά, ασφυκτικά περιβάλλοντα (κυρίως σε κάποια ελληνική επαρχία). Την ενδιαφέρει το πώς οι άνθρωποι φτιάχνουν ή καταστρέφουν τις ζωές τους, το πόσο τις κανοναρχούν ή άγονται και φέρονται από τις έξωθεν περιστάσεις. Αναφέρεται στους χαμένους αγώνες, στην αντίσταση, στο παιχνίδι του έρωτα, στα γηρατειά.

Σχολιάζει με καυστικό τρόπο την πατριαρχία, τη θέση της γυναίκας, τον έρωτα και τα δεινά του, τη φτώχεια των μεταπολεμικών χρόνων, την υποκρισία της κοινωνίας και τα ανεκπλήρωτα όνειρα.

Στα διηγήματά της, η Μυρσίνη Καλογεροπούλου έχει να επιδείξει μια ποικιλία θεμάτων, από την κακοποίηση και την πατριαρχία μέχρι την κοινωνική ανισότητα. Δεν είναι ένα έργο αμιγώς πολιτικό, αλλά από συγκεκριμένη οπτική γωνία τα πάντα είναι πολιτική: η δυναμική στις ανθρώπινες σχέσεις, οι ιδέες, οι δομές εξουσίας, ο τρόπος ζωής, τα ήθη, η καθημερινότητα. Η λογοτεχνία ως καθρέφτης της ίδιας της ζωής στο χαοτικό και σύνθετο σύνολό της είναι συνυφασμένη με την πολιτική. Το ατομικό βίωμα ενώνεται με το συλλογικό σε μια αδιάσπαστη ενότητα. Η συγγραφή ενός έργου είναι από μόνη της πράξη πολιτική. Η δημιουργία δηλαδή ενός κόσμου που δε χρειάζεται και δεν οφείλει να υπακούει σε δομές και κανόνες. Ενός κόσμου άλλοτε ουτοπικά ειδυλλιακού και άλλοτε εφιαλτικά καταπιεστικού. Πολιτικός είναι ο Κάφκα στον Πύργο του, αλλά και η Τζέιν Όστεν στην Περηφάνια και Προκατάληψη. Η συγγραφέας αναφέρεται, άλλωστε, στη γενιά που ωρίμασε πρόωρα μέσα στη σκληρότητα αλλά και στην έξαρση του πολέμου και της Κατοχής και που έζησε έπειτα την τραγωδία του Εμφυλίου, την κρατική αυθαιρεσία που επικράτησε στη χώρα μας, τη διάψευση ελπίδων και οραμάτων, την αλλοτρίωση, τον αποπροσανατολισμό της ζωής μέσα στην «κοινωνία της κατανάλωσης», αλλά και τον έρωτα.

Δέκα διηγήματα, νεύματα κατάφασης, άρνησης, υποταγής ή εξέγερσης. Η Μυρσίνη Καλογεροπούλου προσεγγίζει και αναδεικνύει με εξαιρετική ενάργεια και ευαισθησία πολλαπλές πλευρές της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας, χωρίς να υποπέσει ούτε στο ελάχιστο σε προσχηματική ρητορεία και κλισέ. Δεν εκπίπτει ούτε στον μελοδραματικό λυρισμό ούτε στη φλύαρη, επιφανειακή παράθεση σκέψεων. Καίρια, με φράσεις λιτά περιγραφικές αλλά μεστές, διηγείται τις ζωές των χαρακτήρων της. Τα διηγήματα της συλλογής μιλάνε για τον άνθρωπο, τον χρόνο, τον έρωτα, τη ματαιότητα, τον πόνο, το φευγαλέο του βίου, τη φθαρτότητα, την απόγνωση, τον θάνατο, αλλά και τη μέγιστη ανάγκη του ανθρώπου να παλέψει για μια καλύτερη ζωή. Καταγγελτικός, θα έλεγα, ο χαρακτήρας του βιβλίου, δεδομένου ότι γίνεται ρητή αναφορά στις μορφές της βίας και καταπίεσης και στις έννοιες της αλληλεγγύης, της συντροφικότητας, του μοιράσματος, καθώς η συγγραφέας σχολιάζει με καυστικό τρόπο την πατριαρχία, τη θέση της γυναίκας, τον έρωτα και τα δεινά του, τη φτώχεια των μεταπολεμικών χρόνων, την υποκρισία της κοινωνίας και τα ανεκπλήρωτα όνειρα. Εμμένει στα πρέπει των παραδοσιακών κοινωνιών, στις διαψεύσεις, στη φτώχεια, στους πολιτικούς αγώνες, αλλά στις ιστορίες της υποβόσκει η τραγικότητα μαζί με την ελπίδα.

[Παναγιώτα Ψυχογιού, φιλόλογος, PhD Φιλοσοφίας]

 

Ένα χαμένο κλειδί
Μυρσίνη Καλογεροπούλου
Εκδόσεις Βακχικόν
112 σελ.
ISBN 978-618-231-226-1
Τιμή €12,72

https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/26070-mirsini-kalogeropoulou-ena-xameno-kleidi


https://diastixo.gr/kritikes

Héctor García: «Κολλημένος με την Ιαπωνία»

 


Έχοντας ζήσει τρία χρόνια στην Ιαπωνία κι εργαστεί στο Τόκιο (που κάποτε το γράφαμε με «υ»), υπέθετα πως ένα βιβλίο σαν το Κολλημένος με την Ιαπωνία του Έκτορ Γκαρθία (γενν. 1981), ενός επίσης «γκαϊτζίν», δηλαδή ξένου, δεν θα είχε πολλά να μου προσφέρει σε επίπεδο πληροφόρησης. Για άλλη μια φορά, οι ελαφρώς επηρμένες –να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους– ιδέες για την εποπτεία τόπων και ανθρώπων αποδείχθηκαν εσφαλμένες, όπως αρμόζει σε κάθε οίηση γνώσης. Αλίμονο! Ο Ισπανός Έκτορ Γκαρθία, λάτρης της Ιαπωνίας και της ιαπωνικής κουλτούρας, υποκινηθείς από τη σαγήνη που το αλλότριο, συχνά χαρακτηριζόμενο ως εξωτικό, εύκολα μας προκαλεί, είναι ο κατάλληλος άνθρωπος να μας δώσει μια σύντομη, εκλαϊκευμένη αλλά λίαν κατατοπιστική γεύση από τη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου. Ζει άλλωστε ήδη είκοσι δύο συναπτά έτη στην Ιαπωνία. Νομίζω πως αναμφιβόλως θα πρέπει να του αναγνωρίσουμε τη βιωματική γνώση ενός διερευνητικού, αεικίνητου νέου, που πλέον βαδίζει στο ήμισυ του ευρωπαϊκού –όχι ωστόσο του ιαπωνικού– προσδόκιμου ζωής.

Το βιβλίο του Γκαρθία λειτουργεί γιατί απευθύνεται, όπως ο ίδιος επισημαίνει με ειλικρινή ταπεινότητα και ευθύτητα, στους αμύητους.

Το βιβλίο είναι ειλικρινές, καταληπτό, όντως ενημερωτικό, ρέον και εξόχως εικονογραφημένο. Λειτουργώντας ως μια σχεδόν υβριδική έκδοση, κινείται με ευκολία μεταξύ ενός εμπλουτισμένου με στοιχεία ιστορίας και πολιτισμού ταξιδιωτικού οδηγού (χωρίς να δίνει έμφαση σε αυτό, μια και στον ιστότοπο του Γκαρθία βρίσκει κανείς πληθώρα τουριστικών πληροφοριών) και μιας «μικρής πολιτισμικής ιστορίας». Η αλήθεια είναι πως υποψιάζει ήδη το εξώφυλλο: Δεν πρόκειται για πολιτισμική ιστορία με όρους ιστοριογραφικούς. Μην αναζητήσετε, λοιπόν, αναλύσεις τύπου Peter Burke ή άλλων μεγάλων ιστορικών του πολιτισμού.

Το βιβλίο του Γκαρθία λειτουργεί γιατί απευθύνεται, όπως ο ίδιος επισημαίνει με ειλικρινή ταπεινότητα και ευθύτητα, στους αμύητους, σε όσους θέλουν να ανοίξουν μια πόρτα σε ό,τι αποτελεί τη βάση της ιαπωνικής λογικής, κοινωνίας, οικονομίας, γενικά κουλτούρας με την ευρύτερη έννοια. Η γραφή του, λιτή και άμεση, αποδίδεται με μια πολύ ικανοποιητική μετάφραση από την Τιτίνα Σπερελάκη (με εξαίρεση, ας μου επιτραπεί, τον τονισμό των μεταγραμμένων στα ελληνικά ιαπωνικών λέξεων, τουλάχιστον με βάση όσα άκουγα όσο ζούσα στο Τόκιο).  

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Σε δώδεκα κεφάλαια το βιβλίο μάς παρουσιάζει το ιαπωνικό φαινόμενο ευσύνοπτα και, σε πρώτο επίπεδο, σχεδόν στην ολότητά του. Στη συνέχεια ενός προλόγου με προσωπικές αναφορές και μια διερευνητική φιλοσοφική διάθεση περί του τι ακριβώς καθιστά την Ιαπωνία τόπο τόσο διαφορετικό από τα ευρωπαϊκά οικεία, ακολουθούν τέσσερα κεφάλαια. Σε αυτά ο συγγραφέας μάς παραθέτει, με χρονολογική διάρθρωση που γίνεται εύκολα κατανοητή, πληροφορίες για τις απαρχές του ιαπωνικού πολιτισμού, τις παραδοσιακές τέχνες, την ιαπωνική κοσμοθεωρία και τη διαμόρφωσή της, που αντανακλά στην ιδιαίτερη προσωπικότητα και φιλοσοφία ζωής των Ιαπώνων, καθώς και για ορισμένα «αξιοπερίεργα» σύμβολα, έννοιες-εικόνες-αντιλήψεις, που θέτουν τη διαφορετικότητα σε πρώτο πλάνο για έναν Δυτικό ή τουλάχιστον μη Ασιάτη.

Στη συνέχεια, στα κεφάλαια πέντε έως επτά, ο Γκαρθία μάς μιλάει για τον ιαπωνικό κόσμο τού σήμερα, εστιάζοντας σε κεντρικά σημεία της κοινωνίας: την ιαπωνική οικονομία και τα εργασιακά ήθη, που εν πολλοίς επικράτησαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την ιαπωνική κουζίνα, την κοινωνική συμβίωση και συναναστροφή, με ενδεικτικά «προγράμματα καθημερινότητας» ανδρών, γυναικών, μαθητών και διαφόρων κοινωνικών τύπων-ομάδων, καθώς και ορισμένα άκρως «ιαπωνικά», αλλά συχνά με δυτικές επιρροές, φαινόμενα κοινωνικής ομαδοποίησης-εκδήλωσης, που έχουμε όλοι κατά νου όταν σκεφτόμαστε την Ιαπωνία, βλέπε το «σύνδρομο της λολίτας» και ειδικά τα κορίτσια της συνοικίας Χαρατζούκου του Τόκιο.    

Στα κεφάλαια οκτώ έως δέκα παρουσιάζονται στοιχεία του σύγχρονου ιαπωνικού πολιτισμού, εστιάζοντας στην κουλτούρα των μάνγκα και άνιμε, στη σύγχρονη μουσική, στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση, φαινόμενα του δεύτερου μισού του 20ού και του 21ου αιώνα, ενίοτε με βαθιές ρίζες –ιδίως ως προς τα μάνγκα– στον γραπτό και εικονογραφικό ιαπωνικό πολιτισμό προηγούμενων αιώνων. Αναφέρω, ειρήσθω εν παρόδω, μια προσωπική εμπειρία, ενδεικτική της βίωσης της ιαπωνικής τέχνης από τον αμύητο: Την πρώτη φορά που πήγα στο Εθνικό Θέατρο του Τόκιο για να παρακολουθήσω καμπούκι, το παραδοσιακό λαϊκό θέατρο, δεν έβλεπα την ώρα να τελειώσει. Την τελευταία φορά που είδα παράσταση στο ίδιο θέατρο δεν μπορούσα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου, τόση ήταν η αισθητική μου συγκίνηση, που δεν χρειαζόμουν υπότιτλους ή επεξηγήσεις για τα τεκταινόμενα. Η ιαπωνική τέχνη διαπερνά σταδιακά, αναπόδραστα τον πυρήνα του ανεξοικείωτου, και υποδόρια τελικά σε συναρπάζει, φτάνει να είσαι ανοιχτός στο αλλότριο. 

Τέλος, τα δύο τελευταία, πριν από τον επίλογο, κεφάλαια δίνουν έμφαση στην επίσκεψη του Τόκιο (κεφάλαιο έντεκα), με αναλυτικές αναφορές στην ανθρωπογεωγραφία και τις πιο αντιπροσωπευτικές συνοικίες της ιαπωνικής πρωτεύουσας, καθώς και στη γενικότερη ταξιδιωτική εμπειρία του αλλοδαπού επισκέπτη ολόκληρης της Ιαπωνίας (κεφάλαιο δώδεκα), δίχως ο συγγραφέας να παραλείψει να μοιραστεί ορισμένα από τα δικά του αγαπημένα μέρη ή να επισημάνει την πεμπτουσία τόπων προς ανακάλυψη για ένα πρώτο ταξίδι στην καταπληκτική Ιαπωνία. 

Ως αναγνώστης, αλλά και με βάση τη βιωματική μου εμπειρία, οφείλω να παρατηρήσω πως ο Γκαρθία πληροφορεί με ακρίβεια, ερμηνεύει-εξηγεί (ή τουλάχιστον προσπαθεί να εξηγήσει), αναλύει και εν τέλει σκιαγραφεί συνοπτικά τον «ιαπωνικό τρόπο». Είναι αμερόληπτος και αυτό τού το αναγνωρίζω. Παρουσιάζει το διαφορετικό για εμάς με τρόπο σχεδόν ουδέτερο – μόνο υφέρπουσα υποφώσκει η αδυναμία του στον ιαπωνικό πολιτισμό και τρόπο ζωής. Δεν παραβλέπει πως όσα μπορεί εκ πρώτης να φαίνονται σχεδόν ιδεατά για μια κοινωνία σαν τη δική μας, εκπορεύονται από μια διαφορετική νοοτροπία, απότοκη, συχνά, αυστηρής ιστορικής και κοινωνικής επιβολής. Μας παρουσιάζει καλειδοσκοπικά τον ιαπωνικό πολιτισμό ξεδιπλώνοντας εν είδει βεντάλιας κάθε πολύτιμη, ενίοτε ακατανόητη ή δυσπρόσιτη, πτυχή της ιαπωνικής κουλτούρας και θεώρησης των πραγμάτων. Εάν θα είχα να παρατηρήσω κάτι που μου έκανε εντύπωση, είναι οι εκτενείς αναφορές στα εργασιακά και κοινωνικά ήθη, στοιχεία αντικειμενικά κεφαλαιώδη στη σημερινή Ιαπωνία, που κάνουν το βιβλίο ιδιαίτερα ενδιαφέρον για έναν άνθρωπο που προετοιμάζεται να μετοικήσει εκεί για σπουδές, εργασία, ζωή. Αυτό το σημείο, λιγότερο θελκτικό για όσες και όσους αναζητούν έναν απλό ταξιδιωτικό οδηγό, είναι κεντρικό για την κατανόηση της ιαπωνικής κοινωνίας τού σήμερα. Ένα άλλο προσόν του βιβλίου είναι ότι μπορεί να διαβαστεί αποσπασματικά – αυτό λειτουργεί σαφώς υπέρ του, καθώς κάποια κεφάλαια ίσως να μην αφορούν στον ίδιο βαθμό όλους (βλέπε τα κεφάλαια περί μάνγκα και άνιμε ή περί ιαπωνικής μουσικής).

Καταληκτικά, θα έλεγα πως το στοίχημα ο Γκαρθία το κερδίζει. Ο συγγραφέας, «κολλημένος με την Ιαπωνία», έχοντάς την επισκεφθεί πρώτη φορά το 2004, διατηρεί ορισμένα από τα νεανικά του «κολλήματα», αλλά με τη ματιά του έμπειρου στην ιαπωνική ζωή πλέον σαρανταπεντάρη, μυεί τις αναγνώστριες και τους αναγνώστες του στο διαφορετικό, που κρύβεται συχνά στο υπόρρητο, το συνεσταλμένο, στη γοητεία «της σκιάς», για να θυμηθούμε και το «εγκώμιο» του Τανιζάκι. Ένα ευχάριστο βιβλίο για μια πρώτη επαφή με την Ιαπωνία, μυθικό αρχιπέλαγος που γεννήθηκε για να πάλλεται, να αντέχει και να διατηρείται ενωμένο και συμπαγές, αψηφώντας σεισμούς, ηφαίστεια και τσουνάμι, διατηρώντας τους κοινωνικούς και πολιτισμικούς δεσμούς του αρραγείς, ίσως χάρη και στην αγαπημένη τεχνική του κιντσούγκι.  

[Σ.τ.Σ.: «Κιντσούγκι» σημαίνει «χρυσή ένωση» και ως όρος δηλώνει την ιαπωνική τεχνική επανασυγκόλλησης, εν είδει στοργικής θεραπείας των θραυσμένων κεραμικών ή, ακόμη περισσότερο, πορσελάνινων αντικειμένων. Χρησιμοποιείται μια ειδική κόλλα αναμεμειγμένη με φύλλα ή σκόνη χρυσού (αλλά πλέον και αργύρου ή άλλου μετάλλου) και μπορεί να έχει απόλυτα λείο ή ανάγλυφο αποτέλεσμα. Το κιντσούγκι μιλάει, όπως πολλά ιαπωνικά πράγματα, για τον άνθρωπο μέσα από αυτά. Πως να σεβαστείς το παλιό, να το συντηρήσεις, αποδίδοντάς του τον πρέποντα σεβασμό και να προχωρήσεις στη ζωή, έστω και «σπασμένος»: το τραύμα ως κομμάτι της ανθρώπινης εμπειρίας.]   

 

Κολλημένος με την Ιαπωνία
Μικρή πολιτισμική ιστορία
Héctor García
μετάφραση: Τιτίνα Σπερελάκη
Εκδόσεις Πατάκη
264 σελ.
ISBN 978-960-16-9277-7
Τιμή €18,80  

https://diastixo.gr/kritikes/meletesdokimia/26064-kollimenos-me-tin-iaponia


https://diastixo.gr

Μαρία Κούρση: «Ο χρόνος σε τίτλους»

 


Η κατά κοινή ομολογία καλύτερη ποιήτρια της λεγόμενης γενιάς του ’80, Μαρία Κούρση, στον παρόντα τόμο, όπως και σε προηγούμενους, διαχειρίζεται το ποιητικό της σώμα βάσει συμβόλων, στα οποία θα αναφερθούμε αναλυτικά παρακάτω. Πράγματι, η δημιουργός θέτει τις ιδέες της, τις απόψεις της, τα συναισθήματά της, την ευαισθησία της αλλά πάνω απ’ όλα την τεχνική της στην κατασκευή ποιημάτων, τα οποία, όπως συμβαίνει πάντα με τους μεγαλύτερους τεχνίτες του λόγου, λειτουργούν ως εφαλτήρια, ως άξονες, ως καταλύτες, προκειμένου να πλησιάσουμε κόσμους και σύμπαντα τα οποία, όσα πράγματα και αν έχουμε διαβάσει, μας είναι άγνωστα και χρειαζόμαστε τα υποστυλώματα που θα μας βοηθήσουν στην εξερεύνησή μας. Η Κούρση γράφει ακολουθώντας όλους τους κλασικούς κανόνες της ποίησης, όπως συντόμευση των αισθημάτων, ανατροπές δεδομένων, πλάγια επαναφορά παραμέτρων που ίσως δεν έγιναν αντιληπτές με την πρώτη ανάγνωση, περιορισμένη έκταση (με δυο λόγια, σύντμηση των ποιημάτων, που από την πείρα μας ξέρουμε πως μόνο αυτά έχουν το τελειότερο περιεχόμενο – μην ξεχνάμε ποτέ τους αναγνωρισμένους ποιητές, οι οποίοι όταν τους στέλναμε τα πρώτα μας ποιήματα μας απαντούσαν με ένα μπιλιέτο όπου ανέγραφαν: «Με ενδιαφέρει η δουλειά σας, γιατί έχετε πετύχει μίαν εκφραστική λιτότητα») και επίσης μείξη φαντασίωσης και ρεαλισμού, καθημερινότητας και υπερρεαλισμού, πραγματολογικές συνισταμένες και εντελώς ξένες με τη λογική όπως αυτή ορίζεται από τον μέσο δέκτη, τέλος, αφαίρεση επιλογών που θα μπορούσαν να αποτρέψουν το τεράστιο ενδιαφέρον με το οποίο πλησιάζουμε την τέχνη της. Έτσι, βρισκόμαστε ενώπιον μιας ποιητικής που δεν συγκινεί με την έννοια του λαϊκισμού, αλλά προβληματίζει και επιδρά πάνω μας, που δεν κορυφώνεται αλλά η διακριτικότητά της είναι κάτι παραπάνω από εμφανής, που δεν προκαλεί τραγικότητες αλλά, το αντίθετο, επιμένει (παρά τα αποσπάσματα μεγάλων ποιητών, πεζογράφων και φιλοσόφων) σε ό,τι πιο απλό ή αληθινό, της εξαίρετης ελληνικής παράθεσης και όχι μόνο, έχει κατατεθεί στη διάρκεια των χρόνων στο ευρύ κοινό, αλλά και στην ιστορία της λογοτεχνίας· εν κατακλείδι, βρισκόμαστε ενώπιον μιας ποίησης που φανερώνει την πείρα και την ωριμότητα μιας γυναίκας, η οποία επί τέσσερις και κάτι δεκαετίες ασκεί ένα πραγματικό λειτούργημα, πετυχαίνοντας να κερδίσει όχι απλώς την περιέργειά μας ή τη λοξή ματιά μας, αλλά και την αμέριστη σύμπλευση μαζί της.

Ένα από τα αγαπημένα σύμβολα της ποιήτριας Μαρίας Κούρση είναι το θέατρο, η συγκεκριμένη τέχνη που κυριολεκτικώς την επηρεάζει θετικά (φαντάζομαι πόσες θεατρικές παραστάσεις θα έχει δει στη ζωή της), η οποία –στην προηγούμενη συλλογή ήταν συνολικά το μόνιμο ερέθισμά της, εδώ παρουσιάζεται πιο επιλεκτικά– διαθέτει την απίστευτη αλληλεπίδραση ηθοποιών και κοινού –ζώντες οργανισμοί, ο ένας απέναντι στον άλλον– και η οποία έρχεται από την αρχαιότητα, διασχίζει το Βυζάντιο, περνά από Μεσαίωνα και Αναγέννηση, από παραδοσιακές μορφές και καταλήγει στο σήμερα, όπου οι θεατρόφιλοι ασφαλώς και έχουν πολύ μεγαλύτερες απαιτήσεις (κάτι που στη δεκαετία του ’70, ιδίως με την έξαρση του νεοελληνικού θεάτρου και τους Καμπανέλλη, Μουρσελά, Μάτεσι, Σκούρτη, Κεχαΐδη, Αναγνωστάκη, Χαβιαρά, Ζιώγα, Ευθυμιάδη, Μανιώτη, Ποντίκα, Χρυσούλη, Διαλεγμένο, Παπαδογεώργη, Δοξαρά κ.ά. έδωσε αληθινά αριστουργήματα, σήμερα το κενό καλύπτεται από ό,τι καλύτερο διαθέτει η παγκόσμια δραματουργία), άρα όλη αυτή η διαδικασία δίνει στην ποιήτρια πρωτόγνωρα ερεθίσματα, τα οποία μετουσιώνει σε κραυγές ποιητικού χρώματος και κοινωνικής συνεισφοράς. Η Κούρση αγαπά τόσο πολύ το θέατρο, που το απογειώνει με τον τρόπο της, μας δίνει την ευκαιρία να διαπιστώσουμε το πόσο η συγκεκριμένη μορφή του λόγου μπορεί να διαμορφώσει συνειδήσεις και χαρακτήρες, μας υπενθυμίζει την τεράστια σύμπλευση ποίησης και θεάτρου στην αρχαιότητα και, μ’ ένα φιλικό προς τον αναγνώστη κλείσιμο του ματιού, μας προτρέπει να το ακολουθήσουμε, εκεί στις σκοτεινές αίθουσες, όπου τα πάθη και τα λάθη των ηρώων μπορούν να μας προστατέψουν από κάθε προσωπική, οικογενειακή, κοινωνική και συλλογική δυσκολία και επικινδυνότητα. 

Βρισκόμαστε ενώπιον μιας ποίησης που φανερώνει την πείρα και την ωριμότητα μιας γυναίκας, η οποία επί τέσσερις και κάτι δεκαετίες ασκεί ένα πραγματικό λειτούργημα.

Λεληθότως

     Δέντρα στους τίτλους
          Δέντρα σε τίτλους

Τόσα σκαλιά ανέβηκα
Απόφαση δεν πήρα

Ένα άλλο αγαπημένο μοτίβο –σύμβολο, εν γένει– της ποιήτριας Μαρίας Κούρση είναι η ενσωμάτωση των πιο αναγνωρισμένων λογοτεχνών (κυρίως Ελλήνων) στο έργο της, αμέσως ή εμμέσως, φανερά ή υποδορίως – λογοτεχνών που τη διαμόρφωσαν στην πορεία της στα γράμματα, που την ενέπνευσαν στη συγκρότηση της προσωπικότητάς της, λογοτεχνών που τους διάβασε, τους μελέτησε, τους αποκρυπτογράφησε, τους έκανε –ακόμη και αν δεν τους γνώρισε ποτέ– οικεία της πρόσωπα, τους διασώζει εν τέλει από τη λήθη σήμερα που το αναγνωστικό κοινό βρίσκεται σε τεράστια αμηχανία, διατηρώντας τη μνήμη τους ζωντανή και πάνω απ’ όλα διακρίνοντας την ποιητική αρτιότητα ανθρώπων όπως ο Καρυωτάκης και η Πολυδούρη, ο Ρίτσος και ο Σεφέρης, ο Λειβαδίτης και ο Αναγνωστάκης, η Αγγελάκη-Ρουκ και η Βακαλό, ο Λάγιος και ο Μπλάνας. Και φυσικά, τηρώντας όλα τα ηθικά πλεονεκτήματα, η Κούρση δεν θα μπορούσε να μη μιλήσει για τους ογκόλιθους της τέχνης της, δεν θα μπορούσε να μείνει απαθής σε ό,τι οι συγκεκριμένοι (και πολλοί άλλοι) προσέφεραν στον λόγο, δεν θα μπορούσε να παραμείνει άλαλη απέναντι σε ό,τι από τα νεανικά της χρόνια τη συγκλόνισε, τη συνεπήρε, την εντυπωσίασε, την εμπλούτισε ώστε και η ίδια να καταφέρει να πετύχει κάτι το ισοϋψές και το ισότιμο (πράγμα που η μετριοφροσύνη της ίσως να μην αποδέχεται, εμείς είμαστε πεπεισμένοι πως έτσι είναι).       

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Αντιθέτως

Αίθουσα 4

Το φεγγαράκι δεν είναι λαμπρό
Ούτε μου φέγγει για να περπατώ
Ορμάει στο κεφάλι μου
Λάμπα χειρουργείου
Μετά την ανάκριση βαρύ

     Στο τρυφερό κομμάτι της σελίδας
     η Κατερίνα ψάχνει πάλι τα
     γυαλιά της [Αγγελάκη-Ρουκ]

Ένα άλλο σύμβολο που η Κούρση χρησιμοποιεί κατά κόρον (και μένουμε εδώ, η συγκεκριμένη ποιήτρια απαιτεί για μια ολοκληρωμένη αντιμετώπιση ολόκληρο κριτικό τόμο) είναι το δέντρο (το εξώφυλλο του βιβλίου παρουσιάζει ένα δέντρο, μάλλον ελιά, έργο του ζωγράφου Δημήτρη Σεβαστάκη, δείχνοντας την ταύτιση της ποιήτριας με το συγκεκριμένο φυσικό αντικείμενο) κι αυτό προσανατολίζει τη σκέψη μας, τη δένει φιλοσοφικά τόσο με τη δημιουργό όσο και με τον αναγνώστη, τι μπορεί να σημαίνουν οι ρίζες του, ο κορμός του, τα κλαδιά του, τα φύλλα του, πόσα χρόνια ζει, πώς ανταποκρίνεται στις καιρικές συνθήκες, τι κάνει στις διάφορες εποχές. Η αγάπη της Κούρση για το δέντρο δείχνει την ελπίδα και την αισιοδοξία με την οποία και πρέπει να κινούμαστε στη ζωή μας, δείχνει την εντιμότητα που ως χαρακτήρας μπορεί να εμβολίζει, τέλος, συμπλέει με τους στίχους του Διονύση Σαββόπουλου: «Τη νύχτα αυτή τη λέτε εσείς φωτιά, μα εγώ τη λέω δέντρο, οι μέρες που λαχτάρησα θα ’ρθούν, εγώ τη λέω δέντρο».

Τίτλοι αιθουσών

Η ανακοίνωση είναι σαφής
Όσοι τίτλοι φέρουν δέντρα
     μένουν εκτός αιθούσης

Οι τίτλοι κρύβουν τα δέντρα
βαθιά μέσα στο μυαλό τους
      Και μπαίνουν ανενόχλητοι
            στις αίθουσες

Γράφοντας για την ποίηση της Μαρίας Κούρση αισθάνθηκα δύο πράγματα: κατ’ αρχάς δεν κατάλαβα το πόσο γρήγορα πέρασε η ώρα και στη συνέχεια ένιωσα μια τεράστια ικανοποίηση, μια απόλαυση, όμοια με εκείνη όταν γράφεις κάτι δικό σου και σου αρέσει πολύ. Γιατί η ποίησή της έχει αυτή την ικανότητα (η οποία προέρχεται από το ταλέντο και την ωριμότητα, που είναι δεδομένα) να σε παρασέρνει, να σε εκπλήσσει, να σε εντυπωσιάζει, να σε αγκαλιάζει, να σε πριμοδοτεί μπαίνοντας σε έναν χώρο, ο οποίος αν είχε διείσδυση σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, ασφαλώς θα ήταν ο πιο δημοφιλής. Έτσι, κλείνοντας, ένα μόνο έχω να προσθέσω: αγοράστε το βιβλίο, διαβάστε το, αναλύστε το με αγαπημένα σας πρόσωπα και αφεθείτε σε έναν προβληματισμό, που ο ποιητικός χρόνος προκαλεί σε αλλεπάλληλες συγκρούσεις με το ακριβότερο άρωμα. 

 

Ο χρόνος σε τίτλους
Μαρία Κούρση
Ηριδανός
88 σελ.
ISBN 978-960-335-571-7
Τιμή €13,78

Ο Χρίστος Παπαγεωργίου είναι ποιητής και κριτικός λογοτεχνίας.

https://diastixo.gr/kritikes/poihsh/26077-o-xronos-se-titlous


https://diastixo.gr

Νίκος Βατόπουλος: «Από το Μουσείο στην Κυψέλη»

 


Η αστική περιπλάνηση για τον Νίκο Βατόπουλο είναι πρωτίστως μια διαδικασία αυτογνωσίας. Το γράφει ο ίδιος ολοκληρώνοντας την αφήγησή του γύρω από την ευρεία περιοχή από το Μουσείο στην Κυψέλη, στο πρόσφατο ομώνυμο βιβλίο του. Οδηγώντας σε στοχαστικό εσωτερικό μονόλογο, καθόσον η περιπλάνηση είναι μια μοναχική πορεία, συχνά φέρει μέσα της και τη νοσταλγία για τις εικόνες που κάποτε ήταν και τώρα πλέον έχουν χαθεί. Εικόνες από γνώριμους δρόμους, με την απουσία πλέον όσων κτηρίων έπεσαν στον βωμό του κέρδους, την απουσία όμως και προσώπων που κάποτε διαβιούσαν σε γειτονιές γεμάτες από ζωή, αλλά και από βαθιά γνώση αισθητικής. Σκέφτομαι πως κυρίως αυτή η αισθητική των χώρων διαβίωσης, που ανακαλεί μέσα της, πέρα από τη γνώση, το ήθος των ανθρώπων, είναι που προκαλεί την πιο ουσιαστική νοσταλγία. Εκτός αυτών των παραμέτρων, βέβαια, η συγκεκριμένη περιπλάνηση προσφέρεται για μια κοινωνιολογική προσέγγιση, καθώς μας δίνεται η ευκαιρία να δούμε τις διαδοχικές μεταμορφώσεις του αστικού ιστού, σε γειτονιές όπως αυτές της Κυψέλης και εν μέρει αυτές γύρω από την Πατησίων, που αποτέλεσαν για δεκαετίες (από την καρδιά του 20ού αιώνα μέχρι περίπου τις αρχές του ’80) πόλο έλξης της μεσαίας τάξης.

Πρόκειται, εν τέλει, για ένα βιβλίο που αφορά το τότε αλλά και το τώρα, εν δυνάμει και το αύριο.

Ο Βατόπουλος αναζητεί τα ίχνη αυτής της αστικής πολυτέλειας στις σωζόμενες πολυκατοικίες με το μάρμαρο και τις περίτεχνες εισόδους, ενδεικτικά στοιχεία ευμάρειας αλλά και μιας προκαταβολικής προσέλκυσης των κατάλληλων ενοίκων. Πού και πού, αποτυπώνει όσα νεοκλασικά κτήρια γλίτωσαν από τη λαίλαπα της αντιπαροχής. Στέκομαι σε μια περιγραφή μιας μονοκατοικίας που είναι σφηνωμένη ανάμεσα σε δύο μοντέρνες πολυκατοικίες και, σε μια αντίστροφη εικόνα, θυμάμαι πως στις αρχές της δεκαετίας του ’60, όταν είχε αρχίσει η ανοικοδόμηση της Κυψέλης, από τον πρώτο όροφο του σπιτιού που τότε στέγαζε την οικογένειά μου, έβλεπα κάθε μέρα τη σημαία να κυματίζει στον βράχο της Ακρόπολης. Ανοιχτός ορίζοντας, μια που η πολυκατοικία μας ήταν η μόνη εν μέσω μονοκατοικιών. Ας μου επιτραπεί αυτή η προσωπική μνήμη, καθώς, όπως γράφει και ο ίδιος, «το βλέμμα ενός περιηγητή φέρει τα στοιχεία της αυτοβιογραφίας του». Μιλάει για τους πολλούς κινηματογράφους, χειμερινούς και θερινούς στην Πατησίων και στην Κυψέλη, τα ζαχαροπλαστεία τους, τα θέατρα, τα πολλά εμπορικά, σε μια αστική ζώνη που έσφυζε από ζωή, και στη διάρκεια της ημέρας αλλά και της νύχτας. Για τη Φωκίωνος Νέγρη (για τους παλιούς Κυψελιώτες, απλώς Φωκίωνος), το «βουλεβάρτο, όπως το ονομάζει ο ίδιος, τότε τον κοινό τόπο αναφοράς και συνάντησης όλων μας. Για την Πατησίων (Πάνω κάτω η Πατησίων, όπως έλεγε η Γώγου, κυκλοφορώντας μέσα της), με την παλιά της λειτουργικότητα ως πεμπτουσία τής τότε αστικής ζωής. Μιλάει μέσα από εικόνες της μνήμης για ό,τι έχει χαθεί, αλλά και με εικόνες τωρινές, σε εξαιρετικής απόδοσης φωτογραφίες για ό,τι ακόμα ζωντανό.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Για όσους ζήσαμε σ’ αυτές τις περιοχές (τότε που ήταν στην ακμή τους) το βιβλίο του Βατόπουλου προξενεί μια σωρεία από μνήμες, ταυτόχρονα έναν σκεπτικισμό για την απολεσθείσα αισθητική, για την απουσία σεβασμού στον περιβάλλοντα χώρο –χώρο ανάσας για την ίδια μας τη ζωή–, για την ευκολία της μεταποίησης των πάντων με γνώμονα το συμφέρον, το κέρδος, ή και μια κακώς νοούμενη αίσθηση της συμπόρευσης με ό,τι μοντέρνο και νεωτερικό. Γιατί η αισθητική του χώρου μπορεί να διαμορφωθεί και με στοιχεία νεωτερικά, ακόμα και τα πιο σύγχρονα υλικά (κάποτε αδιανόητα για χώρους οίκησης) μπορούν να αποδώσουν την αίσθηση του ωραίου. Κι όμως, υπάρχει και τώρα, ίσως για λίγο ακόμη, η ευκαιρία της διάσωσης όσων στοιχείων αυτής της ζωής επιμένουν να στέκονται όρθια. Γράφει:

«Αν ο διαβάτης πάρει μία προς μία τις πολυκατοικίες επί της οδού Πατησίων και τις φανταστεί συντηρημένες και με όλα τα αρχιτεκτονικά και αισθητικά στοιχεία τους τονισμένα και προβεβλημένα, εύκολα θα αντιληφθεί πως βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα ορυχείο το οποίο είναι ανάγκη να διασωθεί. Για να γίνει όμως αυτό, θα πρέπει πρώτα να κατανοηθεί. Να γίνει δηλαδή κοινώς αποδεκτό πως μία πόλη αξιολογείται, αγαπιέται και αποδίδει όχι μόνο μέσα από τα διάσπαρτα μνημεία της ή από τα μεμονωμένα κτίρια-έργα τέχνης ή ιδιαίτερης ιστορικής αξίας, αλλά και από το σύνολο που έχει αφήσει ως αποτύπωμα η αστική ζωή στην πόλη». (σσ. 87-88)

Και ακριβώς στην παραπάνω επισήμανση θεωρώ πως βρίσκεται η αξία του έργου του Βατόπουλου, στις πολλές καταθέσεις που έχει μέχρι τώρα κάνει στα περιηγητικά βιβλία του. Όχι μόνο, δηλαδή, να καταγράφει ό,τι αξίζει να περισωθεί στη μνήμη, ό,τι εμπλουτίζει το τώρα με το τότε και τη δική του αξία, αλλά, κυρίως, να επισημαίνει ακατάπαυστα τι θα μπορούσε έστω και τώρα να γίνει· είναι μια μορφή «διδασκαλίας», μια μορφή ένταξης του προσωπικού στο κοινό, μια πρόταξη του ενός, του ιδιώτη, που νιώθει επάνω του, ίσως και ως μη όφειλε να το επωμιστεί αυτούσιο, όλο το βάρος μιας συλλογικής ευθύνης. Είναι, σε κάθε περίπτωση, διαλεκτική η σχέση ανάμεσα στους, συχνά απροσδιόριστης έννοιας, «υπεύθυνους» των επάνω στρωμάτων του κοινωνικού (και πολιτικού) οικοδομήματος και στον ιδιώτη-μονάδα του συνόλου. Πρόκειται, εν τέλει, για ένα βιβλίο που αφορά το τότε αλλά και το τώρα, εν δυνάμει και το αύριο:

«Εμείς οι πολίτες του 21ου αιώνα έχουμε το προνόμιο να βιώνουμε μια πολυεπίπεδη κατανόηση όλων αυτών των στρώσεων της Ιστορίας και της συνείδησης και να αναλογιζόμαστε το τώρα σε μια οθόνη του χθες και του αύριο». (σ. 25)

 

Από το Μουσείο στην Κυψέλη
Διαδρομές στην Αθήνα
Νίκος Βατόπουλος
Μεταίχμιο
164 σελ.
ISBN 978-618-03-4198-0
Τιμή €15,50

Η Διώνη Δημητριάδου είναι ποιήτρια και κριτικός λογοτεχνίας

https://diastixo.gr/kritikes/diafora/26066-apo-to-mouseio-stin-kipseli


https://diastixo.gr

Βασίλης Γκουρογιάννης: συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

 


Ο Βασίλης Γκουρογιάννης γεννήθηκε το 1951 και μεγάλωσε στο χωριό Γρανίτσα Ιωαννίνων. Αποφοίτησε από το Λύκειο Ιωαννίνων. Σπούδασε στη Νομική Σχολή Θεσσαλονίκης. Από το 1977 έως πρόσφατα υπήρξε μαχόμενος δικηγόρος στην Αθήνα. Έγραψε ποιήματα, διηγήματα, μυθιστορήματα. Έχει βραβευτεί με έγκυρα βραβεία λογοτεχνίας. Αρθρογραφεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα. Έργα του έχουν μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες. Είναι παντρεμένος και πατέρας δύο παιδιών. Το μυθιστόρημά του Τα κιάλια του Βασίλι Τσουικόφ, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο, μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη. Από το Μεταίχμιο κυκλοφορούν επίσης τα βιβλία του: Κόκκινο στην πράσινη γραμμή, Αναψηλάφηση, Σενάριο αθανασίας, Από την άλλη γωνία, Βέβηλη πτήση και Διηγήσεις παραφυσικών φαινομένων.

Πώς αρχίζει η προετοιμασία της συγγραφής ενός βιβλίου;

Η συγγραφή ενός λογοτεχνικού βιβλίου –έπειτα από κάποια χρόνια σιωπής– ετοιμάζεται όπως προετοιμάζεται η έκρηξη ενός ηφαιστείου που συσσωρεύει λάβα και κανείς δεν γνωρίζει τι είδους ορυκτά υλικά θερμαίνονται στην ψυχή του συγγραφέα και πότε και πώς θα αναβλύσουν και τι δοχείο θα υποδεχτεί αυτή τη λάβα να της δώσει τη γλυπτή μορφή της, δηλαδή τη γραφή, που είναι κάθε φορά μοναδική για κάθε βιβλίο.

Τι σας ώθησε να γράψετε το μυθιστόρημα Τα κιάλια του Βασίλι Τσουικόφ;

Δεν μπορώ να προσδιορίσω κάποια αιτία ή αφορμή που με ώθησε να γράψω αυτό το βιβλίο. Ήταν μια υποσυνείδητη διαδικασία και, για να το συνδέσω με την προηγούμενη ερώτησή σας, θα έλεγα ότι ήταν η στιγμή όπου υπερχείλισε η λάβα εντός μου και έπρεπε να βγει.

Ο τίτλος του είναι συμβολικός ή δηλώνει κάτι κυριολεκτικά;

Σχετικά με τον τίτλο Τα κιάλια του Βασίλι Τσουικόφ, αντιλαμβάνομαι ότι εκ πρώτης όψεως είναι παράδοξος και ακατανόητος για τον αναγνώστη. Πρέπει κατ’ αρχάς να εξηγήσω ποιος ήταν ο Βασίλι Τσουικόφ: Γενναίος Ρώσος στρατάρχης του σοβιετικού στρατού, που ως στρατηγός-διοικητής του Στάλινγκραντ κατόρθωσε το... ακατόρθωτο: σταμάτησε τους Γερμανούς στην ισοπεδωμένη πόλη, σε μία από τις μεγαλύτερες και φονικότερες μάχες στην Ιστορία, και ακολούθως τους συνέτριψε μεταστρέφοντας την πορεία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στο πλαίσιο της μυστικής στρατιωτικής βοήθειας που έστειλε η μεταπολεμική Σοβιετική Ένωση προς τους κομμουνιστές αντάρτες, κάποιος αντάρτης θεώρησε ότι περιήλθαν στα χέρια του τα κιάλια του θρυλικού στρατάρχη. Αυτά ήταν το υπαρξιακό και ιδεολογικό έρεισμα της ζωής του. Επομένως, τα κιάλια είναι το κυριότερο σύμβολο του μυθιστορήματος που εξηγείται στο τέλος του βιβλίου.

Δεν ήθελα έναν ήρωα συμπαθητικό, ήθελα κάποιον να είναι αντίγραφο της νεοελληνικής πραγματικότητας που κανιβαλίζει τον εαυτό της.

Ο ήρωας του μυθιστορήματος έχει τα στοιχεία του τοκογλύφου που θέλει να εκμεταλλευτεί τους άλλους. Υπάρχουν ακόμα και σήμερα τέτοιοι τύποι στην ελληνική κοινωνία;

Ο ήρωας του μυθιστορήματος έχει μια ρημαγμένη ζωή την οποία ο ίδιος κανιβαλίζει, όπως και η γλώσσα κανιβαλίζει το βιβλίο. Δεν ήθελα έναν ήρωα συμπαθητικό, ήθελα κάποιον να είναι αντίγραφο της νεοελληνικής πραγματικότητας που κανιβαλίζει τον εαυτό της μέσα από φαντασιώσεις, αγώνες, προδοσίες, αντιφάσεις. Αδικαίωτοι, αλλά με τις μεγάλες μας ευθύνες. Τα άλλα είναι επουσιώδη.

Γιατί το κράτος δεν τιμώρησε τους δωσίλογους και τους τοκογλύφους;

Δεν τιμώρησε δωσίλογους και μαυραγορίτες, διότι τους χρειάστηκε για να στήσει την εξουσία του κράτους, την οποία θεώρησε ότι μπορούσε να χάσει από τους φιλοσοβιετικούς κομμουνιστές.

Ο Μάο, ο Δημητρώφ, ο Λένιν είναι διατηρημένοι μέσα στα μαυσωλεία. Ποιος είναι ο λόγος που τους βαλσάμωσαν και τους διατηρούν ακόμη;

Είναι η αθεϊστική λατρεία των σοσιαλιστών ηρώων και διανοουμένων και η ανάγκη να υπάρχουν σύμβολα προς μίμηση. Καμιά διαφορά με τη λατρεία που αποδίδεται στους αγίους των μεταφυσικών θρησκειών. Ένα και το αυτό!

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Γράφετε ότι μετά την περεστρόικα δεν υπάρχει πλέον ασφάλεια και βεβαιότητα σε τίποτε. Και πού βαδίζει ο κόσμος μας;

Η περεστρόικα ήταν ένας σεισμός που γκρέμισε τις αστραφτερές βιτρίνες του υπαρκτού σοσιαλισμού και όλα τα πολύτιμα κρύσταλλα που βρίσκονταν μέσα είτε έσπασαν είτε ράγισαν – και το ραγισμένο κρύσταλλο δεν κολλάει. Σχετικά με το ερώτημα «πού πάει ο κόσμος», θα αναθέσω την απάντηση στον μέγα Ηράκλειτο: Τα πάντα ρει και ουδέν μένει. Και μετά, πάλι όλα από την πρώτη αρχή της δημιουργίας του κόσμου!

Ο άνθρωπος, τονίζετε, πρέπει να διαβάζει. Διαβάζουν σήμερα οι Έλληνες;

Η πλειονότητα των ούτως ή άλλως ολίγων αναγνωστών διαβάζει με διάθεση να ψυχαγωγηθεί ή μάλλον να… ξεχαστεί από τα προβλήματα, παρά να στοχαστεί και να… θυμηθεί.

Παλιά έβλεπες στις καφετέριες, στο μετρό, στο λεωφορείο να διαβάζουν βιβλία. Τώρα όλοι παίζουν με τα κινητά. Δεν υπάρχει καμία αντίσταση στην τεχνολογία;

Υπάρχει μια φράση στο μυθιστόρημά μου που σχολιάζει αυτό το (παγκόσμιο) φαινόμενο: «...ασχολούνται με τα κινητά τους, με αυτές τις μηχανές... της αμηχανίας, διότι δεν έχουν την ψυχική δύναμη να κοιτάξουν τον απέναντι άγνωστο συνάνθρωπό τους κατευθείαν στα μάτια...».

Λέτε, ο νεκρός είναι ο μόνος που δεν το ξέρει. Οι άλλοι το μαθαίνουν και τον θάβουν. Μπορείτε να σχολιάσετε αυτά τα αλληγορικά λόγια;

Πόσοι και πόσοι άνθρωποι δεν βιώνουν τη ζωή τους συναισθηματικά νεκροί, χωρίς προορισμό, αλλά ενταφιασμένοι επάνω από το χώμα, σε όρθια στάση, και κινούνται και μιλούν και θησαυρίζουν; Ποια διαφορά έχει ο κάτω από το χώμα θάνατός τους με τον πάνω από το χώμα;

Είστε ικανοποιημένος από την πορεία σας στα ελληνικά γράμματα;

Όταν σκέφτομαι ότι μεγάλωσα στη δεκαετία του ’50 σε αγροτοκτηνοτροφική οικογένεια, με πατέρα πρωτομάστορα της πέτρας και μάνα αγρότισσα και κτηνοτρόφο, και εγώ έκανα το ίδιο μέχρι τις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου, είδα αυτοκίνητο στα έξι μου χρόνια, θάλασσα στα δώδεκα και λογοτεχνικά βιβλία διάβασα από τις βιβλιοθήκες του Γυμνασίου και από τα καροτσάκια των πλανόδιων βιβλιοπωλητών στις παραλίμνιες εμποροπανηγύρεις των Ιωαννίνων, πώς να μην είμαι ευχαριστημένος.

Τι θα προτείνατε στους αναγνώστες που θα διαβάσουν τη συνέντευξή σας;

Να με κατανοήσουν και να με εντάξουν στον χρόνο μου και στον χώρο μου.

 

Τα κιάλια του Βασίλι Τσουικόφ
Βασίλης Γκουρογιάννης
Μεταίχμιο
256 σελ.
ISBN 978-618-03-4592-6
Τιμή €15,50

Ο Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης είναι συγγραφέας.

https://diastixo.gr/sinentefxeis/ellines/26079-sinenteuksi-ston-elpidoforo-intzempeli


https://diastixo.gr

ΔΥΟ ΠΑΤΡΙΔΕΣ - ΜΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ ΓΕΦΥΡΑ Ελλάδα & Γεωργία | Ένα κοινό καλλιτεχνικό όραμα με διεθνή προοπτική 🇬🇷🇬🇪

 

ΔΥΟ ΠΑΤΡΙΔΕΣ - ΜΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ ΓΕΦΥΡΑ

Ελλάδα & Γεωργία | Ένα κοινό καλλιτεχνικό όραμα με διεθνή προοπτική 🇬🇷🇬🇪
Με ιδιαίτερη τιμή και βαθιά αίσθηση πολιτιστικής ευθύνης ανακοινώνεται η έναρξη μιας ξεχωριστής καλλιτεχνικής σύμπραξης Ελλάδας και Γεωργίας, με ορίζοντα το 2030 και προοπτική διεθνούς παρουσίας.
Στο επίκεντρο της πρωτοβουλίας βρίσκονται δύο καλλιτέχνες της νεότερης γενιάς, ο Ευάγγελος Αραμπατζής, Μαέστρος και Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Συμφωνικής Ορχήστρας Νέων Ελλάδος και ο George Guren, ερμηνευτής και σολίστ με ελληνική και γεωργιανή καλλιτεχνική διαδρομή, οι οποίοι ενώνουν τις δυνάμεις τους με κοινό όραμα την δημιουργία μιας διαρκούς πολιτιστικής γέφυρας μεταξύ των δύο χωρών.
Η πρωτοβουλία φιλοδοξεί να αναδείξει, μέσα από την συμφωνική μουσική και την ζωντανή καλλιτεχνική πράξη, τον πολιτιστικό πλούτο, την ιστορική μνήμη και την σύγχρονη καλλιτεχνική φυσιογνωμία Ελλάδας και Γεωργίας, μεταφέροντας τα ιδιαίτερα πολιτιστικά τους ιδιώματα σε σημαντικές διεθνείς σκηνές και διοργανώσεις.
Η πρώτη φάση του εγχειρήματος θα εγκαινιαστεί με δύο μεγάλες συναυλίες, μία στην Ελλάδα και μία στην Γεωργία, ως συμβολικό αλλά και ουσιαστικό σημείο εκκίνησης μιας ευρύτερης διεθνούς καλλιτεχνικής διαδρομής. Στην συνέχεια, θα ανακοινωθεί το πλήρες πρόγραμμα της διεθνούς περιοδείας, μέσα από την οποία οι δύο καλλιτέχνες θα παρουσιάσουν ένα πολυσύνθετο συμφωνικό και πολιτιστικό πρόγραμμα σε επιλεγμένες σκηνές και διοργανώσεις ανά τον κόσμο.
Ο Ευάγγελος Αραμπατζής και ο George Guren δεν επιχειρούν απλώς μια καλλιτεχνική συνεργασία. Επιχειρούν να μετατρέψουν την μουσική σε γλώσσα συνάντησης δύο λαών. Μέσα από την κοινή τους παρουσία, η Ελλάδα και η Γεωργία συναντώνται δημιουργικά, συνομιλούν πολιτιστικά και παρουσιάζουν στον διεθνή χώρο την κοινή τους δύναμη: Έναν πολιτισμό που δεν γνωρίζει σύνορα.
Η πρωτοβουλία αυτή αποτελεί έναν νέο πυρήνα ελληνογεωργιανής πολιτιστικής εξωστρέφειας, με φιλοδοξία να εξελιχθεί σε σταθερό θεσμό διεθνών καλλιτεχνικών συμπράξεων, υπηρετώντας την αμοιβαία γνωριμία, την φιλία και την πολιτιστική εγγύτητα των δύο χωρών.
Ελλάδα και Γεωργία. Δύο πολιτισμοί. Και μια μουσική γέφυρα που φιλοδοξεί να ταξιδέψει σε ολόκληρο τον κόσμο.
Ευάγγελος Αραμπατζής
Ο Ευάγγελος Αραμπατζής, γεννημένος στην Θεσσαλονίκη το 1993, ανήκει στη νεότερη γενιά Ελλήνων αρχιμουσικών και καλλιτεχνικών διευθυντών, με πολυσχιδή παρουσία στην διεύθυνση ορχήστρας και χορωδίας, στην μουσική παιδαγωγία και στην καλλιτεχνική δημιουργία. Προερχόμενος από μουσική οικογένεια, ήρθε σε επαφή με την μουσική από την παιδική του ηλικία, μέσα από παιδικές χορωδίες και συστηματικές σπουδές σε Ωδεία, έχοντας ως σημαντικό πρώτο σταθμό την καθοριστική διδακτική συμβολή της καθηγήτριας Ilona Welther.
Το 2007 υπήρξε πρωταγωνιστής στην παιδική όπερα «Χένσελ & Γκρέτελ», στο πλαίσιο του πρώτου πανελλαδικά θεσμοθετημένου και καθιερωμένου Φεστιβάλ «Παις Όπερα», μιας πρωτοποριακής σύμπραξης της Όπερας Θεσσαλονίκης, του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης, του Μουσικού Σχολείου Θεσσαλονίκης και του Υπουργείου Πολιτισμού.
Η ακαδημαϊκή και μουσική του κατάρτιση περιλαμβάνει τα Πτυχία Ωδικής, Ενοργάνωσης, Αρμονίας, Αντίστιξης, Φυγής, Βυζαντινής Μουσικής, Πιάνου και Μονωδίας, καθώς και το Δίπλωμα Μονωδίας, με βαθμό Άριστα και Α΄ Βραβείο, και το Δίπλωμα Διεύθυνσης Χορωδίας, με βαθμό Άριστα παμψηφεί και Α΄ Βραβείο, υπό την καθοδήγηση του Μαέστρου και Συνθέτη Ιωάννη Καρκάλα. Παράλληλα, στο Κεντρικό Ωδείο Θεσσαλονίκης μελέτησε διεύθυνση ορχήστρας και σύνθεση υπό τον καταξιωμένο Καθηγητή και Συνθέτη Λάζαρο Δεληδήμο.
Από το 2010, για τρία έτη, ανέλαβε την διεύθυνση της Παιδικής Χορωδίας και Ορχήστρας του Ωδείου «Μπολερό» Θεσσαλονίκης, εγκαινιάζοντας παράλληλα την επαγγελματική του πορεία ως εκπαιδευτικός σε μουσικά ιδρύματα.
Το 2011 ίδρυσε και ανέλαβε τη διεύθυνση της Συμφωνικής Ορχήστρας Νέων Ελλάδος (ΣΟΝΕ), ενώ το 2012 ίδρυσε και το τμήμα Παιδικής και Νεανικής Χορωδίας της ΣΟΝΕ, συγκροτώντας ένα δυναμικό καλλιτεχνικό σύνολο νέων μουσικών από ολόκληρη την Ελλάδα. Υπό την καλλιτεχνική του καθοδήγηση, η ΣΟΝΕ έχει αναπτύξει έντονη συναυλιακή και κοινωνική δράση, με σταθερό προσανατολισμό στην ανιδιοτ.ελή κοινωνική προσφορά μέσω της μουσικής.
Για το καλλιτεχνικό, παιδαγωγικό και κοινωνικό του έργο έχει τιμηθεί με Έπαινο από τον Σύνδεσμο Φιλαρμονικών Χορωδιών Ελλάδος, την Μουσική Εταιρεία Βορείου Ελλάδος, τον Δήμο Θεσσαλονίκης, την Πανελλήνια Ένωση Διευθυντών Χορωδιών (Π.Ε.ΔΙ.ΧΟ.), την Χ.Ο.Ν., η οποία τον ανακήρυξε Επίτιμο Μέλος και του απένειμε το Α΄ Βραβείο σε Πανελλήνιο Διαγωνισμό Κλασικού Τραγουδιού, την Ένωση Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος (ΕΛΒΕ) και τον Σύνδεσμο Αποφοίτων ΣΣΑΣ. Το έργο του έχει επίσης τύχει ιδιαίτερης αναγνώρισης μέσω συγχαρητηρίων επιστολών από την Α.Θ.Π. τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο, τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ. Θεόδωρο Β΄, τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο Β΄, τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Προκόπη Παυλόπουλο και τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας κ. Νίκο Αναστασιάδη, μεταξύ άλλων θεσμικών προσωπικοτήτων.
Από τον Σεπτέμβριο του 2015 ανέλαβε την Διεύθυνση της Ευρωπαϊκής Χορωδίας της Στρατιωτικής Σχολής Αξιωματικών Σωμάτων (ΣΣΑΣ), διευρύνοντας περαιτέρω την καλλιτεχνική και παιδαγωγική του δραστηριότητα.
Η μέχρι σήμερα πορεία του Ευάγγελου Αραμπατζή συνιστά μια συνεχή σύνθεση μουσικής παιδείας, καλλιτεχνικής δημιουργίας, διδακτικής προσφοράς και κοινωνικού οράματος, με την μουσική να λειτουργεί όχι μόνο ως καλλιτεχνικός προορισμός, αλλά ως γλώσσα πολιτισμού, παιδείας και ανθρώπινης αλληλεγγύης. Ως Ιδρυτής και Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Συμφωνικής Ορχήστρας Νέων Ελλάδος, συνεχίζει να υπηρετεί την νέα γενιά μουσικών και να διευρύνει το καλλιτεχνικό της αποτύπωμα, με προοπτική την παρουσία της ελληνικής νεανικής συμφωνικής δημιουργίας στον διεθνή μουσικό ορίζοντα.
George Guren
Ο George Guren, γεννημένος τον 1993 στη Γεωργία, είναι ένας πολυσχιδής καλλιτέχνης, η πορεία του οποίου διαμορφώθηκε μέσα από την συνάντηση διαφορετικών μορφών τέχνης και μια ιδιαίτερη προσωπική διαδρομή. Η ζωή του μεταβλήθηκε δραματικά μετά τον Ρωσογεωργιανό πόλεμο του 2008, όταν βίωσε την τραγική απώλεια του παππού, του πατέρα και του αδελφού του σε τροχαίο δυστύχημα. Μαζί με την μητέρα του εγκατέλειψε τη γενέτειρά του και εγκαταστάθηκε στην Θεσσαλονίκη, όπου ολοκλήρωσε με επιτυχία τη φοίτησή του σε ελληνικό σχολείο και άρχισε να καλλιεργεί τις πρώτες εκφάνσεις της καλλιτεχνικής του ιδιοσυγκρασίας.
Το 2015, με την στήριξη του σχολείου του, «Τρίτη Λυκείου», παρουσίασε την πρώτη ατομική του έκθεση ζωγραφικής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, ενώ την ίδια περίοδο απέσπασε την 1η θέση σε ευρωπαϊκό διαγωνισμό ζωγραφικής, γεγονός που προσέδωσε στην εικαστική του δημιουργία ευρύτερη ευρωπαϊκή αναγνώριση. Παράλληλα, η καλλιτεχνική του ταυτότητα φέρει ισχυρό θεατρικό αποτύπωμα, καθώς είναι εγγονός του διακεκριμένου Γεωργιανού ηθοποιού του Κρατικού Θεάτρου «Μαργανισβίλι», Γκιβι Γκουργκενασβιλι. Τιμώντας την καλλιτεχνική παρακαταθήκη του παππού του, το 2015 συμμετείχε σε εξετάσεις υποκριτικής στην Θεσσαλονίκη, αναζητώντας την δική του θέση στον κόσμο της σκηνικής τέχνης.
Στην Θεσσαλονίκη γεννήθηκε και εξελίχθηκε η βαθιά του σχέση με το κλασικό τραγούδι, το οποίο σύντομα μετατράπηκε σε βασικό όχημα της καλλιτεχνικής του έκφρασης. Το 2017 αναδείχθηκε αριστούχος σπουδαστής της έγκριτης σχολής της Τζούλη Μασίνο στην Αθήνα, ενώ την ίδια χρονιά δημιούργησε το δικό του μουσικό συγκρότημα, παρουσιάζοντας πρόγραμμα κλασικής jazz. Μετά από ένα σύντομο ταξίδι και παραμονή στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, επέστρεψε στην Ευρώπη, συνεχίζοντας με συνέπεια την μουσική του αναζήτηση.
Από το 2024 αποτελεί επίσημο μέλος και σολίστ της Συμφωνικής Ορχήστρας Νέων Ελλάδος (ΣΟΝΕ), συμμετέχοντας στις συναυλίες, στις καλλιτεχνικές παραγωγές και στις επίσημες μουσικές εκδηλώσεις της, ενώ έχει εκπροσωπήσει την Ορχήστρα σε σημαντικά μουσικά και πολιτιστικά γεγονότα.
Το 2026, με πρωτοβουλία του Γενικού Προξένου της Γεωργίας στην Θεσσαλονίκη κ. Γκέλα Τζαπαρίτζε, πραγματοποιήθηκε σημαντική συνάντησή του με την Υπουργό Πολιτισμού της Ατζαρίας, Ελισό Μπολκουάτζε, από την οποία έλαβε επίσημη πρόσκληση να επιστρέψει στην Γεωργία και να συμμετάσχει στον διεθνή Φεστιβαλ (Μελωδίες του Γκόνιο), ο οποίος τελεί υπό την αιγίδα της UNESCO. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί ιδιαίτερο σταθμό στην πορεία του, καθώς σηματοδοτεί την επανασύνδεσή του με τη γενέτειρά του και ταυτόχρονα την είσοδό του σε έναν ευρύτερο διεθνή καλλιτεχνικό ορίζοντα.
Την καλλιτεχνική του πορεία και σταδιοδρομία έχει αναλάβει ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Συμφωνικής Ορχήστρας Νέων Ελλάδος, Ευάγγελος Αραμπατζής, με στόχο την περαιτέρω ανάδειξη της ιδιαίτερης καλλιτεχνικής του φυσιογνωμίας και την παρουσία του σε σημαντικές διεθνείς συναυλιακές και πολιτιστικές διοργανώσεις.
Ο George Guren αποτελεί μια ξεχωριστή καλλιτεχνική φυσιογνωμία, στην οποία η μνήμη, η απώλεια, η δημιουργία και η μουσική συνυφαίνονται σε μια πορεία διαρκούς αναγέννησης, μια πορεία που ξεκίνησε από την Γεωργία, ωρίμασε στην Ελλάδα και σήμερα ανοίγεται με αξιώσεις προς την διεθνή καλλιτεχνική σκηνή.