Τρίτη 17 Μαΐου 2022

Βασίλειος Α. Γεώργας: συνέντευξη στον Παναγιώτη Σκορδά

 
Παναγιώτης Σκορδάς

Ο Βασίλειος Α. Γεώργας γεννήθηκε το 1961 στην Αγγελώνα της νοτιοανατολικής Λακωνίας. Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. με ειδίκευση στις Βυζαντινές και Νεοελληνικές Σπουδές. Συνεργάστηκε με τον καθηγητή Εμμανουήλ Κριαρά στο Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών ως συντάκτης στο Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής  Δημώδους Γραμματείας 1100-1669 (το διάστημα 1985-1988) και στο Νέο Ελληνικό Λεξικό. Λεξικό της Σύγχρονης Ελληνικής Δημοτικής Γλώσσας (το διάστημα 1987-1991), που εξέδωσε η Εκδοτική Αθηνών το 1995. Τον Σεπτέμβριο του 1988 διορίστηκε μόνιμος καθηγητής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και δίδαξε σε σχολικές μονάδες του Κιλκίς για πέντε χρόνια. Από το 1993 ζει μόνιμα στη Λέσβο, διδάσκει σε σχολεία του νησιού και είναι μέλος του Συνδέσμου Φιλολόγων Λέσβου. Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης το Γλωσσάρι στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη, ένας εντυπωσιακός τόμος 976 σελίδων, καρπός πολύχρονης ερευνητικής δουλειάς, με πρόλογο του Μιχαήλ Πασχάλη. Για το βιβλίο αυτό συζητάμε με τον συγγραφέα.

Τι ακριβώς είναι το Γλωσσάρι στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη;

Το Γλωσσάρι στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη είναι ερμηνευτικός γλωσσικός οδηγός, που επιχειρεί να διευκολύνει τον μέσο αναγνώστη στην προσέγγιση της συχνά δυσπρόσιτης γλώσσας του συγκεκριμένου δημιουργού και στην κατανόηση του έργου του. Επιπλέον, αναμένεται να καταστεί χρήσιμο και σε φιλολόγους, ειδικούς ερευνητές, νεοελληνιστές μελετητές αλλά και μεταφραστές του Καζαντζάκη, μιας και παραμένει ο πιο πολυμεταφρασμένος Νεοέλληνας δημιουργός. Αν και είναι λογοτέχνης με πολύ ασυνήθιστη γλώσσα, εντούτοις δεν υπήρχε έως τώρα το ερμηνευτικό βοήθημα που χρειαζόταν, προκειμένου να γίνουν ευκολότερα προσπελάσιμες δεκάδες ακατανόητες ή δυσνόητες λέξεις και φράσεις, που κατά κόρον χρησιμοποιούσε με σκοπό να προσδώσει πρωτοτυπία στα έργα του. Έφτασε το πλήρωμα του χρόνου και ο Καζαντζάκης να αποκτήσει το γλωσσάρι του, προϊόν πολυετούς και πολύμοχθης ερευνητικής προσπάθειας, που καλύπτει το σύνολο του λογοτεχνικού έργου του περιλαμβάνοντας κατά προσέγγιση δεκαπέντε χιλιάδες λήμματα, των οποίων η ερμηνεία βασίστηκε σε έγκριτα, παλαιά και σύγχρονα, λεξικά της Νεοελληνικής, καθώς και σε ποικίλα έγκυρα μελετήματα, γλωσσάρια και πηγές.

Δώστε μας δύο-τρία αντιπροσωπευτικά λήμματα.

άβιος, επίθ.

Που δεν τεκνοποιεί, στείρος, άτεκνος: ό,τι δεν αγγίξεις απομένει χέρσο, καταραμένο κι ασπόριστο σαν την κοιλιά της μαρμάρας γυναίκας και της άβιας κατσίκας (Συμπ. 18).

αγερίνα η.

Πολύ ψιλή (σαν σκόνη) άμμος της ακρογιαλιάς: όλο αγερίνα, φύκια κι αλυχιά στις πουρπουριές ξαπλώθη (Οδ. Φ 196). [λατιν. (h)arena (= άμμος) και κατάλ. -ίνα με παρετυμολογία προς το ουσ. αγέρας].

βελαόρα η.

Τμήμα χέρσας γης με πετρώδη σύσταση που είναι κατάλληλο για βοσκή, βουνίσιο (εκλεκτό) βοσκοτόπι: απʼ τα ψηλά τσουγκριά ροβόλησαν οι τσελιγκάδες κάτω / το βασιλιά τους να δεχτούν στις δροσερές τους βελαόρες (Οδ. Δ 316). [κουτσοβλαχικό valaora ή vilaora (= πλαγιά για βοσκή)].

έγιοτας ο.

Σκουριά μετάλλων εξαιτίας υγρασίας, οξείδωση: στο γιαλό ξεκρίνει (ενν. ο δοξαράς... προύντζινα άρματα που του έγιοτα (γρ. έγιωτατα ʼφαγε η μπλάβη αρρώστια (Οδ. Χ 196). [ουσ. ιός > ίγιοτας > έγιοτας].

κούρος ο.

Κούρεμα ζώων (ιδίως αιγοπροβάτων), κουρά: είχαν σφίξει κιόλα οι κάψες, ο κούρος είχε αρχίσει (Κ-Μ 197).

{Διευκρίνιση: Συμπ. = Το Συμπόσιον, Οδ. = Η Οδύσ(σ)εια , Κ-Μ = Ο Καπετάν Μιχάλης}
    
Πότε και πώς ξεκίνησε η αγάπη σας και η ενασχόλησή σας με την ελληνική γλώσσα;

Από την εφηβική ηλικία πρόσεχα το λεξιλόγιο των λογοτεχνημάτων που διάβαζα και προσπαθούσα να ερμηνεύσω άγνωστές μου λέξεις με τη βοήθεια διαθέσιμων λεξικών. Το διάστημα που ακολούθησε μετά τις ακαδημαϊκές σπουδές στη Θεσσαλονίκη, είχα την ευτυχία να θητεύσω στα λεξικά του αείμνηστου Εμμανουήλ Κριαρά (το διάστημα 1985-1991). Εκεί η ενασχόλησή μου με την ελληνική γλώσσα στη διαχρονία της υπήρξε ό,τι πιο ενδιαφέρον και ευχάριστο για μένα και η συστηματική επαφή μου με το γλωσσικό υλικό που ερευνούσαμε και επεξεργαζόμαστε μου πρόσφερε τα γνωστικά εφόδια και την απαιτούμενη λεξικογραφική εμπειρία.

Συναντώντας λέξεις που δεν κατανοεί, ο αναγνώστης συνήθως απογοητεύεται, παραιτείται και εγκαταλείπει. Στο σημείο αυτό παρεμβαίνει το Γλωσσάρι, που θα του προσφέρει συγκεντρωμένους και ερμηνευμένους αυτούς τους δυσνόητους γλωσσικούς τύπους, προκειμένου να συνεχίσει απρόσκοπτα την ανάγνωση των έργων του Κρητικού στοχαστή.

Γιατί αποφασίσατε να ασχοληθείτε επισταμένως με τη γλώσσα του Νίκου Καζαντζάκη;

Η πρώτη επαφή μου με τη γλώσσα και το έργο του Καζαντζάκη ανάγεται στην πρώιμη εφηβεία μου, όταν μου δωρήθηκε από τον φιλόλογο νονό μου ο Φτωχούλης του Θεού, μέσα από τον οποίο πρωτογνώρισα τον κόσμο του Καζαντζάκη και το ιδιότυπο λεξιλόγιό του, διαπίστωσα όμως και τις δυσκολίες κατανόησης της ξεχωριστής γλώσσας του. Η γνωριμία μου με άλλα έργα του τα επόμενα χρόνια με βοήθησε να συνειδητοποιήσω τον πλούτο των λαϊκών γλωσσικών στοιχείων που αξιοποίησε αισθητικά η γραφίδα του, τη ζωντάνια των ασυνήθιστων ή άγνωστων λέξεων της υπαίθρου που διέσωσε από την αφάνεια αθανατίζοντάς τες στα έργα του και μου έδωσε τη δυνατότητα να μοιραστώ μαζί του την αγάπη και τη λατρεία για τη δημοτική γλώσσα. Κατά συνέπεια, η συστηματική ενασχόλησή μου με τη γλώσσα του Καζαντζάκη προέκυψε εντελώς αβίαστα, με τρόπο φυσικό και νομοτελειακό, αφού η γραφή και η «ελληνική λαλιά» του ασκούσαν παράξενη γοητεία στην ψυχή μου και έδιναν διέξοδο στη φιλέρευνη διάθεσή μου. Ο Καζαντζάκης θέλησε να αφήσει το δικό του, μοναδικό, στίγμα στη νεοελληνική λογοτεχνία επιλέγοντας να εκφραστεί όχι διαμέσου της κοινής και τετριμμένης από την καθημερινή χρήση λογοτεχνικής γλώσσας της εποχής του, αλλά διαμέσου της δημοτικής, της προφορικής και γραπτής λαϊκής παράδοσης. Από πολύ νωρίς άρχισε να θησαυρίζει ασυνήθιστους λεκτικούς τύπους από κάθε περιοχή της ελληνικής υπαίθρου και τους ενσωμάτωσε στα έργα του, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένας ανεπανάληπτος γλωσσικός «πακτωλός» που εμπλούτισε από πολλές απόψεις τη νεοελληνική λογοτεχνία, παράλληλα όμως δημιούργησε ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα κατανόησης του περιεχομένου των έργων του, το οποίο ανέλαβε να επιλύσει, στο μέτρο του δυνατού, το παρόν πόνημα.

Πόσο καιρό κράτησε η έρευνα και η μελέτη σας και ποιες ήταν οι μεγαλύτερες δυσκολίες που συναντήσατε σ’ αυτό το «ταξίδι»;

Από το 1987 που εργαζόμουν στα λεξικά του Κριαρά άρχισα να επεξεργάζομαι το γλωσσικό υλικό που αποδελτίωνα και συγκέντρωνα σταδιακά από τα έργα του Καζαντζάκη αξιοποιώντας την πλούσια βιβλιοθήκη και το αρχειακό υλικό που πρόθυμα έθεσε στη διάθεσή μου ο σεβαστός καθηγητής. Ο μόνιμος διορισμός μου στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση το 1988 και η μετάθεσή μου το 1993 στη Λέσβο μείωσαν δραστικά τον διαθέσιμο χρόνο που απαιτούσε η ολοκλήρωση του έργου, δεδομένου ότι ήμουν αναγκασμένος να καταπιάνομαι με το Γλωσσάρι στο περιθώριο των εκπαιδευτικών υποχρεώσεων αξιοποιώντας προσωπικό ελεύθερο χρόνο· αυτός ήταν ένας από τους λόγους καθυστέρησης της ολοκλήρωσής του. Ένας άλλος ήταν το ίδιο το περιεχόμενό του: δεκάδες λέξεις ήταν «αχαρτογράφητες» ‒αμουντζάλωτες από το μελάνι, όπως τις χαρακτηρίζει ο Καζαντζάκης‒, και απαιτήθηκε κόπος, αρκετή έρευνα, επίμονη αναζήτηση, τύχη και υπομονή, προκειμένου να επιτευχθεί η ερμηνεία ή και η ετυμολογία τους. Τρίτος λόγος ήταν η δυσχέρεια να εξασφαλιστούν δυσεύρετες αρχικές ή παλαιές αξιόπιστες εκδόσεις των καζαντζακικών έργων.

Η εντυπωσιακή αυτή φιλολογική δουλειά σας απευθύνεται και στον απλό αναγνώστη των βιβλίων του Καζαντζάκη;

Αποδέκτης του Γλωσσαρίου ασφαλώς είναι και ο απλός αναγνώστης του, ιδιαίτερα νεαρής ηλικίας, καθώς εκτιμώ ότι θα τον βοηθήσει να πλησιάσει ευκολότερα και να κατανοήσει καλύτερα το έργο του εν λόγω λογοτέχνη. Συναντώντας λέξεις που δεν κατανοεί, ο αναγνώστης συνήθως απογοητεύεται, παραιτείται και εγκαταλείπει. Στο σημείο αυτό παρεμβαίνει το Γλωσσάρι, που θα του προσφέρει συγκεντρωμένους και ερμηνευμένους αυτούς τους δυσνόητους γλωσσικούς τύπους, προκειμένου να συνεχίσει απρόσκοπτα την ανάγνωση των έργων του Κρητικού στοχαστή. Παράλληλα, θα του επιτρέψει να διαπιστώσει τις ευρείες εκφραστικές δυνατότητες της νεοελληνικής γλώσσας με τη γόνιμη αξιοποίηση (από τον Καζαντζάκη) του αστείρευτου πλούτου της λαϊκής προφορικής και γραπτής γλωσσικής παράδοσης και τη δημιουργία ενός εκτενούς λεξιλογίου ενδιαφέρουσας νοηματικής απόχρωσης και αξιοπρόσεκτης παραστατικής δύναμης. Το Γλωσσάρι θέλω να πιστεύω ότι θα αποδειχθεί χρήσιμο και για έναν πρόσθετο λόγο, που το διαφοροποιεί από άλλα: δεν περιορίζεται σε απλή παράθεση λέξεων με την ερμηνεία και την ετυμολογία τους, αλλά προτάσσει αυτούσιο τον ίδιο τον λόγο του Καζαντζάκη μέσα από επιλεγμένα ‒κατά λέξη και σημασία‒ χαρακτηριστικά αποσπάσματα από όλα τα έργα του, ώστε να τεκμηριώνεται άμεσα η χρήση των μελετώμενων γλωσσικών τύπων.

Με το έργο ποιων άλλων λογοτεχνών έχετε ασχοληθεί;

Στο παρασκήνιο της επεξεργασίας του πολυπληθούς καζαντζακικού γλωσσικού υλικού ασχολήθηκα με τη γλώσσα και άλλων λογοτεχνών που χρησιμοποίησαν ιδιαίτερο λεξιλόγιο. Συγκεκριμένα, αποδελτίωσα και ερμήνευσα δυσνόητες λέξεις από το λογοτεχνικό έργο του Κωστή Παλαμά, του Στράτη Μυριβήλη και του Αργύρη Εφταλιώτη, καταρτίζοντας αντίστοιχα γλωσσάρια που παραμένουν αδημοσίευτα προς το παρόν. Τώρα που το magnum opus μου βρήκε τρόπο να δοθεί στο αναγνωστικό κοινό, ελπίζω και αυτά τα ερευνητικά πονήματα κάποια στιγμή να πάρουν σειρά.

 

Γλωσσάρι στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη
Βασίλειος Α. Γεώργας
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
σ. 976
ISBN: 978-960-524-857-4
Τιμή: 23,00€


https://diastixo.gr/sinentefxeis/ellines/18301-vasileios-a-georgas


https://diastixo.gr/ 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου