- Ανθούλα Δανιήλ
Ο Χέγκελ έγραψε τα κείμενα του τόμου Λαϊκή θρησκεία και χριστιανισμός στα 1793-1796. Αν και είναι «πρώιμα γραπτά», δημοσιεύτηκαν μετά τον θάνατό του. Έχουν τη σφραγίδα της νιότης του που θέλει να δώσει απάντηση σε όλα, που δεν ικανοποιείται από την υπάρχουσα θρησκεία και αναζητεί μιαν άλλη, που να πηγάζει από την καρδιά και τη φαντασία και να αποβλέπει στην κοινωνία και στην πολιτική.
Την ιδανική κατάσταση την έβρισκε στην αρχαία ελληνική πόλη. Στο ζεύγμα «λαϊκή θρησκεία» και «χριστιανισμός» του τίτλου φαίνεται πως δεν υπάρχει συμφωνία, γι’ αυτό και τα γραπτά αυτά δυσκολεύονταν να δημοσιευτούν, αν και οι σχολιαστές διέβλεπαν σπέρματα που θα γονιμοποιούνταν στο μέλλον. Ωστόσο, εκείνο που τους ενδιέφερε ήταν μάλλον όχι η ουσία των γραπτών, αλλά η διαδικασία να περάσει ο νεαρός Χέγκελ στο επόμενο στάδιο της σκέψης του. Τα γραπτά αυτά παρουσιάζουν μιαν αποσπασματικότητα, η οποία δημιουργεί σύγχυση στον αναγνώστη μελετητή. Έτσι, ήταν αρκετοί εκείνοι που ασχολήθηκαν με την εκκαθάριση του αρχείου Χέγκελ, προβληματίστηκαν με ό,τι βρήκαν, μπήκαν σε μια διαδικασία συγκρίσεων ακόμα και του γραφικού χαρακτήρα, κατέστρεψαν εκείνα με τα οποία δεν συμφωνούσαν και κατέληξαν σε ερμηνεία κατά την οποία ο νεαρός φιλόσοφος είναι παιδαγωγός του λαού.
Στο βιβλίο που έχουμε στα χέρια μας από τις Εκδόσεις Ροές, η συστηματική Εισαγωγή του Κοσμά Ρασπίτσου μάς βάζει στο κλίμα της εποχής και παρέχει κάθε διευκρίνιση και αναφορά σε πρόσωπα επιφανών στοχαστών. Ενδιαφέρον έχει η σημείωση 17 της σελ. 13, όπου διαβάζουμε: «Η μετάφραση, κατά τον Χάιντεγκερ, αποτελεί μετάβαση στην περιοχή μιας διαφορετικής αλήθειας, μπορεί να μας περάσει σε μια άλλη όχθη “εντελώς άγνωστη και να βρίσκεται πέρα από ένα πολύ πλατύ ρεύμα. Εκεί εύκολα πλανάται κανείς και τις περισσότερες φορές καταλήγει σε ναυάγιο”» (πανεπιστημιακή παράδοση του 1943 με θέμα: «Ηράκλειτος. Η απαρχή της δυτικής σκέψης»).
Το βιβλίο περιλαμβάνει κείμενα αριθμημένα από το νούμερο 16 έως και το 26, και ακολουθεί το εκτενές εμπεριστατωμένο Επίμετρο.
Στο πρώτο κείμενο (Νο. 16), ο νεαρός Χέγκελ μάς μιλάει για τα παιδικά του χρόνια και τα πρώτα βήματα προς τη θεότητα. Αναρωτιέται για το αν καταλαβαίνουμε αυτό το ον και τη σχέση του κόσμου με αυτό, τον Θεό δηλαδή. Στη συνέχεια, μοιάζει να «μπολιάζεται πάνω σε μια φυσική ανάγκη του ανθρώπινου πνεύματος».
Ο νεαρός Χέγκελ από μαθητής έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ιστορική και φιλοσοφική μελέτη της θρησκείας. Σπούδασε σε θεολογικό ίδρυμα στη Στουτγάρδη και ήταν ο καλύτερος από όλους τους μαθητές που γράφτηκαν εκεί το 1788. Η έκρηξη της Γαλλικής Επανάστασης του έδωσε ελπίδες για απελευθέρωση όχι πολιτική, αλλά πνευματική και πολιτιστική.
Η θρησκεία δίνει ηθικότητα, λέει, «είναι θρησκεία των αισθήσεων» και «όταν γίνεται λόγος για δημόσια θρησκεία εννοούνται έννοιες του θεού και της αθανασίας». Το αν μπορούν οι βασικές αρχές να επηρεάσουν τις πράξεις των ανθρώπων είναι «το βασικό σημείο μιας λαϊκής θρησκείας». Η «αντικειμενική θρησκεία μπορεί να τακτοποιηθεί στο μυαλό», ενώ η «υποκειμενική εξωτερικεύεται μόνο με αισθήματα και πράξεις». Η θεολογία είναι υπόθεση της διάνοιας, η θρησκεία της καρδιάς. Ο διαφωτισμός της διάνοιας σε κάνει εξυπνότερο, αλλά όχι καλύτερο, οι άνθρωποι «χωρίς αρετή δεν μπορούν να είναι ευδαίμονες», «οι πηγές των προκαταλήψεων είναι η αισθητικότητα και η φαντασία», οι προκαταλήψεις μπορεί να είναι πραγματικές πλάνες ή πραγματικές αλήθειες, οι άνθρωποι όμως δεν τις αναγνωρίζουν ως τέτοιες.
Ο «μελαγχολικός και ανατολίτικος χριστιανισμός» έδωσε έμφαση στη μετά θάνατον ζωή, εκμηδενίζοντας την παρούσα, ενώ αντίθετα στους αρχαίους Έλληνες «ο θάνατος μύριζε ζωή».
Από τα κείμενά του προκύπτει πως ο Χέγκελ θεωρούσε τον χριστιανισμό ακατάλληλο να λειτουργήσει ως δημόσια λαϊκή θρησκεία και συνέκρινε τις διδασκαλίες του με τις ιδέες της αρχαίας ελληνικής θρησκείας. Χαρακτήριζε τον χριστιανισμό «μελαγχολικό και φορτικό επιστάτη» σε αντίθεση με την αρχαία ελληνική θρησκεία, που ήταν ευφρόσυνη σαν «χαρούμενη παραμάνα» που συνοδεύει το παιδί της χωρίς να του στερεί την ελευθερία του. Για τον Ιησού λέει πως δημιούργησε μια κοινωνία ξεχωριστή από την υπόλοιπη κοινωνία –μια σέκτα–, ενώ οι μαθητές του ήταν αυτό που ήταν. Επίσης, έκανε λόγο για μια εβραϊκή μισαλλοδοξία που μεταφέρθηκε και στον χριστιανισμό. Γιατί ο «μελαγχολικός και ανατολίτικος χριστιανισμός» έδωσε έμφαση στη μετά θάνατον ζωή, εκμηδενίζοντας την παρούσα, ενώ αντίθετα στους αρχαίους Έλληνες «ο θάνατος μύριζε ζωή».
Όσον αφορά τη διδασκαλία Καντ, την αποδέχτηκε, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν είχε και αντιρρήσεις. Αποδέχτηκε τις «υψηλές αξιώσεις του Λόγου», τις οποίες όμως θεωρούσε μη ρεαλιστικές, αντίθετα πίστευε πως η αισθητικότητα ήταν το κύριο στοιχείο σε κάθε πράξη. Στον καντιανισμό το ηθικώς πράττειν έχει ηθικά ελατήρια, όλα τα άλλα αποκλείονται. Η αξίωση να είναι ο άνθρωπος ηθικός είναι αδιαπραγμάτευτη. Θεωρεί τον Ιησού «ενσώματη αρετή».
Ο Χέγκελ επηρεάστηκε και από τον Γάλλο φιλόσοφο Ζαν-Ζακ Ρουσό, ο οποίος προβαίνει στον διαχωρισμό της θρησκείας σε θρησκεία του ανθρώπου και θρησκεία του πολίτη. Η πρώτη δεν χρειάζεται ιστορική θέσμιση, ναούς, παράδοση και τελετουργίες, γιατί είναι καθαρά εσωτερική. Η δεύτερη περιορίζεται μέσα σε ορισμένη χώρα που έχει τους δικούς της θεούς και όλα καθορίζονται από τους νόμους της χώρας. Κατά τον Ρουσό, υπάρχει και η θρησκεία του ιερέα, η οποία όμως είναι προβληματική αφού έχει δύο νομοθεσίες, δύο αρχηγούς, δύο πατρίδες αλλά αντιφατικά καθήκοντα, που εμποδίζουν τον άνθρωπο να είναι και πιστός και πολίτης. Και φυσικά θεωρεί χριστιανισμό αυτόν του Ευαγγελίου και όχι τον άλλο που είναι εντελώς διαφορετικός, δεν προσφέρει τίποτα στους νόμους κι έτσι παραμένει αναποτελεσματικός.
Ο Χέγκελ, ζώντας με την επίδραση του Σέλινγκ, Φίχτε, Λέσινγκ, του συμφοιτητή του Χέλντερλιν, έβλεπε το γερμανικό ιδεώδες να αναπτύσσεται μέσα σε ένα κλίμα «ελληνομανίας», όπου το κίνητρο για ηθικότητα αλλά και για τη συγκρότηση μιας γνήσιας κοινότητας ερχόταν από την αρχαία Ελλάδα· μια νοσταλγία και ένα πρότυπο για το μέλλον.
Ο Κοσμάς Ρασπίτσος μελετά τα κείμενα του Χέγκελ, την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, τα μηνύματα της εποχής, μελετά κάθε παράμετρο στην εποχή του Χέγκελ και καταθέτει ένα πλήρες κατατοπιστικό μελέτημα για τον μεγάλο στοχαστή, φτάνοντας στο σήμερα και τη σχέση Εκκλησίας και Κράτους. Παραθέτει πλούσιο υπομνηματισμό, Γερμανο-Ελληνικό Γλωσσάριο, Ευρετήριο ονομάτων, Ευρετήριο εννοιών και Βιβλιογραφία. Στο εξώφυλλο, στο έργο Calvary του Μαρκ Σαγκάλ, 1912, βλέπουμε την κατά Σαγκάλ «ενσώματη αρετή» του Χέγκελ.
Το βιβλίο αποζημιώνει τον απαιτητικό αναγνώστη.
Λαϊκή θρησκεία και χριστιανισμός
Georg Wilhelm Friedrich Hegel
Μετάφραση – Εισαγωγή – Επίμετρο: Κοσμάς Ρασπίτσος
Επιμέλεια: Δημήτρης Υφαντής
Ροές
208 σελ.
ISBN 978-960-283-542-5
Τιμή €15,00
Η Ανθούλα Δανιήλ είναι δρ Φιλολογίας, συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας, μέλος της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών και μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.
https://diastixo.gr/kritikes/meletesdokimia/25527-laikh-thriskeia-xristianismos


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου