- Ελένη Γερούση
Μία εύλογη απορία που γεννιέται με την κυκλοφορία του δεύτερου βιβλίου του Λέοντα Ναρ για τον Σωκράτη Μάλαμα –μετά από αυτό για τον Θανάση Παπακωνσταντίνου– είναι η εξής: πώς αντιμετωπίζει ένας φιλόλογος τους στίχους ενός τραγουδιού; Γιατί να τον απασχολήσει κάτι που εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται να ανήκει στον «καθαρό» χώρο της λογοτεχνίας; Μπορούμε να κατανοήσουμε άμεσα την εμπλοκή ενός φιλολόγου με την ποίηση, αφού αποτελεί ένα από τα κατεξοχήν αντικείμενα μελέτης του. Όμως οι στίχοι τραγουδιών; Είναι άραγε ποίηση ή κάτι διαφορετικό;
Η απορία αυτή δεν είναι απλώς τυπική. Αγγίζει ένα ουσιαστικότερο ζήτημα: ποια είναι τα όρια της λογοτεχνίας και πώς ορίζεται η ποιητικότητα; Μπορεί ένας στίχος που συνοδεύεται από μουσική να θεωρηθεί λογοτεχνικό κείμενο; Και αν ναι, με ποια κριτήρια; Εξάλλου, η παράδοση της ελληνικής ποίησης, από τα δημοτικά τραγούδια μέχρι τον Ελύτη και τον Ρίτσο, δείχνει ότι η ποίηση δεν υπήρξε ποτέ αποκομμένη από τη μουσική· αντίθετα, η συνάντησή τους αποτέλεσε συχνά τον πιο αυθεντικό τρόπο καλλιτεχνικής έκφρασης. Άρα, το παραπάνω ερώτημα μπορεί τώρα να τεθεί διαφορετικά: αξίζουν οι στίχοι των τραγουδιών, όταν διαθέτουν ποιητικότητα, νοηματική πυκνότητα και αισθητική αξία, να μελετηθούν όχι μόνο ως κείμενα αλλά και ως φορείς πολιτισμού, μνήμης και συλλογικής εμπειρίας;
Κατά τη γνώμη μου, η ενασχόληση ενός φιλολόγου με το έργο του Μάλαμα και του Παπακωνσταντίνου δεν είναι περιέργεια ή απόκλιση από το αντικείμενό του· είναι αναγνώριση ότι η τέχνη του λόγου δεν περιορίζεται στα αυστηρά λογοτεχνικά είδη, αλλά διαχέεται σε μορφές που συγκινούν, εκφράζουν και κινητοποιούν τις κοινωνίες. Οι στίχοι των τραγουδιών, ιδίως όταν προέρχονται από δημιουργούς με ιδιαίτερο ύφος, βαθύ στοχασμό και κοινωνική αναφορά, συνιστούν έναν χώρο όπου η ποίηση ζει, μεταδίδεται και γίνεται κοινό βίωμα.
Ο συγγραφέας δεν ταυτίζει τη στιχουργική με την ποίηση, όχι γιατί θεωρεί ότι η στιχουργική είναι κατώτερη, αλλά γιατί πρόκειται για δύο ξεχωριστά είδη γραφής με αρκετά κοινά γνωρίσματα και ποικίλες διαφορές. Προτείνει, μάλιστα, τον εμπλουτισμό της νεοελληνικής λογοτεχνίας –και των ποιητικών ανθολογιών– με τα έργα εμπνευσμένων στιχουργών και σπουδαίων τραγουδοποιών. Αξίζει να αναφέρουμε ότι στα νέα προγράμματα σπουδών για τη διδασκαλία του μαθήματος της λογοτεχνίας προβλέπεται πλέον και η διδασκαλία στιχουργημάτων ενώ προγράμματα δημιουργικής γραφής, που εκπονούνται σε πανεπιστημιακές σχολές, έχουν στηριχτεί πάνω στο έργο τραγουδοποιών.
Οι στίχοι των τραγουδιών, ιδίως όταν προέρχονται από δημιουργούς με ιδιαίτερο ύφος, βαθύ στοχασμό και κοινωνική αναφορά, συνιστούν έναν χώρο όπου η ποίηση ζει, μεταδίδεται και γίνεται κοινό βίωμα.
Σύμφωνα με την προσέγγιση του συγγραφέα –αλλά μπορούμε να το επιβεβαιώσουμε κι εμείς, ως ακροατές και ακροάτριες–, οι στίχοι του Σωκράτη Μάλαμα μιλούν για τον ίδιο τον πυρήνα της ανθρώπινης εμπειρίας. Μοιάζουν με μικρές αφηγήσεις που αποτυπώνουν την περιπέτεια της ύπαρξης, τον αγώνα να βρει κανείς νόημα μέσα στον κόσμο. Αν και γράφονται για να τραγουδηθούν, δεν εξαντλούνται στη μουσική πράξη· πολλοί από αυτούς τους στίχους διαθέτουν αυτονομία που τους καθιστά ποιητικά κείμενα με τη δική τους βαρύτητα.
Η υπαινικτικότητα των στίχων του Μάλαμα δημιουργεί πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης. Ο ακροατής δεν είναι παθητικός δέκτης, αλλά συνοδοιπόρος στην ερμηνεία· καλείται να αντλήσει τα δικά του νοήματα και να καταθέσει τις δικές του εμπειρίες. Έτσι, ο λόγος του Μάλαμα γίνεται κοινός τόπος συνάντησης, ένα πεδίο όπου η ατομικότητα του καλλιτέχνη συναντά την ατομικότητα του ακροατή. Η λιτή, δωρική γλώσσα δεν είναι ένδειξη απλότητας αλλά βάθους· μέσα σε αυτήν αναδύεται η αγωνία του ανθρώπου που αναζητεί τον εαυτό του και τη θέση του στον κόσμο.
Η ποίηση του Μάλαμα δεν είναι περιγραφή· είναι μαρτυρία. Μαρτυρία μιας εποχής, αλλά και μιας διαχρονικής συνθήκης: ότι ο άνθρωπος είναι εκτεθειμένος στη μοναξιά, στην αποξένωση και στις διαψεύσεις, παραμένοντας ικανός για έρωτα και όνειρα. Άλλοτε οι στίχοι του μεταβαίνουν από το προσωπικό στο συλλογικό· γίνονται αντανάκλαση κοινωνικών αγωνιών και αδιεξόδων σε μια εποχή κρίσης. Κι όταν αγγίζουν μια μεταφυσική διάσταση, δεν απομακρύνονται από την πραγματικότητα, αλλά επιχειρούν να φωτίσουν τα υπόγεια ρεύματα της ανθρώπινης ύπαρξης, δείχνοντας ότι, ακόμη και μέσα στο εφήμερο, υπάρχει το άφατο.
Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι στο βιβλίο αυτό έχουμε δύο δημιουργούς: τον Ναρ, τον συγγραφέα της «ποιητικής βιογραφίας», και τον τραγουδοποιό Σωκράτη Μάλαμα. Ο συγγραφέας διευκρινίζει εξαρχής ότι το βιβλίο του δεν αποτελεί φιλολογική μονογραφία, αλλά «σχεδίασμα ποιητικής βιογραφίας». Η λέξη «σχεδίασμα» δεν είναι τυχαία· φέρει μέσα της τη συνείδηση της ανοιχτότητας και της ατέλειας. Υποδηλώνει, πρώτον, ότι κάθε προσπάθεια αποτύπωσης της δημιουργικής πορείας ενός καλλιτέχνη εν εξελίξει είναι αναγκαστικά προσωρινή και ημιτελής. Όπως ένα σχέδιο αποτελεί μόνο το πρώτο βήμα προς την ολοκλήρωση ενός έργου, έτσι και η καταγραφή της πορείας του Σωκράτη Μάλαμα δεν μπορεί να έχει οριστική μορφή, όσο ο ίδιος συνεχίζει να γράφει, να τραγουδά και να συνομιλεί με την εποχή του. Υποδηλώνει, δεύτερον, τη σεμνότητα του συγγραφέα, ο οποίος αρνείται να υψώσει τη δική του ερμηνεία σε αμετάκλητη αλήθεια. Αντιθέτως, αναγνωρίζει ότι ο λόγος του είναι ένας μεταξύ πολλών, μια συμβολή που φωτίζει πλευρές αλλά δεν τις εξαντλεί.
Η επιλογή του όρου «ποιητική βιογραφία» είναι εξίσου ουσιαστική. Δεν πρόκειται για μια απλή αφήγηση ζωής, αλλά για μια βιογραφία εστιασμένη στον τρόπο με τον οποίο το βίωμα μεταπλάθεται σε τέχνη. Ο Ναρ δεν ενδιαφέρεται απλώς για το «τι» συνέβη στη ζωή του Μάλαμα, αλλά για το «πώς» αυτά τα βιώματα γίνονται στίχος, πώς μετουσιώνονται σε τραγούδι. Η βιογραφία εδώ δεν είναι ιστοριογραφία· είναι μια ποιητική διερεύνηση της δημιουργίας, μια αναζήτηση του τόπου όπου ο βίος και η τέχνη συναντιούνται.
Ο Ναρ, βαθύς γνώστης της ελληνικής ποίησης και του ελληνικού τραγουδιού, αξιοποιεί τη φιλολογική του παιδεία όχι για να περιορίσει τον Μάλαμα σε λογοτεχνικά καλούπια, αλλά για να τον τοποθετήσει σε έναν ευρύτερο διάλογο με την ποιητική παράδοση. Η σύγκριση των στίχων του Μάλαμα με εκείνους του Καβάφη ή του Γκόρπα δεν γίνεται για να τους μετρήσει σε μια κλίμακα αξίας, αλλά για να δείξει συγγένειες ύφους, τόνου και θεματικών ανησυχιών. Έτσι, ο Μάλαμας δεν παρουσιάζεται ως «τραγουδοποιός στο περιθώριο» της λογοτεχνίας, αλλά ως συνεχιστής μιας παράδοσης που εκτείνεται από το ποίημα μέχρι το τραγούδι, από τον στίχο στο συλλογικό βίωμα.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν οι ερωτήσεις που θέτει ο Ναρ στον Μάλαμα, οι οποίες δεν περιορίζονται στην επιφάνεια της πράξης της δημιουργίας, αλλά εισχωρούν στον πυρήνα της, αναζητώντας την αθέατη διαδικασία γένεσης του τραγουδιού. Έτσι, ο αναγνώστης δεν παίρνει μόνο πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του Μάλαμα, αλλά έρχεται σε επαφή με τον τρόπο που ο ίδιος κατανοεί την τέχνη του· μαθαίνει να βλέπει πίσω από τον στίχο, να διακρίνει το βάθος της εμπειρίας που τον γεννά.
Με αυτόν τον τρόπο, το «σχεδίασμα ποιητικής βιογραφίας» δεν είναι απλώς ένας ταπεινός τίτλος, αλλά ένα κλειδί ανάγνωσης: δηλώνει ότι η τέχνη δεν επιδέχεται ποτέ την οριστικότητα, ότι η βιογραφία του καλλιτέχνη είναι πάντοτε μια ανοιχτή ιστορία και ότι το τραγούδι, ως ζωντανός λόγος, δεν καταγράφεται· μόνο φωτίζεται, έστω και προσωρινά, μέσα από το βλέμμα ενός συνομιλητή.
«Λέω παραμύθια να ξορκίσω το κακό…»
Σχεδίασμα ποιητικής βιογραφίας του Σωκράτη Μάλαμα
Λέων Α. Ναρ
Πρόλογος: Οδυσσέας Ιωάννου
Εκδόσεις Πατάκη
272 σελ.
ISBN 978-618-07-0985-8
Τιμή €14,40
https://diastixo.gr/kritikes/meletesdokimia/25420-leon-a-leo-paramithia-sokratis-malamas


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου