Κυριακή 17 Απριλίου 2022

Βασίλης Ι. Τζανακάρης: συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

 

Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης

Ο Βασίλης Ι. Τζανακάρης σπούδασε πολιτικές και οικονομικές επιστήμες στο ΑΠΘ και από τα γυμνασιακά του χρόνια ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία. Έχει εκδώσει τρεις εφημερίδες, περισσότερα από είκοσι βιβλία και έχει διοργανώσει πολλές εκθέσεις αρχειακού υλικού. Από το 1975, και για 34 χρόνια, εξέδιδε το μηνιαίο σερραϊκό περιοδικό Γιατί. Υπήρξε από τους πρωτοπόρους στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση, με τα οποία ασχολήθηκε επί σειρά ετών. Είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων, του Συνδέσμου Εκδοτών Βορείου Ελλάδος και αντεπιστέλλον μέλος της ΕΣΗΕΜΘ. Από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο κυκλοφορούν τα βιβλία του: Οι λήσταρχοι, Η Ελλάδα φλέγεται, Σμύρνη 1919-1922: Αριστείδης Στεργιάδης εναντίον Χρυσόστομου και Εάλω η Σμύρνη. Το τελευταίο αυτό βιβλίο, που είναι η αναθεωρημένη έκδοση του έργου Δακρυσμένη Μικρασία, 1919-1922 (Κρατικό Βραβείο Χρονικού-Μαρτυρίας 2008), μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη.

Πώς ξεκίνησε η ιδέα της συγγραφής του βιβλίου Εάλω η Σμύρνη: Δακρυσμένη Μικρασία, 1919-1922;

Η πρωταρχική ιδέα ξεκίνησε για ένα μυθιστόρημα που θα ήταν κάτι σαν χρέος τιμής στη μνήμη όλων εκείνων που άφησαν τα κόκαλά τους στην αφιλόξενη «καθ’ ημάς Ανατολή», αλλά και στους ανέστιους της προσφυγιάς, που τελικά όμως κατέληξε στην επική περιπέτεια ενός χρονικού ή καλύτερα μιας προσπάθειας ξαναζωντανέματος ενός ολόκληρου κόσμου και μιας εποχής που παρήλθε ανεπιστρεπτί, αλλά που εξακολουθεί να μας πληγώνει. Με συγκλόνιζε πάντα η φράση «Εμείς δεν νικηθήκαμε», που αναφερόταν στους ηρωικούς εκείνους φαντάρους που έφεραν την Ελλάδα στα βάθη της Ανατολής, λίγο πιο έξω από την Άγκυρα, για να καταλήξουν ύστερα από έναν περίπου χρόνο ένας συρφετός από νικημένους φαντάρους που κατέστρεφαν και έκαιγαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους...

Γιατί ακόμα και σήμερα θυμόμαστε και γράφουμε για τη Μικρά Ασία;

Γιατί υπήρξε η μεγαλύτερη καταστροφή στην ελληνική ιστορία, μεγαλύτερη και από εκείνη ακόμα της άλωσης της Κωνσταντινούπολης, όπως είπε και ο Ελευθέριος Βενιζέλος, αλλά και γιατί άλλαξε τη μορφή της σύγχρονης Ελλάδας με τον ερχομό περισσότερων από 1,5 εκατομμύριο προσφύγων, που ξεριζώθηκαν κακήν κακώς από τις αξέχαστες πατρίδες.

Ο ελληνικός στρατός εγκαταστάθηκε στη Σμύρνη το 1919. Τι σήμαινε αυτό για τους Έλληνες της πόλης;

Σαν να τους έπεφτε το μάννα εξ ουρανού, αφού κάτι τέτοιο το ονειρεύονταν από αιώνες. Πίστεψαν ότι επιτέλους είχε φτάσει η ώρα και η στιγμή να πάρουν τα όνειρά τους εκδίκηση. Γι’ αυτό και τουλάχιστον την πρώτη μέρα της απόβασης στην προκυμαία σε πολλούς από αυτούς αναδύθηκαν αρχέγονα μίση και επιθυμίες εκδίκησης, που πήραν τη μορφή φόνων και πλιάτσικου.

Αν οι πολιτικοί μας επικεντρώνονταν μόνο στη Σμύρνη και όχι στην κατάκτηση της ενδοχώρας της Τουρκίας, θα υπήρχε ελπίδα να γίνει η πόλη της Σμύρνης αυτόνομη ελληνική περιοχή;

Αυτό θα ήταν ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα, αφού γύρω από τη Σμύρνη θα υπήρχε η πλειοψηφία ενός αναγεννημένου έθνους όπως ήταν το τουρκικό, με ηγέτη τον Κεμάλ Ατατούρκ. Μια μόνιμη εστία κινδύνου, που όσο περνούσε ο καιρός θα γινόταν ολοένα και μεγαλύτερη.

Μετά την πτώση του Ελευθερίου Βενιζέλου οι πολιτικοί του αντίπαλοι παρέμειναν στη Σμύρνη. Μπορούσαν να αποσύρουν τότε τα στρατεύματα, όπως έλεγαν πριν κερδίσουν τις εκλογές;

Μα δεν μπορούσαν να κάνουν και διαφορετικά. Το μέχρι τότε επίτευγμα της κυβέρνησης Βενιζέλου θεωρούνταν ως κάτι το μοναδικό, που το ελληνικό έθνος το περίμενε σχεδόν από την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Οποιαδήποτε απόφαση για επιστροφή ή μιας μορφής υποχώρηση από όσα προανήγγειλε η Συνθήκη των Σεβρών θα είχε ως αποτέλεσμα αυτοί που θα το πραγματοποιούσαν να οδηγηθούν μια ώρα γρηγορότερα στον τόπο της εκτέλεσής τους. Όσο για την απόσυρση των Ελλήνων στρατιωτών από το μέτωπο της Μικράς Ασίας, όπως λέγεται και όπως έχει γραφτεί κατά κόρον, ότι δηλαδή πολλοί από αυτούς υπόσχονταν προεκλογικά στους υποψήφιους ψηφοφόρους τους, τελικά είναι κάτι που αμφισβητείται. Τουλάχιστον ως προς την επίσημη γραμμή του κόμματος. Την επιστροφή των Ελλήνων στρατιωτών δεν την εξήγγειλε κανείς από τους μεγαλόσχημους της Ηνωμένης Αντιπολιτεύσεως, παρά μόνο ένας δύο από τους υποψηφίους τους βουλευτές στην Πελοπόννησο. Ή τουλάχιστον δεν ανέφερε κάτι τέτοιο ο αρχηγός της, ο Δημήτριος Γούναρης, στην τελευταία προεκλογική του ομιλία στην Πλατεία Συντάγματος. Όπως επίσης πως τελικά δεν ήταν ο χάρτης της Μεγάλης Ελλάδας που λένε ότι έσκισε προεκλογικά ένας Πελοποννήσιος υποψήφιος, αλλά μια αφίσα του Βενιζέλου που την αποτύπωνε! Αλλά σε ένα προεκλογικό κλίμα λέγονται και γίνονται ουκ ολίγα, πράγμα που συμβαίνει ακόμα και στις μέρες μας.

Πολύς λόγος γίνεται για τον ύπατο αρμοστή της Σμύρνης, Αριστείδη Στεργιάδη. Τι άνθρωπος ήταν;

Ο Αριστείδης Στεργιάδης ήταν ένας καθαρόαιμος τεχνοκράτης, που ο Βενιζέλος τον είχε επιλέξει από τον Φεβρουάριο του 1919 –δεν ήταν δηλαδή επιλογή της τελευταίας στιγμής, ούτε και απόρροια των αιματηρών γεγονότων της προκυμαίας στις 2 Μαΐου 1919–, γιατί τον θεωρούσε τον πλέον κατάλληλο για την περίπτωση της Σμύρνης. Ήταν δίκαιος, ευθύς, αντικειμενικός στις κρίσεις του, σκληρός εκεί που έπρεπε, δηλαδή ένας ανώτατος δημόσιος υπάλληλος που τον χαρακτήριζε το ήθος, πράγμα σπάνιο για το... είδος, που δεν είχε πολιτικές βλέψεις, και πάλι πράγμα σπάνιο για όσους διαχειρίζονταν τα κοινά της εποχής, που άλλο τίποτα δεν έκανε παρά να εφαρμόζει όλα όσα του είχε αναθέσει να κάνει ο Βενιζέλος και όλα όσα είχαν αποφασίσει οι σύμμαχοι, προσπαθώντας να κρατήσει τις ισορροπίες ανάμεσα στους δύο λαούς.

Η σημασία της καταστροφής, 100 χρόνια από εκείνη την οδυνηρή εμπειρία και τον αφανισμό χιλιάδων ανθρώπων, εξακολουθεί να είναι επίκαιρη.

Οι χαρακτηρισμοί για τον Στεργιάδη ήταν ως επί το πλείστον αρνητικοί. Τελικά τι ήταν ο ύπατος αρμοστής της Σμύρνης, άγγελος ή δαίμονας;

Τίποτα από τα δύο. Ένας ανώτατος εντεταλμένος των ελληνικών κυβερνήσεων στη Σμύρνη, που τελικά κουβάλησε όλο το άχθος της ακριβοδίκαιης διακυβέρνησης μιας δύσκολης πόλης σε μια ακόμα πιο δύσκολη εποχή, συγκεντρώνοντας το μίσος των Μικρασιατών, που τον θεώρησαν ακόμα και υπαίτιο της καταστροφής χωρίς να του... αναλογεί κάτι τέτοιο! Είχε επίσης ένα άλλο μεγάλο πλεονέκτημα, ήταν... συμπαθής στους Συμμάχους. Γι’ αυτό και ύστερα από τις εκλογές του 1920, παρά την επιθυμία παραίτησής του, τόσο ο Βενιζέλος όσο και η νέα κυβέρνηση που προέκυψε από αυτές επέμειναν και τελικά τον κράτησαν στη θέση του.

Στο βιβλίο σας αναφέρεστε στη γενικότερη πολιτική της Ελλάδας αλλά και στην ευρωπαϊκή. Ποια ήταν η πραγματική σκέψη των δυνάμεων της Αντάντ σχετικά με το μέλλον της Σμύρνης;

Στην αρχή δεν ήθελαν να πέσει στα χέρια των Ιταλών, που η συμμετοχή τους στον Μεγάλο πόλεμο ήταν εξίσου σημαντική με των άλλων συμμάχων, αλλά σε μια δύναμη που θα ήταν του... χεριού τους και που θα εκπροσωπούσε τα συμφέροντά τους στην Ανατολή, ιδίως εκείνα των Βρετανών. Η σκέψη των συμμάχων ύστερα από το τέλος του πολέμου ήταν πώς να βρουν έναν φύλακα άγγελο που θα φύλαγε αποτελεσματικά τους νέους «δρόμους του πετρελαίου» που ανοίγονταν μπροστά τους.

Ποιος ήταν ο ρόλος του Κεμάλ στη διάρκεια του πολέμου;

Μέγιστος! Χωρίς αυτόν ίσως η Τουρκία ποτέ να μην έβρισκε τον βηματισμό της νίκης. Υπήρξε ο στρατηγικός νους των Τούρκων και όχι μόνο. Ήταν ο νους και η ψυχή ενός αναγεννημένου έθνους και μιας νέας Τουρκίας.

Γιατί οι Τούρκοι έδειξαν τέτοια βαναυσότητα απέναντι στους Έλληνες;

Γιατί μας είδαν σαν τους αλλόθρησκους κατακτητές της χώρας τους και γιατί η συμπεριφορά μας εκεί είχε πλείστα όσα μελανά σημεία, όπως στην Πάνορμο κατά την αποχώρηση του ελληνικού στρατού αλλά και στην υπόλοιπη Μικρά Ασία, κυρίως μετά το σπάσιμο του μετώπου, όπου διαπιστώνεται ότι και οι Έλληνες κάνουν αποτρόπαιες πράξεις.

Έχετε γράψει αρκετά βιβλία για την ιστορία της Ελλάδας. Τι είναι αυτό που σας γοητεύει στη σύγχρονη ιστορία της χώρας μας;

Το πόσο μακραίωνη και βαριά είναι σε γεγονότα άλλοτε περιφανών θριάμβων και άλλοτε αιματηρών καταστροφών.

Ποια είναι η ανταπόκριση των αναγνωστών σε αυτά τα βιβλία;

Η ιστορία είναι η μάνα της γνώσης. Χωρίς αυτήν δεν μπορούμε ούτε να καταλάβουμε ούτε να εξηγήσουμε όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας. Χαίρομαι ιδιαίτερα που ανάμεσα στους αναγνώστες μου είναι πολλοί νέοι άνθρωποι.

Το βιβλίο σας αυτό τιμήθηκε με Κρατικό Βραβείο Χρονικού-Μαρτυρίας στην πρώτη του έκδοση. Πώς είχατε νιώσει όταν βραβευτήκατε;

Το βάρος μιας συνεχούς ευθύνης να κάνω όσο πιο αντικειμενικά και τίμια μπορώ αυτό που έχω επιλέξει να κάνω.

Φέτος είναι η επέτειος των 100 χρόνων από την καταστροφή της Σμύρνης. Τι σημαίνει αυτό για εσάς;

Η σημασία της καταστροφής, 100 χρόνια από εκείνη την οδυνηρή εμπειρία και τον αφανισμό χιλιάδων ανθρώπων, εξακολουθεί να είναι επίκαιρη. Οδυνηρή, γιατί θα θυμηθούμε όλα όσα περάσαμε, και επίκαιρη, για να μπορούμε να βγάλουμε τα ανάλογα συμπεράσματα. Πολύ φοβάμαι ότι ο μεγαλοϊδεατισμός εξακολουθεί να ταλανίζει έναν όχι ευκαταφρόνητο αριθμό Ελλήνων εθνικιστών και οπαδών της θεωρίας του «πατριωτισμού» και του «ανάδελφου» έθνους. Αλλά πιστεύω ότι το μεγαλύτερο μέρος έχει απαλλαγεί από αυτού του είδους τις ιδέες.

 

Εάλω η Σμύρνη
Δακρυσμένη Μικρασία, 1919-1922
Βασίλης Ι. Τζανακάρης
Μεταίχμιο
σ. 944
ISBN: 978-618-03-2831-8
Τιμή: 18,80€

Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης, συγγραφέας


https://diastixo.gr/sinentefxeis/ellines/18151-vasilis-tzianakaris


https://diastixo.gr/ 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου