Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

Χαρούκι Μουρακάμι: «Η πόλη και τα αβέβαια τείχη της»

 


Με ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα, ο μεγάλος Ιάπωνας συγγραφέας Χαρούκι Μουρακάμι μάς ταξιδεύει για μια ακόμα φορά σε ανοίκειους τόπους, άλλοτε ήμερους και άλλοτε σκληρούς. Λυρικός και ζοφερός ταυτόχρονα, ο Μουρακάμι χρησιμοποιεί και σε αυτό το βιβλίο τα κλασικά μοτίβα του, τη μοναξιά, και απέναντί της το δίπολο πραγματικότητας και μαγικού ρεαλισμού. Ο αναγνώστης ακολουθεί την πορεία του ήρωα στον δρόμο της απώλειας και της αυτογνωσίας. Το ποτάμι της ζωής του ήρωα, από την εφηβεία του ως την ενήλικη ζωή του, φαίνεται να μην πατάει σε νόρμες, τα τρελά νερά του μπορεί να είναι ακόμα και ανάδρομα.

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου, ο κεντρικός χαρακτήρας μοιάζει χαμένος όταν ο εφηβικός του έρωτας, μια όμορφη δεκαεξάχρονη κοπέλα, εξαφανίζεται από τη ζωή του, αναζητώντας μια φανταστική πόλη. Οι όμορφες εικόνες και σκέψεις με τη νεαρή αγαπημένη του να περπατά δίπλα του ξυπόλυτη, με το κρύο νερό να γλείφει τους αστραγάλους τους και τη λεπτή άμμο στον βυθό του ποταμού να τυλίγει τα πόδια τους σαν απαλά σύννεφα σε όνειρο, έχουν σβήσει. Τώρα πλέον πρέπει να κυνηγήσει το όνειρο στην πόλη όπου μετοίκησε η αγαπημένη του. Θα είναι όνειρο ή εφιάλτης;

Σύντομα ανακαλύπτει πως αυτή η πόλη είναι γεμάτη αντιφάσεις. Από τη μια, οι άνθρωποι ζουν ειρηνικά, χωρίς να γερνούν, ευχαριστημένοι από τη μονότονη ζωή τους, λιτοδίαιτα, χωρίς τίποτε περιττό. Εκεί δεν υπάρχουν ζώα, παρά μόνο όμορφοι μονόκεροι που υπακούν στο κέρας του Φύλακα και τον χειμώνα πεθαίνουν από την παγωνιά. Ειδυλλιακές οι αμμουδερές όχθες του ποταμού με τις ιτιές, όμως διαπιστώνει την έλλειψη μουσικής και συναισθημάτων, και είναι η ίδια πόλη που απαγορεύει την έξοδο στους κατοίκους και χρησιμοποιεί τον φόβο για να διατηρήσει την ισορροπία.

Λυρικός και ζοφερός ταυτόχρονα, ο Μουρακάμι χρησιμοποιεί και σε αυτό το βιβλίο τα κλασικά μοτίβα του.

Ο ήρωας, που δεν μπορεί να διαχειριστεί την απώλεια της αγαπημένης του, την ξαναβρίσκει εκεί. Αυτός είναι πλέον σαράντα ετών κι εκείνη ακόμα δεκαέξι. Το κυριότερο όμως, το κορίτσι δεν τον θυμάται. Μοιάζει χαμένος ανάμεσα στον έρωτα που είχε νιώσει και στον φανταστικό κόσμο που αποδέχτηκε, προκειμένου απλώς να τη βλέπει κάθε μέρα. «Δεν είσαι εσύ εκείνη. Το ξέρω. Εσύ, αυτή που ζει εδώ δεν ονειρεύεται και δεν αγαπάει κανέναν» (σελ. 135).

Η επανάληψη και οι εμμονές του ήρωα είναι το χαρακτηριστικό του πρώτου ονειρικού μέρους του βιβλίου. Ο Μουρακάμι χρησιμοποιεί μια γοητευτική γλώσσα και συνηθίζει να απλώνει το κείμενό του χωρίς να φοβάται το αποτέλεσμα, δεν τον ενδιαφέρει να γίνει περιεκτικός, γράφει χωρίς όρια.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, το κείμενο είναι λιγότερο λυρικό, περισσότερο προσγειωμένο και ολοκληρωμένο. Η πλοκή ανατρέπεται σταδιακά από τα δεδομένα, με την εμφάνιση του πρώην διευθυντή της βιβλιοθήκης και του έφηβου αναγνώστη με τις ειδικές ανάγκες. Εδώ οι χαρακτήρες αποκτούν μια στιβαρότητα και είναι αξιοπρόσεκτος ο τρόπος που χρησιμοποιεί ο Μουρακάμι για να δώσει την αληθινή διάσταση του εξωπραγματικού, με έναν ήρωα που δεν μοιάζει πια εγκλωβισμένος στον ορεινό τόπο όπου επέλεξε να ζει. Μπορεί πλέον να προσφέρει, να ερωτευτεί, να δώσει λύσεις, να κρυφτεί μακριά από τα ονειρεμένα τείχη. Αλλά ως πότε; Ο μέντοράς του δεν είναι παρά ένα φάντασμα, ίσως ο πιο γοητευτικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος, κάποιος που αποζητάς την εμφάνισή του σε κάθε σελίδα.

Στο τρίτο μέρος του βιβλίου, που είναι ολιγοσέλιδο, ξανασυναντάμε το παράξενο αγόρι της βιβλιοθήκης, τον έφηβο αναγνώστη. Τα όρια στενεύουν και αντιλαμβανόμαστε ότι το τείχος ακολουθεί παντού τον ήρωα, κατά συνέπεια η πόλη επανέρχεται σε ένα δομημένα σκληρό και ονειρικό κείμενο, με τη μη κάθαρση να στέκεται απειλητική. Εδώ, όπως και στο πρώτο μέρος, το ανοίκειο δεν σε ξαφνιάζει αλλά παραμένει τρομακτικό, σε αντίθεση με το δεύτερο μέρος όπου φαίνεται απόλυτα φυσικό.

«Η πραγματικότητα είναι το ίδιο σκληρή σε όποια πλευρά των τειχών κι αν ζεις», έγραψε ο Βασίλης Κιμούλης, που μετέφρασε στα ελληνικά το πρόσφατο βιβλίο του Μουρακάμι. Αυτή είναι μια διαπίστωση που αντικατοπτρίζει την κεντρική ιδέα του μυθιστορήματος. Ίσως μάλιστα να ήταν και ο κινητήριος τροχός για να γράψει από την αρχή ο Μουρακάμι το παλαιότερο διήγημά του και να το μετατρέψει σε μυθιστόρημα, σε μια φρέσκια μορφή και εμπλουτισμένο με εικόνες και βαθιές σκέψεις.

Το βιβλίο μοιάζει με αυτοσχεδιασμό. Σαν ένα μουσικό κομμάτι τζαζ, που αρέσει πολύ στον Μουρακάμι. Παίζει κελαρυστά με συναισθήματα, ήχους και εικόνες, και ξεφεύγει απ’ το κέντρο, μια κεντρομόλος δύναμη που μπορεί να εισέλθει παντού ρεαλιστικά ή σουρεαλιστικά. Υπάρχει ή δεν υπάρχει αυτό που περιγράφεται στις σελίδες του βιβλίου; Είμαστε στο τώρα ή στο χθες; Ο χρόνος, σχετικός, μπορεί να σταματά όπως το ρολόι χωρίς δείκτες στην πόλη των τειχών. Η πόλη και τα τείχη της μοιάζουν με έναν ζωντανό οργανισμό που πάλλεται και ο αναγνώστης καλείται να ανακαλύψει τα όριά της, όμοια με τον ήρωα που, χαμένος στις αναζητήσεις του, καθίσταται ο ίδιος ο εφιάλτης του εαυτού του. Η ανάγνωση του βιβλίου είναι σαν μια κουταλιά γεμάτη μέλι και πικραμύγδαλο. Αν του το επιτρέψεις, η σκέψη του θα σε παγιδέψει.

 

Η πόλη και τα αβέβαια τείχη της
Χαρούκι Μουρακάμι
Μετάφραση: Βασίλης Κιμούλης
Εκδόσεις Ψυχογιός
544 σελ.
ISBN 978-618-01-6324-7
Τιμή €22,20

Η Κωνσταντίνα Μόσχου είναι συγγραφέας.

https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/27099-haruki-murakami-i-poli-kai-ta-avevaia-teichi-tis


https://diastixo.gr/ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου