- Παναγιώτα Ψυχογιού
Στα 10 διηγήματα της Μυρσίνης Καλογεροπούλου, που περιλαμβάνονται στη συλλογή με τίτλο Ένα χαμένο κλειδί, πρωταγωνιστούν κυρίως γυναίκες, αφανείς, σιωπηλές, αυτοκαταστροφικές, ανυπάκουες ή θύματα. Γυναίκες που βρίσκονται παγιδευμένες ανάμεσα στα δικά τους θέλω και τις προσδοκίες της κοινωνίας. Γυναίκες που ερωτεύονται και απογοητεύονται σε μια κοινωνία όπου η βία και ο αυταρχισμός των αντρών δεν είναι κάτι σπάνιο ή «στιγμιαίο», αλλά κάτι βαθιά ριζωμένο στην κοινωνία. Μέσα σε μια κοινωνία περιοριστική, με έντονα ακόμη τα κατάλοιπα της ανισότητας, η γυναίκα παλεύει για την κοινωνική αποδοχή και την επιβίωση, τον έρωτα και την καταξίωση. Παρουσιάζονται επίσης οι διαδρομές της ζωής αντρών με τα βιώματα, τους αγώνες, τα τραύματα, τις φαντασίες και τις προσδοκίες τους σε σχέση με τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις της μεταπολεμικής κυρίως περιόδου. Ο έντονος προβληματισμός πάνω σε θέματα πολιτικής ηθικής, όπως η θέση έναντι της εξουσίας, τα ανθρωπιστικά αισθήματα και ο αγώνας για την ειρήνη, διαπερνά το μεγαλύτερο μέρος του έργου. Ο ταραγμένος μεταπολεμικός κόσμος, η κοινωνική αλλοτρίωση, η αστικοποίηση, η ανθρώπινη μοναξιά, η ματαίωση, η αποξένωση αποτελούν τα πιο συχνά θέματα των διηγημάτων.
Με τα τραύματα και τις πληγές τους, στο σπίτι, στην εργασία, στις διαπροσωπικές σχέσεις, οι γυναίκες των διηγημάτων βιώνουν την αλλοτρίωση. Οι σκηνές στο χωριό, στο σχολείο, στο πανεπιστήμιο, στο λεωφορείο, στο σπίτι, συνοδεύονται από πρόσωπα που σιωπούν, αναμένουν, απογοητεύονται. Η σκηνοθεσία σε σπίτια σιωπηλά, σε κάδους σκουπιδιών, σε πόλεις άδειες. Θύμα η γυναίκα της παραδοσιακής κοινωνίας, της εργασιακής ανάγκης, των έντονων ρυθμών, της αποπροσωποποίησης στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Στο διήγημα «Γιατί η Μαίρη πέρασε το δρόμο», η συγγραφέας γράφει: «Η Μαίρη Σαρελά καταγόταν από το Καστρί. Γεννήθηκε την εποχή όπου οι ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες προβάλλονταν στους κινηματογράφους και οι θεατές συμμετείχαν δακρύζοντας στο δράμα του Ξανθόπουλου ή αναστενάζοντας μπροστά στην ανδρεία του Κούρκουλου. Στο χωριό της, ο συντηρητισμός ήταν συνυφασμένος με την καθημερινότητα των ανθρώπων εκείνες τις δεκαετίες».
Στα «Ροζ παντοφλάκια», η Ειρήνη λέει: «…μέναμε όλοι, δεκαπέντε άτομα, σε δυο δωμάτια, και το βράδυ ξαπλώναμε καταγής, στρωματσάδα. Ευγένεια, σεβασμός στους μεγαλύτερους, τσιμουδιά εκεί που πρέπει. Σιωπή, σιωπή, σιωπή. [...] Πολλές φορές, ο μακαρίτης με καταχέριαζε, ιδίως όταν είχε τα νεύρα του και το νοίκι στο μαγαζί αυξανόταν από τον ιδιοκτήτη. Τότε γινόμουν ένα κουβαράκι τόσο δα και κρυβόμουν στον εαυτό μου και από τα παιδιά μου για να μη δουν τις μελανιές». Ο μυθιστορηματικός χρόνος ταυτίζεται με τις δεκαετίες του ’50-’80, κυρίως, εν μέσω κλειστών οικογενειακών σχέσεων όπου ο νόμος του πατέρα-θεού ορίζει τα πάντα. Στο ίδιο διήγημα, λέει η Ελένη: «Αγαπούσα τα γράμματα, αλλά εκείνα τα χρόνια, μετά τον εμφύλιο, ποιος νοιαζόταν για σχολεία».
Στο «Χαμένο κλειδί», η Βαΐτσα θυμάται την άρρωστη μάνα της, που φοβόταν να αγγίξει, τις φωνές του πατέρα, του εργοδότη. Κι όταν βρήκε τον έρωτα, ήρθε η αρρώστια. Η συγγραφέας εστιάζει στις σχέσεις εξουσίας που διέπουν την έμφυλη υποκειμενικότητα, διερευνά ζητήματα διαφοράς [difference], ισότητας, σεξουαλικότητας [sexuality], ταυτότητας [identity].Οι γυναίκες καταπιέζονται εξαιτίας της κυρίαρχης ιδεολογίας της πατριαρχίας [patriarchy], που τις υποτάσσει μέσα από ένα σύστημα κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών θεσμών.
Την ενδιαφέρει το πώς οι άνθρωποι φτιάχνουν ή καταστρέφουν τις ζωές τους, το πόσο τις κανοναρχούν ή άγονται και φέρονται από τις έξωθεν περιστάσεις.
Στο Δεύτερο φύλο, που κυκλοφόρησε το 1949 και αποτέλεσε βιβλίο-ορόσημο του φεμινιστικού κινήματος, η Σιμόν ντε Μποβουάρ γράφει: «Οι σημερινές γυναίκες [...] δεν καταφέρνουν όμως εύκολα να βιώσουν απόλυτα την κατάστασή τους ως ανθρώπινα όντα. Έχοντας ανατραφεί από γυναίκες, μέσα στους κόλπους ενός γυναικείου κόσμου, ο φυσιολογικός προορισμός τους είναι ο γάμος, ο οποίος στην πραγματικότητα τις υποδουλώνει ακόμα και σήμερα στον άντρα· το ανδρικό κύρος κάθε άλλο παρά έχει εξαλειφθεί: στηρίζεται ακόμα σε γερές οικονομικές και κοινωνικές βάσεις». Η Μυρσίνη Καλογεροπούλου φαίνεται να υποστηρίζει, όπως η Σιμόν ντε Μποβουάρ, ότι «δεν γεννιέσαι γυναίκα, αλλά γίνεσαι», δηλαδή ότι το φύλο είναι κοινωνικό κατασκεύασμα και όχι δεδομένο της φύσης. Η ντε Μποβουάρ χρησιμοποιεί τον όρο Άλλος [Other] για να δείξει πώς στην πατριαρχική κοινωνία η γυναίκα λειτουργεί ως το αρνητικό του άνδρα, ο οποίος ορίζεται ως ο Εαυτός/υποκείμενο και αντιπροσωπεύει το λογικό και φυσικό.
Τα διηγήματα αναφέρονται, λοιπόν, σε γυναίκες που παλεύουν για την ανεξαρτησία τους και αναζητούν την προσωπική, πολιτική και επαγγελματική τους ταυτότητα, ενώ έρχονται αντιμέτωπες με την απόρριψη και την προδοσία. Βασικό θέμα εδώ η συνεχής ανάδειξη των καταπιεστικών δομών και του πώς συγκροτήθηκε η γυναικεία υποταγή. Θεωρείται γνωστό ότι η ταυτότητα καθορίζεται από την ετερότητα, από το πώς εκτιθέμεθα στο βλέμμα του άλλου και πώς τελικά μέσα από τον άλλον δομούμε τη δική μας ταυτότητα. Και οι γυναίκες εδώ εξαρτώνται ολοκληρωτικά από το βλέμμα του πατέρα και του συζύγου. Αναζητούν το πρόσωπό τους μέσα από το πρόσωπο του άλλου ή χάνουν το πρόσωπό τους μέσα από την απώλεια του άλλου. Μια γυναίκα θεωρείται ότι εκπληρώνει τον ρόλο της μόνο όταν κατορθώνει να συμβιβαστεί με το αντίθετο φύλο.
Στο διήγημα με τίτλο «Καθαρίζω, πλένω, όλα εγώ», η Άννα, συνταξιούχος καθηγήτρια, έχει την επιμέλεια της άρρωστης μητέρας της. Δεν άντεξε.
Στο διήγημα με τίτλο «Το μπλόκο», η εικόνα του σκοτωμένου αντάρτη, θαμμένου κάτω από ένα πεύκο, στοιχειώνει τον Γιάννη πολλά χρόνια μετά: Σε όλη του τη ζωή πάσχιζε για το δίκαιο. Να μην προδώσει συντρόφους, αξίες και ιδανικά. Με τον ίδιο νεανικό ενθουσιασμό των είκοσι χρόνων αντιμετώπιζε τους συνανθρώπους του. Με βλέμμα καθαρό, χωρίς υστεροβουλία. Το μαράζι όμως μέσα του τον έτρωγε. Γιατί η κοινωνία γέρνει; Διάβαζε στην εφημερίδα τις ατασθαλίες στο κράτος, τη διασπάθιση του δημόσιου χρήματος, το βόλεμα ημετέρων και βούλιαζε ολοένα και περισσότερο στο καβούκι του. Η διάψευση των πολιτικών οραμάτων της αριστεράς είναι κυρίαρχη εδώ. Όπως όμως το αποτύπωσε τόσο όμορφα ο Αναγνωστάκης: «…αρνούμαι όλα αυτά περί “ποίησης της ήττας” και τα σχετικά. Δεν είναι ποίηση της ήττας. Είναι μια αγωνία για την εποχή, ένα άγχος για την εποχή. […] Δηλαδή ήταν η εποχή τόσο πιεσμένη, τόσο δύσκολη, που μόνο εκφράζοντας τον πόνο του μπορούσε κανείς να την αντέξει».
Στράτευση, αγωνία, άγχος, ανησυχία: λέξεις-σήματα μιας εποχής που αναζητάει το πρόσωπό της και που το βρίσκει, σε μεγάλο βαθμό, επίσης στον Σαρτρ των TempsModernes και του υπαρξισμού. Από το ένα μέρος, λοιπόν, η πολιτική και ιστορική εμπειρία, δηλαδή η συλλογικότητα· από το άλλο, η καθημερινή ζωή, η μοναξιά και τα ποικίλα αδιέξοδα του ατόμου. Κάπως έτσι, ανάμεσα στα δύο αυτά όρια, κινείται η συγγραφέας. Πλάι στο κοινωνικό άχθος του συλλογικού υποκειμένου βρίσκεται το υπαρξιακό άγχος του ατόμου, που βγαίνει καθημαγμένο από την πατριαρχία, τη βία και την αλλοτριωτική επίδραση της κυρίαρχης ιδεολογίας.
Στη «Θητεία», ο Δημήτρης: «…αρνιόταν να συμμορφωθεί με τις κοινωνικές συμβάσεις. Οικογένεια και κουραφέξαλα, σκεφτόταν. Μόνο τη μάνα του συμπονούσε, όταν γύριζε από το χωράφι με τα σκαμμένα μάγουλα και τα σκασμένα χείλη από το ξεροβόρι. Της άρπαζε τα χέρια να τα ζεστάνει και τα φιλούσε.
»Ήδη είχε νυχτώσει και το μυαλό του σκορπιζόταν σε δεκάδες ιστορίες και αράδες σκέψεων. Ξεχυνόταν μπροστά σαν θηρίο. Στο σχολείο, μισούσε την ώρα των θρησκευτικών και την καθηγήτρια συνάμα. Ένιωθε ότι παρακολουθούσε τους γύρω του από απόσταση, γιατί δεν άντεχε τον συγχρωτισμό των ιδεών, των απόψεων».
Άλλα θέματα που θίγονται στα διηγήματα είναι η άρνηση της στρατιωτικής θητείας, η ατεκνία και η επιθυμία υιοθεσίας, η φυγή των παιδιών στο εξωτερικό, η μετανάστευση, οι ανισότητες, η αυτοχειρία. Η συγγραφέας ενδιαφέρεται για τη μικροκλίμακα των ανθρώπινων συναισθημάτων και αντιδράσεων αλλά και την τραγικότητά τους, όταν εκπορεύονται από άτομα που δεν εμπίπτουν στον κανόνα αυτής της μικροκλίμακας και διεκδικούν την ανατροπή τoυ. Δεν είναι τυχαίο ότι συνηθίζει να τοποθετεί τους ήρωες και τις ηρωίδες της σε κλειστά, συντηρητικά, ασφυκτικά περιβάλλοντα (κυρίως σε κάποια ελληνική επαρχία). Την ενδιαφέρει το πώς οι άνθρωποι φτιάχνουν ή καταστρέφουν τις ζωές τους, το πόσο τις κανοναρχούν ή άγονται και φέρονται από τις έξωθεν περιστάσεις. Αναφέρεται στους χαμένους αγώνες, στην αντίσταση, στο παιχνίδι του έρωτα, στα γηρατειά.
Σχολιάζει με καυστικό τρόπο την πατριαρχία, τη θέση της γυναίκας, τον έρωτα και τα δεινά του, τη φτώχεια των μεταπολεμικών χρόνων, την υποκρισία της κοινωνίας και τα ανεκπλήρωτα όνειρα.
Στα διηγήματά της, η Μυρσίνη Καλογεροπούλου έχει να επιδείξει μια ποικιλία θεμάτων, από την κακοποίηση και την πατριαρχία μέχρι την κοινωνική ανισότητα. Δεν είναι ένα έργο αμιγώς πολιτικό, αλλά από συγκεκριμένη οπτική γωνία τα πάντα είναι πολιτική: η δυναμική στις ανθρώπινες σχέσεις, οι ιδέες, οι δομές εξουσίας, ο τρόπος ζωής, τα ήθη, η καθημερινότητα. Η λογοτεχνία ως καθρέφτης της ίδιας της ζωής στο χαοτικό και σύνθετο σύνολό της είναι συνυφασμένη με την πολιτική. Το ατομικό βίωμα ενώνεται με το συλλογικό σε μια αδιάσπαστη ενότητα. Η συγγραφή ενός έργου είναι από μόνη της πράξη πολιτική. Η δημιουργία δηλαδή ενός κόσμου που δε χρειάζεται και δεν οφείλει να υπακούει σε δομές και κανόνες. Ενός κόσμου άλλοτε ουτοπικά ειδυλλιακού και άλλοτε εφιαλτικά καταπιεστικού. Πολιτικός είναι ο Κάφκα στον Πύργο του, αλλά και η Τζέιν Όστεν στην Περηφάνια και Προκατάληψη. Η συγγραφέας αναφέρεται, άλλωστε, στη γενιά που ωρίμασε πρόωρα μέσα στη σκληρότητα αλλά και στην έξαρση του πολέμου και της Κατοχής και που έζησε έπειτα την τραγωδία του Εμφυλίου, την κρατική αυθαιρεσία που επικράτησε στη χώρα μας, τη διάψευση ελπίδων και οραμάτων, την αλλοτρίωση, τον αποπροσανατολισμό της ζωής μέσα στην «κοινωνία της κατανάλωσης», αλλά και τον έρωτα.
Δέκα διηγήματα, νεύματα κατάφασης, άρνησης, υποταγής ή εξέγερσης. Η Μυρσίνη Καλογεροπούλου προσεγγίζει και αναδεικνύει με εξαιρετική ενάργεια και ευαισθησία πολλαπλές πλευρές της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας, χωρίς να υποπέσει ούτε στο ελάχιστο σε προσχηματική ρητορεία και κλισέ. Δεν εκπίπτει ούτε στον μελοδραματικό λυρισμό ούτε στη φλύαρη, επιφανειακή παράθεση σκέψεων. Καίρια, με φράσεις λιτά περιγραφικές αλλά μεστές, διηγείται τις ζωές των χαρακτήρων της. Τα διηγήματα της συλλογής μιλάνε για τον άνθρωπο, τον χρόνο, τον έρωτα, τη ματαιότητα, τον πόνο, το φευγαλέο του βίου, τη φθαρτότητα, την απόγνωση, τον θάνατο, αλλά και τη μέγιστη ανάγκη του ανθρώπου να παλέψει για μια καλύτερη ζωή. Καταγγελτικός, θα έλεγα, ο χαρακτήρας του βιβλίου, δεδομένου ότι γίνεται ρητή αναφορά στις μορφές της βίας και καταπίεσης και στις έννοιες της αλληλεγγύης, της συντροφικότητας, του μοιράσματος, καθώς η συγγραφέας σχολιάζει με καυστικό τρόπο την πατριαρχία, τη θέση της γυναίκας, τον έρωτα και τα δεινά του, τη φτώχεια των μεταπολεμικών χρόνων, την υποκρισία της κοινωνίας και τα ανεκπλήρωτα όνειρα. Εμμένει στα πρέπει των παραδοσιακών κοινωνιών, στις διαψεύσεις, στη φτώχεια, στους πολιτικούς αγώνες, αλλά στις ιστορίες της υποβόσκει η τραγικότητα μαζί με την ελπίδα.
[Παναγιώτα Ψυχογιού, φιλόλογος, PhD Φιλοσοφίας]
Ένα χαμένο κλειδί
Μυρσίνη Καλογεροπούλου
Εκδόσεις Βακχικόν
112 σελ.
ISBN 978-618-231-226-1
Τιμή €12,72
https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/26070-mirsini-kalogeropoulou-ena-xameno-kleidi


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου