- Αλέξης Σ. Ζήρας
Μετά Τα θαύματα του κόσμου (2023), μια δεύτερη συλλογή διηγημάτων ενός συγγραφέα που ως τώρα είχε αγκαλιάσει την εκτενή μυθοπλασία, τι να σημαίνει; Θα έλεγα, όχι κάτι πολύ διαφοροποιητικό για τον αναγνώστη που δεν δέχεται παθητικά. Διότι για τον αναγνώστη αυτόν που έχει παρακολουθήσει σε κάποιον βαθμό τους αναβαθμούς της πεζογραφίας του Μιχάλη Μοδινού, μιας πεζογραφίας ουδέποτε ευθύγραμμης, μα δεμένης πάνω σε επάλληλους πυρήνες θεμάτων και τρόπων αφήγησης, η έκταση μιας σύνθεσης είναι περισσότερο ζήτημα μιας συνθήκης που εν πολλοίς εξαρτάται από το τυχαίο. Ή, αλλιώς, θεωρώ πως κατευθύνεται από μια μηχανιστική τακτική με άδηλα αποτελέσματα, η πρόθεση ενός συγγραφέα να γράφει μυθιστορήματα και μόνο. Επί του προκειμένου, μιλώντας για τα πεζά του Μοδινού, νομίζω ότι πρόκειται για πεζά ανοιχτά· μυθιστορήματα και διηγήματα που δεν ορίζουν την ταυτότητά τους εξ υπαρχής, αλλά τη βρίσκουν κατά τη διαδικασία της γραφής.
Στην πρόσφατη συναγωγή των διηγημάτων της Υπόθεσης της Ερυθράς Βασίλισσας, λόγου χάριν, στάθηκα σε τρία τουλάχιστον: το «Ένα Νόμπελ για τη Ρεμέδιος», το «Φθινόπωρο ή μνήμα ίσον μνήμη» και το «Ο μακρύς δρόμος για τη Μοντάνα», που η αύρα τους, η αίσθηση που μεταδίδουν, με κανέναν τρόπο δεν σταματούν στο τελείωμά τους. Θα μπορούσε η ροή του γίγνεσθαί τους να καλύψει και άλλες σελίδες, πράγμα που δεν σχετίζεται με τη μυθοπλασία ως αυστηρή δομή, με αρχή, μέση και τέλος, αλλά με τη μυθοπλασία που είναι, όπως είπαμε, ανοιχτή, δεκτική σε προσμείξεις. Για να μην αναφέρουμε ότι πλείστα όσα πεζά, από την ξένη και την ελλαδική λογοτεχνία –λ.χ. τα κείμενα του Μάριου Χάκκα–, τελειώνουν εκεί όπου τους ορίζει η πρόσληψη των αναγνωστών τους. Κατά κάποιον τρόπο, αυτή η ιδιότητα του ανοιχτού υπάρχει και στα πιο εκτενή γραπτά του Μοδινού. Ας πούμε, στην Εκουατόρια (2016) και στην Παραγουάη (2020), όπου ο τόπος, η Αφρική και η Νότια Αμερική στα δυο αυτά βιβλία, δεν αποτελεί ένα σταθερό, ρεαλιστικά πλαισιωμένο υπόστρωμα, όσο έναν «διάτρητο τάπητα» της αφήγησης, μέσα από τα ανοίγματα του οποίου εισβάλλουν προσωπικές μνήμες, αναφορές μύθων, παραλληλισμοί, αναχρονισμοί, στοιχεία ανθρωπολογικά, ιστορικά και πολιτικά δεδομένα, τα οποία όλα μαζί φτιάχνουν ένα ρευστό συγκείμενο.
Μήπως όμως όλη αυτή η φαντασμαγορία των ευρωπαϊκών τοπίων ή των εξωτικών, αχανών τόπων της Αμερικής, της Αφρικής και των άξενων εκτάσεων της Ασίας, δεν είναι άλλο από το αντίθετό τους;
Και, για να πάμε λίγο πιο εκεί, ετούτη η αισθησιακή, η πολύ συχνά συναισθηματικά νωπή και υποβλητική «ανοιχτότητα» της σύνθεσης είναι τέτοια, διότι τη συνδράμει η «σοφία» μιας τέχνης που αφήνεται να δημιουργεί χωρίς «σιδερένιους» περιορισμούς ‒ και που, επιπλέον, δείχνει την ευχαρίστησή της όταν αφήνεται ανεμπόδιστη. Κάτι που δεν συμβαίνει μόνο με τις ιστορίες μαγικού ρεαλισμού, σαν κι αυτή με την οποία αρχίζει η διαδοχή των δεκάξι διηγημάτων του βιβλίου, προεκτείνοντας το ονειρικό και γοητευτικό σύμπαν του Γκαρσία Μάρκες, μα και με τις άλλες, τις πιο εσωστρεφείς και πιο μελαγχολικές ή σκεπτικιστικές για τη σχέση του σημερινού ανθρώπου με το περιβάλλον και την τεχνική, όπως το εις εαυτόν αφήγημα τού όχι πια νέου Χριστόφορου Κάλφα, μοναχικού οδοιπόρου, παρέα με τον σκύλο του, στις πλαγιές του Πηλίου. Η με τα χρόνια κατακτημένη, ήρεμη παραδοχή της ανάγκης συνύπαρξης με την περιβάλλουσα φύση ενσωματώνεται στον εσωτερικό μονόλογο αυτού του διηγήματος με μια περίπου μουσική ροϊκότητα, χωρίς όμως η κατασταλαγμένη πικρή γνώση να μεταλλάσσεται σε πένθος. Τα πάντα συνεργούν, ακόμα και η επίσκεψη σε ένα μνήμα έξω από ένα ορεινό χωριό, στο να επιβεβαιώσουν αυτό που ο Μοδινός έχει κατ’ επανάληψη αναπτύξει και στα μυθιστορήματά του: τον αναγκαίο σεβασμό για τον άλλο και για το άλλο, αυτή τη ρομαντική ίσως προσδοκία της μαχητικής οικολογίας για την αδιάσπαστη ενότητα οργανικών και ανόργανων.
Άσε τη φύση στην ησυχία της. Άσε την να θρέψει τους ανθρώπους στο μέλλον, όπως το ’κανε στο παρελθόν […] Το κάθε ξερόκλαδο, η κάθε γέρικη κουφάλα, εκείνη η συστάδα των αρκουδόβατων, ακόμα κι αυτός ο κεραυνοβολημένος κορμός, φιλοξενούν υπάρξεις, κι αυτές με τη σειρά τους τρέφουν άλλες […] Κι όμως, κάτι έχει επιβιώσει […] Δεν είμαστε νέοι πια, αλλά μην ξεχνάς πως η κάθε μας πράξη είναι μια επιλογή για τον κόσμο των ανθρώπων και τον κόσμο των σκύλων.
Ελπίζω ότι οι πιο συστηματικοί αναγνώστες της λογοτεχνίας (όχι μόνο της πεζογραφίας, μα και της ποίησης) δεν ταυτίζουν πλέον το «πρόσωπο» ή τα «πρόσωπα» που μιλούν στην αφήγηση ή στο ποίημα με τον ίδιο τον συγγραφέα. Και ότι πάντως δεν φτάνουν στο σημείο να υποστηρίζουν, όπως παλαιότερα, πως όσα περιγράφονται ή λέγονται στις μυθοπλασίες προέρχονται από αυτολεξεί μεταφερμένες στη γλώσσα εμπειρίες. Χωρίς βέβαια, από την άλλη πλευρά, να σημαίνει αυτό ότι ο συγγραφέας, βιωματικά, υποκειμενικά ή παρακειμενικά, είναι παντελώς ξένος με τα όσα γράφει. Στα πεζά, εκτενή ή άλλα, του Μοδινού, οι καταστάσεις, οι διάλογοι, οι μονόλογοι, τα τεκμήρια που αληθεύουν και τα τεκμήρια που είναι πλασματικά, συνδυάζουν τα ταυτοτικά, βιογραφικά στοιχεία με τα ποθούμενα, δηλαδή με τα επινοημένα, μέσω της αδηφάγου, αισθησιακής και λυρικής φαντασίας του.
Όλα είναι αλήθεια και τίποτε εν τέλει δεν στέκεται πέραν της λογοτεχνικής και μόνο αλήθειας, σ’ αυτή την ανάδελφη για τα ελλαδικά δεδομένα πεζογραφία, στην οποία η κίνηση στον χώρο δεν είναι η κυρίαρχη, και πάντως δεν είναι αυτή που έχει τη μεγαλύτερη σημασία. Όπως στους Πράσινους λόφους της Αφρικής (1935) και στα Χιόνια του Κιλιμάντζαρο (1954) του Έρνεστ Χέμινγουεϊ, έτσι κι εδώ το βλέμμα που πλανιέται στον ορίζοντα ή ακινητεί στα δάση των αφρικανικών υψιπέδων ή, στην Υπόθεση της Ερυθράς Βασίλισσας, ρεμβάζει απορροφημένο από το γραφικό και ήρεμο ελβετικό τοπίο, αποτελεί την «πύλη» την οποία θα περάσει η σκέψη. Για να υποκινήσει έπειτα η σκέψη με τη σειρά της τα εσωτερικά κοιτάσματα της ύπαρξης του συγγραφέα, τις συνδυαστικές μνήμες, τα ερωτήματα, τις απορίες.
Μια θεμελιώδης πάντως αντίθεση, ωστόσο φαινομενική αν την εξετάσουμε όχι από αυτό που δηλώνει εξ αντικειμένου αλλά από το τι εννοεί εξ υποκειμένου, μοιάζει να διεκδικεί συχνά τον τρόπο σύνθεσης της λογοτεχνικής πραγματικότητας του Μοδινού. Είναι η αντίθεση των διαφορών ανάμεσα στο οραματικό και στο γήινο, στο μακρινό και στο πλησίον, στο πεποιημένο και στο αυθεντικό, στη σχέση των προσώπων με τον χώρο, στη διαφορά των νοοτροπιών και της γλώσσας τους. Η ξενότητα. Ωστόσο, μήπως αυτές οι διαφορές δεν είναι και τόσο αγεφύρωτες; Μια πεζογραφία με ψαύσεις ανθρωπογεωγραφικές, όπως αυτή, ανατρέχει σε περιγραφές ή εικόνες τόπων και όντων που τους χωρίζουν μεγάλες αποστάσεις, αλλά μπορεί οι αποστάσεις αυτές να μεγεθύνονται πολλαπλάσια όταν εδραιώνονται ανάμεσα στους κατοίκους των πυκνοκατοικημένων πόλεων. Και όχι τυχαία, τα μισά και περισσότερα από τα διηγήματα στα οποία αναφερόμαστε υποφέρουν από αυτή την ξενότητα.
Μήπως όμως όλη αυτή η φαντασμαγορία των ευρωπαϊκών τοπίων ή των εξωτικών, αχανών τόπων της Αμερικής, της Αφρικής και των άξενων εκτάσεων της Ασίας, δεν είναι άλλο από το αντίθετό τους; Μήπως δεν είναι άλλο από τη γείωση της συγγραφικής φαντασίας στο ελάχιστο που έχει σμικρύνει το μείζον; Υπάρχει μεγαλύτερη έρημος από ό,τι στη ζωή ενός μεγαλοαστικού προαστίου; Στο απόσπασμα που ακολουθεί, ο αφηγητής στο διήγημα «Ο μακρύς δρόμος για τη Μοντάνα» θα έλεγε κανείς ότι παραδόξως αντιστρέφει τη μαγική εικόνα της απόστασης και του μεγέθους:
Είμαι συνειδητός αρνητής του ταξιδιού, ένας λάτρης των δεκαπέντε τετραγωνικών μέτρων του γραφείου μου, όπως εκείνος ο παλιός ευγενής, ο Ξαβιέ ντε Μαιστρ.
Αντικαθιστώντας την κίνηση με την ακινησία, την εξονυχιστική, ακαδημαϊκή παρατήρηση με τη φαντασία. Αλλιώς, κανείς δεν θα μπορούσε να συνταιριάξει τις δομικές «αντιφάσεις» των όσων συμβαίνουν σε ετούτα τα διηγήματα· αντιφάσεις φαινομενικές όπως είπαμε, που ξεπροβάλλουν όμως ως αρνήσεις του παραδοσιακού ρεαλισμού και της αυταπάτης ότι με το φως της θεωρίας αποκαλύπτονται τα πάντα. Και έτσι, η αναπαραγωγή του κοινώς αναγνωρίσιμου, η ρεαλιστική φενάκη της εικόνας, είναι η επιφαινόμενη, η εξωτερική κρούστα των όσων «ακούμε» ή εμμέσως «βλέπουμε» από τους αφηγητές των ιστοριών. Κάτω από αυτή την κρούστα συμβαίνουν πράγματα που πολλές φορές υπονοούνται ανάμεσα στις αράδες, και γι’ αυτό πολλές φορές γοητευτικά, όπως κρίσεις άγχους, ενοχές, έντονα πάθη, αρρυθμίες, δοσμένα από τον Μοδινό με χιούμορ, ευρηματικότητα και ενίοτε εύφορη διάθεση στον αναγνώστη.
Τα πρόσωπα, ενδοαφηγηματικά ή όχι, που τους ανατίθεται από τη δημιουργική μηχανή της επινόησης να μιλήσουν στις ιστορίες του Μοδινού, συχνότατα αναφέρονται σε ονόματα της πολιτικής και της τέχνης (ΝτεΛίλο, Κάφκα, Φρις, Μάρκες, Φόκνερ, κ.ά.) και, αν υποθέσουμε ότι αποτελούν όλα μαζί σε κάθε περίπτωση τη δέσμη ενός πολυμορφικού πορτρέτου του συγγραφέα, είναι γιατί δίνουν τη δυνατότητα με το διάβασμα των δεκαέξι ιστοριών να συνδεθούν οι επιμέρους σκορπισμένες στα πεζά του πεποιθήσεις, θέσεις και ενδιαφέροντα. Υποδύεται μέσα από ανδρικές και γυναικείες μορφές, από διπλωμάτες, αγρότες, γραφειοκράτες, καρικατούρες της κοσμικής ζωής, ορκισμένους πότες, αθεράπευτα ερωτύλους, στελέχη εταιρειών και διεθνών οργανισμών, τυχοδιώκτες και πλάνητες που βλέπουν το ταξίδι ως ευκαιρία για γνώση, αλλά και ως δοκιμασία που εξερευνά τα όρια μεταξύ των ανθρώπων ή μεταξύ ανθρώπων και φυσικού περιβάλλοντος, μεταξύ ηθών οπωσδήποτε.
Συμπεριληπτικός με τη στοργή που έδειχνε ανέκαθεν η καλή λογοτεχνία, επί δικαίων και αδίκων.
Για τούτο και η ρήξη με το πρότυπο της διανοητικής σεξουαλικής ελευθερίας που αναπτύσσεται, προκαλώντας έντονο ενδιαφέρον, στο διήγημα «Ένας Γερμανός φίλος», ή στην κάπως γελοιογραφική και σατιρική απόδοση του νεοελληνικού χαοτικού παρόντος στο «Περί ατομικής ευθύνης» ‒ και τα δυο από την Υπόθεση της Ερυθράς Βασίλισσας. Αλλά και ως προσπάθεια επανελέγχου των τελεσθέντων της παγκόσμιας ιστορίας, όπως στα διηγήματα Τα θαύματα του κόσμου, στο μυθιστόρημα Άγρια Δύση (2013) και, ιδίως, στον Μεγάλο Αμπάι (2007) ‒προπάντων, σ’ αυτό–, που ανατρέχουν στις πρωταρχικές συνθήκες οργανωμένης περιήγησης στην Ανατολική Αφρική τον 18ο αιώνα, με τα πρόσωπα του βιβλίου στην ουσία να έρχονται σε αντιπαράθεση, ως γεννήματα του Διαφωτισμού, με το εθιμικό συμπαγές των ανιμιστικών πολιτισμών εκείνης της εποχής και με τα αλλόκοτα ερωτικά ή κοινοτικά ή γαμήλια και επικήδεια ήθη των ιθαγενών φυλών.
Έναν συγγραφέα συμπεριληπτικό, θα μπορούσαμε να πούμε τον Μιχάλη Μοδινό, χρησιμοποιώντας, έστω, μια κακοπαθημένη σήμερα λέξη. Αλλά συμπεριληπτικός με τη στοργή που έδειχνε ανέκαθεν η καλή λογοτεχνία, επί δικαίων και αδίκων.
Η υπόθεση της Ερυθράς Βασίλισσας
Μιχάλης Μοδινός
Εκδόσεις Καστανιώτη
272 σελ.
ISBN 978-960-03-7372-1
Τιμή €16,00
https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/26107-i-ipothesi-tis-erythras-thalassas


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου