- Έρη Σταυροπούλου
Η Έρση Σωτηροπούλου κατορθώνει να ξαφνιάζει τους αναγνώστες της με κάθε καινούριο βιβλίο της, παρά τα διαμορφωμένα από καιρό σταθερά κύρια χαρακτηριστικά του έργου της, έναν συνδυασμό σκοτεινού χιούμορ, τολμηρού λεξιλογίου, ανατροπής της καθημερινότητας, φεμινιστικού προβληματισμού, μαζί με το μοτίβο του ταξιδιού, της ψυχικής περιπλάνησης και της αναζήτησης. Απροσδόκητοι άνθρωποι και απροσδόκητες καταστάσεις ανατέμνονται με μια λοξή ματιά άλλοτε ψυχρής αποστασιοποίησης, άλλοτε παρηγορητικής κατανόησης των συναισθηματικών τραυμάτων.
Ο τίτλος και το εξώφυλλο της πρόσφατης νουβέλας της μας οδηγούν κατευθείαν στη Γιορτή των νεκρών στο Μεξικό (όπου διαδραματιζόταν και το μυθιστόρημά της Μεξικό, 1982). Τη μέρα αυτή, σε πολλές χώρες της Κεντρικής Αμερικής γιορτάζεται η παροδική επιστροφή στη ζωή αγαπημένων προσώπων με ξέφρενους χορούς και μουσική, με επισκέψεις στα νεκροταφεία, τρομακτικές νεκρικές μάσκες – ένας συνδυασμός της χαράς της ζωής και του εξορκισμού της φρίκης του θανάτου. Πρόκειται για ένα αρχετυπικό καρναβάλι, όπως όρισε τα χαρακτηριστικά του μέσα στη λογοτεχνία ο Μ. Μπαχτίν: βιωματική συμμετοχή όλων, ανατροπή κάθε τάξης και ιεραρχίας, έμφαση στο σώμα, στις ανάγκες και τις επιθυμίες του, ασέβεια και ελευθεροστομία, εναλλαγή ταυτοτήτων, γέλιο, έρωτας, ζωή και θάνατος.[1]
Η κεντρική ηρωίδα, μια Ελληνίδα που βρίσκεται στο Μεξικό, παρακούοντας τη συμβουλή της φίλης της να μην κυκλοφορεί όταν βραδιάζει, βγαίνει έξω και φτάνει στην «κακή πλευρά της Avenida», εκεί που ο κίνδυνος παραμονεύει. Ποιος κίνδυνος; Για την ίδια, ο φόβος και το κακό είναι ήδη γνωστά. Η πρώτη φράση του κειμένου είναι καθηλωτική: «Το πρόβλημα είναι οι γιατροί, όχι ο καρκίνος» (9). Θαρραλέο ξεκίνημα το να ονομάσεις μιαν αρρώστια για την οποία κυριαρχεί ακόμη η μυστικότητα και ο μεταφορικός λόγος.[2]
Απροσδόκητοι άνθρωποι και απροσδόκητες καταστάσεις ανατέμνονται με μια λοξή ματιά άλλοτε ψυχρής αποστασιοποίησης, άλλοτε παρηγορητικής κατανόησης των συναισθηματικών τραυμάτων.
Ωστόσο, η γυναίκα μοιάζει να βρίσκεται σε σύγχυση. Η συνεχής εναλλαγή από το τρίτο στο πρώτο πρόσωπο αποδίδει από τη μια την αποστασιοποιημένη αφήγηση και από την άλλη τη φωνή της ηρωίδας μέσα στην οποία, όχι πάντα καθαρά, περιέχεται και ο λόγος των άλλων (συχνά ακούγεται και ο λόγος της συγγραφέα με τα ενδολογοτεχνικά παιχνίδια της): «Κάτι είχε σφηνωθεί σαν κουκούτσι στο μυαλό της και περίμενε κρυμμένο. Και πιο πριν; Τι σκεφτόταν τη στιγμή που ξεπήδησε η φράση; Κενό. Δεν θυμόταν τίποτα. […] Πώς κατέληξα εδώ, αναρωτήθηκε» (11). Όλα όσα βλέπει ή ζει της φαίνονται ακατανόητα: «Μα πώς της ήρθε; Τι είχε στον νου της όταν μπήκε στην taqueria, […] Και πιο πριν; […] Αδύνατον να θυμηθεί. Και λίγο πιο πριν; […] Και ακόμα λίγο πιο πριν; Όλα είχαν σβήσει. Και πριν από το πριν; Τίποτα. Δεν υπήρχε τίποτα. Είδε τον καρκίνο σαν ένα μεγάλο χιονάνθρωπο με απλανές βλέμμα και τους γιατρούς μικροσκοπικούς σαν μελισσούλες να ζουζουνίζουν γύρω του. Ο σιωπηλός χιονάνθρωπος μεταμορφωνόταν αδιάκοπα, γινόταν ουρανός, δράκος, ποντίκι, μεγάλωνε, μίκραινε, κοβόταν στα δυο. Εξαφανιζόταν, τριπλασιαζόταν, αόρατος, ακέφαλος, διχοτομημένος, έλιωνε, φούντωνε, πυρακτωνόταν, πέθαινε, ανασταινόταν και δώσ’ του οι μελισσούλες να στροβιλίζονται» (12-13). Αυτή η τρομαχτική μεταφορά για έναν καρναβαλικό βασιλιά, που σου παγώνει το αίμα μόλις συνειδητοποιήσεις ποιον εκπροσωπεί (33), διαλύεται από τις απροσδόκητες εικόνες της φτωχικής γειτονιάς και τους ήχους από εκκλησιαστική μουσική ως κάθε λογής τραγούδια. Υπάρχει, εξάλλου, με το τέλος του καρναβαλιού και η παρηγορητική αποκαθήλωση και το κάψιμο του βασιλιά.
Η ηρωίδα προσπαθεί να παραμείνει στο παρόν, παρακολουθώντας τα πρόσωπα άγνωστων περαστικών, γυναίκες που περνούν, δυο μικρά κορίτσια, που χαϊδεύονται με την ίδια λαιμαργία που καταβροχθίζουν ένα φρούτο, έναν ζητιάνο ή ίσως σαμάνο (μάγος, ιερέας, που επικοινωνεί με τα πνεύματα), μια παρέα ανδρών που αλληλοπειράζονται, ακόμη και το φανάρι που σταθερά αναβοσβήνει, δίνοντας έναν ρυθμό από τον οποίο πασχίζει να πιαστεί. Προσπαθεί να θυμηθεί, να απωθήσει όσα άσχημα βλέπει γύρω της ή να ξεχάσει;
Αλλά αυτή η ανάμνηση, που με τόση δυσκολία ψάχνει να βρει τον δρόμο για την επιφάνεια, δεν αφορά την ίδια, όπως η αφήγηση αρχικά φαίνεται να εννοεί. Η πραγματικότητα, που αναδύεται μέσα από άλλες τραυματικές αναμνήσεις και εικόνες, είναι ακόμη πιο τραγική, πρόκειται για την αρρώστια και τον θάνατο του αγαπημένου άνδρα και για τη δική της ενοχή ότι δεν μπόρεσε να τον σώσει, αφού «το πρόβλημα είναι οι γιατροί». Από τα πιο διεισδυτικά σημεία του κειμένου η καταδικαστικά ειρωνική περιγραφή της διπλής σαν του Ιανού όψης των γιατρών, που η συμπεριφορά τους αλλάζει όταν βρίσκονται με ασθενείς και όταν γυρνούν στην ιδιωτικότητά τους. Γιατροί, φαρμακευτικές εταιρείες, τα φαρμακεία του ΕΟΠΥΥ φαίνονται να συμμετέχουν στο καρναβάλι, όπου βασιλεύει ο καρκίνος, και η αυθεντία και η εξουσία τους ανατρέπονται.
Σαν ένα ποτάμι τα συναισθήματα για εκείνον τον άνδρα, οι ιδέες, οι οδυνηρές διαπιστώσεις, την κατακλύζουν. «Ήταν βαθιά θιγμένος. Ταπεινωμένος. Ο θάνατος τον είχε προσβάλει» (58). Η αρρώστια, η θεραπευτική αγωγή, ο θάνατος, η ταφή με την κοινωνική τους διάσταση συγκρούονται με τη ζωογόνα καρναβαλική ελευθερία. Όσο παράλογη μοιάζει η γιορτή που τελειώνει γύρω της, τόσο παράταιρες είναι οι σκέψεις της, καθώς το παρόν της αντιστέκεται στο παρελθόν της. Τότε, όμως, θυμάται το ερωτικό τραγούδι «Sexual Healing», που άκουγαν στην αρχή της γνωριμίας τους. Το τραγούδι με την ιαματική του δύναμη διασχίζει τη γη και φτάνει στην ερημική πια Avenida, όπου τα δύο μικρά κορίτσια απολαμβάνουν με πάθος τον έρωτά τους.
Η Σωτηροπούλου γράφει για το πένθος, τις αναμνήσεις, τον έρωτα, εναλλάσσοντας το γκροτέσκο με την ποίηση, ντύνοντας την πραγματικότητα με υπερρεαλιστικά στοιχεία, αλλά και αποκαλύπτοντας τη σκληρή πλευρά της ζωής. Στην ιστορία της και στις αντιδράσεις της ηρωίδας της φαίνονται να ξετυλίγονται τα τυπικά πέντε στάδια του πένθους: η άρνηση με την αδυναμία της να θυμηθεί τον θάνατο, ο θυμός με τις ευθύνες που αποδίδει στους γιατρούς, η διαπραγμάτευση, καθώς αναρωτιέται για τις δικές της ευθύνες και πράξεις, η κατάθλιψη και, τέλος, η αποδοχή. Μιλώντας με πόνο, θυμό αλλά και θάρρος για το ανείπωτο: την αρρώστια, τον θάνατο και τη συμπόρευση μαζί τους, δημιουργεί έναν παράφορο θρήνο και μαζί δείχνει έναν δρόμο για την επανένωση με τη ζωή, «την παντοδυναμία του έρωτα μέσα στη δίνη της παροδικότητας».[3]
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Μιχαήλ Μπαχτίν, Ζητήματα της ποιητικής του Ντοστογιέφσκι, μτφρ. Αλεξ. Ιωαννίδου, Πόλις, Αθήνα 2000, σσ. 195-212.
[2] Σούζαν Σόντακ, Η νόσος ως μεταφορά. Το Aids και οι μεταφορές του, μτφρ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Στέφανος Ροζάνης, Ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 1993, σσ. 11-14.
[3] Η φράση της Έρσης Σωτηροπούλου: «Γράφω σημαίνει σκάβω, πετάω μπάζα» από συνέντευξη στον Γρηγόρη Μπέκο, Το Βήμα, 28.04.26.
[Η Έρη Σταυροπούλου είναι ομότιμη καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας.]
Σενιορίτα
Έρση Σωτηροπούλου
Εκδόσεις Πατάκη
72 σελ.
ISBN 978-618-07-1749-5
Τιμή 8,80€
https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/27093-ersi-sotiropoulou-seniorita


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου