Ο Βιντσέντζο Μπελίνι (Vincenzo Bellini) δεν ήταν απλώς ένας συνθέτης του bel canto, αλλά λειτουργούσε ως ο απόλυτος «δραματουργός-σκηνοθέτης» των έργων του, επιβάλλοντας σιδηρά πειθαρχία, γεγονός που τον οδηγούσε συχνά σε έντονους καυγάδες και συγκρούσεις με τις μεγαλύτερες ντίβες της εποχής του.
Σε μια εποχή που οι τραγουδιστές έκαναν ό,τι ήθελαν στη
σκηνή, ο Μπελίνι απαιτούσε απόλυτη αφοσίωση στην υποκριτική και την αλήθεια του
κειμένου
Ο Μπελίνι ως «Σκηνοθέτης»
Αν και ο όρος «σκηνοθέτης» με τη σημερινή έννοια δεν
υπήρχε τότε, ο Μπελίνι έλεγχε τα πάντα:
·
Έμφαση στο Δράμα: Πίστευε ότι η μουσική έπρεπε να
υπηρετεί την ποίηση και το συναίσθημα. Έλεγε χαρακτηριστικά στον λιμπρετίστα
του, Κάρλο Πέπολι: «Χάραξέ το στο μυαλό σου με αδαμάντινα γράμματα: η όπερα
πρέπει να προκαλεί δάκρυα, να τρομάζει τους ανθρώπους, να τους κάνει να
πεθαίνουν μέσα από το τραγούδι».
·
Έλεγχος της Υποκριτικής: Δεν ανεχόταν τους τραγουδιστές που
απλώς στέκονταν και επιδείκνυαν τις φωνητικές τους ικανότητες. Απαιτούσε έντονη
θεατρικότητα, σωστή άρθρωση των λέξεων και ρεαλιστική κίνηση στη σκηνή.
Οι Μεγάλοι Καυγάδες και οι Συγκρούσεις
1. Η κόντρα με την Τζουντίτα Πάστα (Giuditta Pasta) για το "Casta Diva"
Η Τζουντίτα Πάστα
ήταν η απόλυτη μούσα του, η πρώτη που ερμήνευσε τη Norma και τη Sonnambula. Ωστόσο, η σχέση τους πέρασε από
σαράντα κύματα κατά τις πρόβες της Norma στη Σκάλα του Μιλάνου το 1831.
·
Η Αφορμή: Όταν ο Μπελίνι της παρουσίασε τη θρυλική άρια "Casta Diva", η Πάστα αρνήθηκε κατηγορηματικά να
την τραγουδήσει. Δήλωσε ότι ήταν «κακώς προσαρμοσμένη στις φωνητικές της
ικανότητες» και ότι οι ατελείωτες, μακρόσυρτες γραμμές της ήταν αδύνατον να
βγουν σωστά.
·
Η Σύγκρουση: Ακολούθησε τεράστιος καυγάς. Ο Μπελίνι, πεισματάρης και
απαιτητικός, αρνήθηκε να αλλάξει την άρια. Μετά από μέρες έντασης, την ανάγκασε
να υπόσχεται ότι θα την μελετά κάθε μέρα. Τελικά, για να την καθησυχάσει, χαμήλωσε
την άρια κατά έναν τόνο (από Σολ μείζονα σε Φα μείζονα), η οποία είναι και
η εκδοχή που τραγουδιέται μέχρι σήμερα.
Ο καυγάς με τη Μαρία Μαλιμπράν (Maria Malibran)
Η Μαρία Μαλιμπράν
ήταν η πιο εκρηκτική και διάσημη μετζοσοπράνο της εποχής. Όταν τραγούδησε την Υπνοβάτιδα
(La sonnambula), ο Μπελίνι ενθουσιάστηκε, αλλά οι
πρόβες τους ήταν γεμάτες εντάσεις.
·
Η Αφορμή: Η Μαλιμπράν, γνωστή για τον ανυπότακτο χαρακτήρα της,
άλλαζε τις νότες και πρόσθετε δικά της, υπερβολικά φωνητικά στολίδια (coloratura) για να εντυπωσιάσει το κοινό.
·
Η Αντίδραση: Ο Μπελίνι έγινε έξαλλος. Θεωρούσε ότι αυτά τα
«πυροτεχνήματα» κατέστρεφαν την απλότητα και την αθωότητα της ηρωίδας (της
Αμίνα). Της έκανε άγριες παρατηρήσεις μπροστά σε όλο τον θίασο, απαιτώντας να
σεβαστεί το γραμμένο κείμενο, οδηγώντας σε σκηνές με κλάματα και φωνές στα
παρασκήνια.
Οι απαιτήσεις από τους Τενόρους
(Ντομένικο Ντονζέλι)
Οι συγκρούσεις του δεν περιορίζονταν μόνο σε γυναίκες.
Κατά τη σύνθεση της Norma, ο κορυφαίος τενόρος Ντομένικο
Ντονζέλι (Πολιόνε) πιέστηκε στα άκρα. Ο Μπελίνι του έγραψε ένα γράμμα όπου
ουσιαστικά του υπαγόρευε πώς ακριβώς έπρεπε να χρησιμοποιεί τη φωνή του,
να μην κάνει επίδειξη δύναμης, αλλά να βγάζει πάθος, πράγμα που εξόργισε τον
έμπειρο τραγουδιστή.
Η πρεμιέρα της Norma στις 26 Δεκεμβρίου 1831 στη
Σκάλα του Μιλάνου, μετά από όλους αυτούς τους εξαντλητικούς καυγάδες, κατέληξε
σε ένα από τα πιο διάσημα φιάσκα στην ιστορία της όπερας, πριν
αναγνωριστεί ως απόλυτο αριστούργημα.
Το Φιάσκο της Πρεμιέρας
Παρά την ένταση των προβών, η πρώτη παράσταση ήταν μια
καταστροφή για τρεις κύριους λόγους:
·
Η εξάντληση των τραγουδιστών: Η Τζουντίτα Πάστα και ο Ντομένικο
Ντονζέλι ήταν τόσο εξουθενωμένοι από τις συνεχείς απαιτήσεις και τις φωνητικές
διορθώσεις του Μπελίνι της προηγούμενες ημέρες, που η απόδοσή τους στην
πρεμιέρα ήταν κατώτερη των περιστάσεων.
·
Το «μούδιασμα» του κοινού: Το κοινό της Σκάλας περίμενε μια
κλασική όπερα με εντυπωσιακά φωνητικά πυροτεχνήματα. Αντίθετα, ήρθε αντιμέτωπο
με ένα βαθιά δραματικό, σχεδόν λιτό έργο, όπου η μουσική υπηρετούσε το θέατρο.
Η απουσία της παραδοσιακής εισαγωγικής άριας (cavatina) για τον τενόρο και η πολυπλοκότητα
του "Casta Diva" μπέρδεψαν τους θεατές.
·
Η κλίκα της Contessa Belgiojoso: Μια αντίπαλη φατρία, υποστηριζόμενη
από την κόμισσα Μπελτζογιόζο (που ευνοούσε τον συνθέτη Τζοβάνι Πατσίνι), είχε
πληρώσει θεατές για να γιουχάρουν και να σαμποτάρουν την παράσταση.
Ο Μπελίνι, συντετριμμένος, έγραψε το ίδιο βράδυ στον φίλο
του Φραντσέσκο Φλορίμο: «Φιάσκο, φιάσκο, πανηγυρικό φιάσκο! Το κοινό ήταν
ψυχρό και με έκρινε με αυστηρότητα». Ωστόσο, ήδη από τη δεύτερη παράσταση,
το κοινό άρχισε να κατανοεί το έργο και η Norma αποθεώθηκε.
Οι Ιδιαιτερότητες της Φωνής που Απαιτούσε ο Μπελίνι
Ο Μπελίνι άλλαξε τον τρόπο που τραγουδούσαν οι
καλλιτέχνες της εποχής, δημιουργώντας το λεγόμενο "Bellinian style":
·
Ατελείωτες Μελωδικές Γραμμές (Long, Long, Long Melodies): Ο Βάγκνερ είχε δηλώσει ότι οι μελωδίες
του Μπελίνι είναι «ατελείωτες». Ο Μπελίνι απαιτούσε από τους τραγουδιστές
τεράστια χωρητικότητα πνευμόνων και απόλυτο έλεγχο της αναπνοής (legato), ώστε να κρατούν μια νότα και να τη συνδέουν με την
επόμενη χωρίς να σπάει η φράση.
·
Συναισθηματική Αλήθεια αντί για Επίδειξη: Σε αντίθεση με τον Ροσίνι, ο οποίος
γέμιζε τις όπερες του με γρήγορα περάσματα (coloratura) για να δείξουν οι τραγουδιστές την
ευελιξία τους, ο Μπελίνι χρησιμοποιούσε τα στολίδια μόνο όταν εξέφραζαν θυμό,
τρέλα ή πάθος. Αν μια νότα δεν είχε δραματικό
νόημα, την έσβηνε.
·
Η Γέννηση του "Tenore di Forza": Μέχρι τότε, οι τενόροι τραγουδούσαν
τις ψηλές νότες με ψεύτικη φωνή (falsetto). Ο Μπελίνι, μέσα από τον ρόλο του
Πολιόνε, πίεσε τους τενόρους να βγάζουν τις ψηλές νότες με τη «φωνή του
στήθους» (chest voice), δίνοντας έναν πιο ηρωικό, αρρενωπό
και γεμάτο ένταση ήχο, κάτι που έθεσε τις βάσεις για το μετέπειτα στυλ του
Βέρντι.
·
Η εμμονή του Μπελίνι με την «ταχύτητα» του Ντονιτσέτι
·
Ο Ντονιτσέτι ήταν ανθρώπινη «μηχανή» σύνθεσης (έγραψε το Ελιξίριο
του Έρωτα σε μόλις 14 ημέρες). Αυτό τρέλαινε τον σχολαστικό Μπελίνι. Σε μια
επιστολή του, ο Μπελίνι έγραφε υποτιμητικά για τον αντίπαλό του:
·
«Ο Ντονιτσέτι γράφει μια όπερα σε λίγες μέρες επειδή
απλώς δεν τον νοιάζει η ποιότητα. Εγώ
βασανίζομαι, εκείνος απλώς λερώνει το χαρτί με μελάνι».
·
Το «κατασκοπευτικό» δείπνο στο Παρίσι
·
Το 1834, ο διευθυντής του Ιταλικού Θεάτρου στο Παρίσι,
Κάρλο Σεβερίνι, κάλεσε και τους δύο συνθέτες σε δείπνο για να γιορτάσουν την
άφιξή τους στην πόλη. Αυτόπτες μάρτυρες ανέφεραν ότι οι δύο άνδρες περάσαν όλο
το βράδυ ανταλλάσσοντας υπερβολικά ευγενικά, αλλά στάζοντα φαρμάκι
κομπλιμέντα. Ο Μπελίνι προσπαθούσε διακριτικά να μάθει ποιοι θα ήταν οι
τραγουδιστές στην επόμενη όπερα του Ντονιτσέτι, ενώ ο Ντονιτσέτι απαντούσε με
γρίφους για να τον εκνευρίσει.
·
Το ειρωνικό σχόλιο του Ντονιτσέτι για τη Norma
·
Όταν η Norma έκανε πρεμιέρα με το γνωστό φιάσκο, ο
Ντονιτσέτι βρισκόταν στο κοινό. Αντί να χαρεί για την αποτυχία του αντιπάλου
του, έκανε ένα εύστοχο αλλά ειρωνικό σχόλιο για την πολυπλοκότητα της μουσικής
του Μπελίνι, λέγοντας σε έναν φίλο του:
·
«Αυτό το έργο έχει τόσες πολλές όμορφες ιδέες, που ο
Μπελίνι θα μπορούσε να τις είχε απλώσει σε τέσσερις διαφορετικές όπερες αντί
για μία. Αλλά βλέπεις, δεν έχει τη δική μου
οικονομία χρόνου!»
·
Η θεωρία συνωμοσίας του Μπελίνι για τη «Μονομαχία του
Παρισιού»
·
Όταν το 1835 το Παρίσι τους έβαλε να αναμετρηθούν πρόσωπο
με πρόσωπο (Μπελίνι με τους Πουριτανούς και Ντονιτσέτι με τον Μαρίνο
Φαλιέρο), ο Μπελίνι έπαθε απόλυτη εμμονή. Άρχισε να πιστεύει ότι ο
Ντονιτσέτι είχε συνωμοτήσει με τους Γάλλους κριτικούς για να τον
σαμποτάρουν. Έγραφε μανιωδώς στους φίλους του στην Ιταλία ότι ο Ντονιτσέτι
πλήρωνε ανθρώπους για να χειροκροτούν τη δική του όπερα και να μένουν σιωπηλοί
στη δική του. Στο τέλος, βέβαια, ο Μπελίνι θριάμβευσε πανηγυρικά,
αποδεικνύοντας ότι οι φόβοι του ήταν καθαρή παράνοια.
·
Η γενναιοδωρία του Ντονιτσέτι μετά τον θάνατο του Μπελίνι
·
Η πιο συγκινητική ιστορία γράφτηκε μετά το τέλος της
κόντρας τους. Όταν ο Μπελίνι πέθανε ξαφνικά τον Σεπτέμβριο του 1835,
κυκλοφόρησαν φήμες ότι ο Ντονιτσέτι ένιωσε ανακούφιση που έφυγε ο μεγαλύτερος
ανταγωνιστής του.
·
Η απάντηση του Ντονιτσέτι ήταν άμεση και αποστομωτική.
Όχι μόνο συνέθεσε ένα μνημειώδες Ρέκβιεμ για τον Μπελίνι, αλλά όταν
έμαθε ότι η οικογένεια του Μπελίνι στην Κατάνια ήταν σε δεινή οικονομική
κατάσταση, αρνήθηκε να πάρει πνευματικά δικαιώματα από τις δικές του
παραστάσεις στη Σικελία, ζητώντας τα χρήματα να σταλούν απευθείας στους γονείς
του Μπελίνι.
Ο Τζοακίνο Ροσίνι ήταν ο «νονός» της ιταλικής
όπερας στο Παρίσι και ο τρόπος που χειρίστηκε την κόντρα Μπελίνι-Ντονιτσέτι
ήταν ένα μάθημα διπλωματίας. Ταυτόχρονα, ο ξαφνικός θάνατος του Μπελίνι
λίγους μήνες μετά τον θρίαμβό του πυροδότησε σκοτεινές θεωρίες συνωμοσίας.
Ο Ροσίνι ως «Μακιαβέλι» της Όπερας
Το 1834-1835, ο Ροσίνι ήταν ο καλλιτεχνικός σύμβουλος του
Ιταλικού Θεάτρου στο Παρίσι. Αυτός ήταν που διοργάνωσε εσκεμμένα τη
«μονομαχία» των δύο συνθετών, προσκαλώντας τους να γράψουν από μία όπερα
για την ίδια σεζόν, ξέροντας ότι ο ανταγωνισμός θα έφερνε τεράστια κέρδη και
δημοσιότητα.
·
Το διπλό παιχνίδι: Ο Ροσίνι έκανε παρέα και με τους δύο,
αλλά κρυφά βοηθούσε περισσότερο τον Μπελίνι. Του έδινε συμβουλές για την
ενορχήστρωση των Πουριτανών ώστε να αρέσει στο γαλλικό κοινό. Ο Μπελίνι
τον λάτρευε σαν πατέρα, αλλά ταυτόχρονα τον φοβόταν.
·
Το ειρωνικό σχόλιο: Όταν ο Ντονιτσέτι παραπονέθηκε στον
Ροσίνι ότι ο Μπελίνι είχε την αποκλειστική υποστήριξη των κριτικών, ο Ροσίνι
του απάντησε με το γνωστό του χιούμορ: «Αγαπητέ μου Γκαετάνο, ο Μπελίνι
γράφει σαν να πρόκειται να πεθάνει αύριο, γι' αυτό τον προσέχουν. Εσύ γράφεις σαν να έχεις μπροστά σου έναν αιώνα!»
Ο Μυστηριώδης Θάνατος του Μπελίνι: Δηλητήριο ή Ασθένεια;
Στις 23 Σεπτεμβρίου 1835, μόλις οκτώ μήνες μετά
τον θρίαμβο των Πουριτανών, ο Βιντσέντζο Μπελίνι πεθαίνει ξαφνικά στο
Πυτό (Puteaux), ένα προάστιο του Παρισιού, σε ηλικία
33 ετών. Βρέθηκε εντελώς μόνος σε μια νοικιασμένη έπαυλη, καθώς οι
ιδιοκτήτες του σπιτιού (το ζεύγος Λεβίς) είχαν φύγει.
Λόγω του νεαρού της ηλικίας του και της τεράστιας
επιτυχίας του, το Παρίσι σοκαρίστηκε και αμέσως ξέσπασε μια παρανοϊκή
φημολογία:
·
Η θεωρία της δηλητηρίασης: Η πιο διάσημη φήμη ήθελε τον Μπελίνι
να έχει δηλητηριαστεί από τον βαρόνο εραστή μιας γυναίκας που ο συνθέτης είχε
αποπλανήσει. Άλλοι, πιο ακραίοι, άφηναν αιχμές ακόμα και για πληρωμένους
δολοφόνους από αντίπαλους συνθέτες (φωτογραφίζοντας το περιβάλλον του
Ντονιτσέτι).
·
Η νεκροψία του Βασιλιά: Λόγω των υπονοιών για έγκλημα, ο ίδιος
ο Βασιλιάς της Γαλλίας, Λουδοβίκος Φίλιππος, διέταξε να γίνει δικαστική
νεκροψία από τον κορυφαίο γιατρό του Παρισιού.
·
Η πραγματική αιτία: Η νεκροψία έδειξε ότι δεν υπήρχε
δηλητήριο. Ο Μπελίνι πέθανε από οξεία αμοιβδική δυσεντερία και απόστημα στο
έντερο. Ο συνθέτης υπέφερε από χρόνια γαστρεντερικά προβλήματα (τα οποία
επιδεινώνονταν από το τρομερό άγχος του για την κόντρα με τον Ντονιτσέτι) και
το σώμα του απλώς κατέρρευσε από την εξάντληση.
Η ειρωνεία της τύχης ήταν ότι ο Ροσίνι, ο οποίος είχε
στήσει τη μονομαχία τους, ανέλαβε προσωπικά τα έξοδα της κηδείας του Μπελίνι
στο Παρίσι και ήταν ένας από αυτούς που μετέφεραν το φέρετρό του, ενώ ο
Ντονιτσέτι θρηνούσε στην Ιταλία.
Ο θάνατος του Μπελίνι το 1835 άλλαξε ριζικά την καριέρα
του Γκαετάνο Ντονιτσέτι, μετατρέποντάς τον στον απόλυτο και μοναδικό
κυρίαρχο της ιταλικής όπερας, αλλά ταυτόχρονα του πρόσθεσε ένα δυσβάσταχτο
ψυχολογικό και καλλιτεχνικό βάρος.
Η τραγωδία αυτή επηρέασε την πορεία του με τρεις κύριους
τρόπους:
Η Μονοκρατορία στην Ιταλία και η Πίεση
για το «Τέλειο»
Με τον Μπελίνι νεκρό και τον Ροσίνι να έχει αποσυρθεί
πρόωρα από τη σύνθεση, ο Ντονιτσέτι έμεινε χωρίς κανέναν σοβαρό ανταγωνιστή
στην Ευρώπη (ο Τζουζέπε Βέρντι ήταν ακόμα άγνωστος).
·
Το βάρος της διαδοχής: Όλα τα μεγάλα θέατρα (Μιλάνο, Νάπολη,
Παρίσι, Βιέννη) στράφηκαν αποκλειστικά σε αυτόν.
·
Αλλαγή στυλ: Για να αποδείξει ότι άξιζε τη θέση του «νούμερο ένα», ο
Ντονιτσέτι άρχισε να εγκαταλείπει την παλιά του συνήθεια να γράφει βιαστικά.
Επηρεασμένος από τον θάνατο του φίλου του, άρχισε να δίνει μεγαλύτερη έμφαση
στο βάθος και τη μελαγχολία, στοιχεία που θύμιζαν το στυλ του Μπελίνι.
Αμέσως μετά, το 1835, παρουσίασε τη Lucia di Lammermoor, το απόλυτο αριστούργημά του.
Η Κατάκτηση του Παρισιού
Ο Μπελίνι πέθανε τη στιγμή που είχε κατακτήσει το Παρίσι
με τους Πουριτανούς. Ο Ντονιτσέτι ένιωσε ότι έπρεπε να «ολοκληρώσει» το
έργο του αντιπάλου του. Μετακόμισε στη γαλλική πρωτεύουσα και μέσα στα επόμενα
χρόνια κυριάρχησε πλήρως στην Όπερα του Παρισιού με έργα όπως η Κόρη του
Συντάγματος (1840) και ο Δον Πασκουάλε (1843). Έγινε ο πιο
ακριβοπληρωμένος συνθέτης της εποχής του.
Η Ψυχολογική Σκιά και η Κοινή Μοίρα
Ο θάνατος του Μπελίνι σε τόσο νεαρή ηλικία γέμισε τον
Ντονιτσέτι με μια έμμονη μελαγχολία και υποχονδρία. Έβλεπε τη δική του
υγεία να χειροτερεύει και φοβόταν ότι θα είχε την ίδια τύχη.
Η μοίρα στάθηκε πράγματι σκληρή: λίγα χρόνια μετά, ο
Ντονιτσέτι προσβλήθηκε από σύφιλη, η οποία κατέστρεψε το μυαλό του. Πέρασε τα
τελευταία χρόνια της ζωής του σε άσυλο, καθηλωμένος και χωρίς να αναγνωρίζει
κανέναν, μέχρι τον θάνατό του το 1848. Οι δύο μεγάλοι αντίπαλοι, που καθόρισαν
το Bel Canto, είχαν και οι δύο τραγικό και πρόωρο
τέλος.
Μαρία Κάλλας: Η Σωτήρας του Μπελίνι
Μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, η Norma είχε μετατραπεί σε ένα «ελαφρύ» έργο. Οι υψίφωνοι της
εποχής τραγουδούσαν τις νότες απλώς για να δείξουν τη δεξιοτεχνία τους,
αφαιρώντας όλο το δραματικό βάθος. Η Μαρία Κάλλας άλλαξε την ιστορία της
όπερας επαναφέροντας την αλήθεια του Μπελίνι.
·
Το νόημα πίσω από τις νότες: Η Κάλλας κατάλαβε ότι τα γρήγορα
περάσματα (coloratura) του Μπελίνι δεν ήταν πυροτεχνήματα
για χειροκρότημα. Ήταν ψυχολογικές εκρήξεις. Όταν η δική της Νόρμα τραγουδούσε
μια γρήγορη μουσική σκάλα, εξέφραζε οργή, ζήλια ή απόγνωση.
·
Η απόλυτη Νόρμα: Η Κάλλας ερμήνευσε τον ρόλο 89
φορές στη σκηνή, περισσότερες από κάθε άλλον ρόλο στην καριέρα της. Η
ερμηνεία της στο "Casta Diva" παραμένει το απόλυτο σημείο
αναφοράς. Η ίδια έλεγε: «Η Νόρμα είναι ο πιο δύσκολος ρόλος, γιατί πρέπει να
είσαι ταυτόχρονα πολεμιστής, ερωμένη και πληγωμένη μάνα».
Το παρατσούκλι «Ο Κύκνος της Κατάνια» (Il Cigno di Catania) δόθηκε στον Μπελίνι λόγω της
γενέτειράς του, της Κατάνια στη Σικελία, αλλά κυρίως για τον μοναδικό
τρόπο που συνέθετε μουσική.
Η επιλογή του κύκνου ως συμβόλου βασίστηκε σε τρεις
συγκεκριμένους λόγους:
·
Η «Ατελείωτη» Μελωδικότητα: Στην τέχνη και τη μυθολογία, ο κύκνος
είναι το πουλί που συνδέεται με τον θεό Απόλλωνα και συμβολίζει την απόλυτη
μουσική χάρη. Οι μελωδίες του Μπελίνι ήταν τόσο εκλεπτυσμένες, ρευστές,
αιθέριες και γεμάτες ευγένεια, που οι σύγχρονοί του ένιωθαν ότι «έπλεαν» σαν
κύκνοι στο νερό.
·
Η Έμφυτη Μελαγχολία: Η μουσική του Μπελίνι είχε πάντα μια υποβόσκουσα,
γλυκιά θλίψη. Αυτό συνδέθηκε αμέσως με τον παλιό μύθο για το «κύκνειο άσμα»—την
πεποίθηση δηλαδή ότι ο κύκνος, που είναι βουβός όλη του τη ζωή, τραγουδάει μια
πανέμορφη αλλά θλιβερή μελωδία λίγο πριν πεθάνει.
·
Η Φυσική του Εμφάνιση: Ο Μπελίνι ήταν ένας εξαιρετικά
όμορφος, κομψός, ξανθός άνδρας με γαλάζια μάτια και αριστοκρατικό παράστημα. Η
φυσική του παρουσία στα σαλόνια της εποχής εξέπεμπε την ίδια ακριβώς χάρη και
υπερηφάνεια που χαρακτηρίζει έναν κύκνο.
Το παρατσούκλι αυτό καθιερώθηκε τόσο βαθιά, που ακόμα και
σήμερα η Κατάνια τιμά τον συνθέτη της παντού: το κεντρικό θέατρο της πόλης
ονομάζεται Teatro Massimo Bellini, ενώ η προτομή του δεσπόζει στην πόλη,
θυμίζοντας για πάντα τον δικό της «Κύκνο».
Ο Ρίχαρντ Βάγκνερ, ο οποίος έμεινε στην ιστορία για τις
επικές, βαριές γερμανικές όπερες του και την ανοιχτή περιφρόνησή του για το
ελαφρύ ιταλικό στυλ, έκανε μια τεράστια εξαίρεση για τον Μπελίνι.
Ο Βάγκνερ ήταν κυριολεκτικά μαγεμένος από τον «Κύκνο της
Κατάνια» και η σχέση του με τη μουσική του Μπελίνι κρύβει μερικά πολύ
ενδιαφέροντα στοιχεία:
Η δήλωση για τις «Ατελείωτες Μελωδίες»
Ο Βάγκνερ ήταν εκείνος που χρησιμοποίησε τον όρο «ατελείωτη
μελωδία» (unendliche Melodie) για να περιγράψει το δικό του στυλ,
αλλά παραδέχτηκε ανοιχτά ότι την έμπνευση την πήρε από τον Μπελίνι. Είχε γράψει
χαρακτηριστικά:
«Η μουσική του
Μπελίνι έρχεται κατευθείαν από την καρδιά. Οι μελωδίες του είναι τόσο μεγάλες,
τόσο αγνές και ατελείωτες, που κανένας άλλος δεν κατάφερε να τις μιμηθεί».
Διηύθυνε τη Norma για να μαζέψει χρήματα
Το 1837, ως νεαρός και πάμπτωχος μαέστρος στη Ρίγα, ο
Βάγκνερ επέλεξε να διευθύνει τη Norma. Η παράσταση είχε τεράστια επιτυχία
και τον έσωσε από τα χρέη. Για να τιμήσει τον Μπελίνι, ο Βάγκνερ έγραψε μάλιστα
μια δική του, επιπλέον άρια για τον ρόλο του Οροβέζο (τον πατέρα της
Νόρμα), αν και τελικά δεν ενσωματώθηκε ποτέ μόνιμα στο έργο.
Τι ζήλευε ο Βάγκνερ από τον Μπελίνι
Ο Βάγκνερ πίστευε ότι οι περισσότεροι Ιταλοί συνθέτες
(όπως ο Ροσίνι) έγραφαν μουσική απλώς για να διασκεδάζει το κοινό. Στον Μπελίνι
όμως έβλεπε έναν αληθινό δραματουργό. Ζήλευε την ικανότητα του Μπελίνι
να συνδέει τις λέξεις με τη μουσική τόσο απλά και απέριττα, χωρίς να κουράζει
τον ακροατή με περιττά στολίδια.
Η παρέμβαση για τα οστά του Μπελίνι
Η μεγαλύτερη απόδειξη του σεβασμού του Βάγκνερ ήρθε το
1876. Όταν η Ιταλία ζήτησε να μεταφερθούν τα οστά του Μπελίνι από το Παρίσι
στην Κατάνια, ο Βάγκνερ, που ήταν πλέον ο ισχυρότερος συνθέτης στην Ευρώπη,
έγραψε ένα συγκινητικό δοκίμιο υποστηρίζοντας την προσπάθεια, τονίζοντας ότι «ο
Μπελίνι ανήκει για πάντα στην πατρίδα του και στην παγκόσμια τέχνη».

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου