Ο Γκαετάνο Ντονιτσέττι σκηνοθετούσε τις όπερες του και επέβλεπε τις παραστάσεις.
Παρόλο που ο επίσημος θεσμός του «σκηνοθέτη» δεν υπήρχε τότε με τη σύγχρονη έννοια, ο Ντονιτσέττι αναμειγνυόταν ενεργά στη σκηνοθεσία και ήταν απίστευτα απαιτητικός με τη σκηνική δράση και την υποκριτική των τραγουδιστών.
Σε αντίθεση με άλλους συνθέτες που ενδιαφέρονταν μόνο για τη μουσική, ο Ντονιτσέττι ήταν ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος του θεάτρου. Αυτό αποδεικνύεται από τα εξής ιστορικά στοιχεία:
· Απαίτηση για αληθινή υποκριτική (Όχι απλό τραγούδι): Ο Ντονιτσέτι πίστευε ότι η φωνή πρέπει να υπηρετεί το δράμα και όχι το αντίθετο. Μισούσε τους τραγουδιστές που στέκονταν απλώς ακίνητοι στη σκηνή για να δείξουν τις φωνητικές τους ικανότητες (τα λεγόμενα «πυροτεχνήματα» του bel canto). Απαιτούσε από τους πρωταγωνιστές του να είναι πραγματικοί ηθοποιοί, να κινούνται με πάθος και να εκφράζουν τον πόνο ή το χιούμορ με το σώμα τους.
· Προσωπική επίβλεψη της σκηνής: Ταξίδευε συχνά και ήταν παρών στις πρόβες όχι μόνο για να διευθύνει την ορχήστρα, αλλά για να καθοδηγήσει το στήσιμο των σκηνών. Έλεγχε πώς έμπαιναν οι τραγουδιστές, πώς αλληλεπιδρούσαν και πώς αντιδρούσε η χορωδία.
· Έλεγχος στο λιμπρέτο και τη δράση: Είχε τόσο έντονη άποψη για τη θεατρική πλοκή που συχνά έγραφε ο ίδιος μέρη των κειμένων ή ανάγκαζε τους λιμπρετίστες να αλλάξουν ολόκληρες σκηνές για να έχουν περισσότερη θεατρική ένταση και γρήγορο ρυθμό.
· Η παρωδία των «κακών» τραγουδιστών: Η εμμονή του με τον επαγγελματισμό στη σκηνή ήταν τόσο μεγάλη που έγραψε μια ολόκληρη κωμική όπερα, το Le convenienze ed inconvenienze teatrali (Οι θεατρικές ευκολίες και δυσκολίες), στην οποία σατιρίζει ανελέητα τους εγωιστές τραγουδιστές της εποχής του που αρνούνταν να ακολουθήσουν τις οδηγίες και κατέστρεφαν τη σκηνική δράση.
Με αυτή του την αυστηρότητα και το πάθος για το θέατρο, ο Ντονιτσέτι ουσιαστικά άνοιξε τον δρόμο για τον Τζουζέπε Βέρντι και τη γέννηση της μοντέρνας όπερας, όπου η μουσική και η υποκριτική έγιναν ένα αδιαίρετο σύνολο
Το πιο διάσημο και ακραίο περιστατικό θυμού και σύγκρουσης με τραγουδίστριες στην καριέρα του Ντονιτσέττι (Gaetano Donizetti) συνέβη το 1834 στη Νάπολη, κατά τη διάρκεια των δοκιμών για την όπερά του Maria Stuarda.
Το γεγονός αυτό δεν ήταν απλώς μια απλή διαφωνία, αλλά εξελίχθηκε σε έναν άγριο φυσικό καβγά (ξύλο) πάνω στη σκηνή ανάμεσα στις δύο πρωταγωνίστριες, ο οποίος εξόργισε τον συνθέτη και οδήγησε μέχρι και στην απαγόρευση της όπερας από τον βασιλιά.
Το χρονικό του ιστορικού καβγά
Η όπερα πραγματεύεται την ιστορική και προσωπική κόντρα ανάμεσα στη Μαρία Στουάρτ (Βασίλισσα της Σκωτίας) και την Ελισάβετ Α΄ της Αγγλίας.
· Οι πρωταγωνίστριες: Τον ρόλο της Ελισάβετ είχε η υψίφωνος Τζουζεπίνα Ρόντσι ντε Μπένις (Giuseppina Ronzi de Begnis) και τον ρόλο της Μαρίας Στουάρτ η Άννα Ντελ Σέρε (Anna Del Sere). Οι δύο γυναίκες είχαν ήδη τεράστια επαγγελματική αντιζηλία.
· Η αφορμή: Στη μεγάλη σκηνή της αντιπαράθεσης, ο χαρακτήρας της Μαρίας Στουάρτ ξεσπά και βρίζει την Ελισάβετ, αποκαλώντας την (σύμφωνα με το κείμενο) «νόθα» και «ξεπεσμένη πόρνη».
· Η έκρηξη: Η Ντελ Σέρε απήγγειλε τις προσβολές με τόσο έντονο, ρεαλιστικό και ειρωνικό ύφος, που η Ρόντσι ντε Μπένις ένιωσε ότι η συνάδελφός της την προσέβαλλε προσωπικά. Χωρίς να χάσει χρόνο, όρμησε πάνω της στη σκηνή.
·
Μαλλιοτράβηγμα και Λιποθυμίες
Η πρόβα μετατράπηκε σε ρινγκ: οι δύο ντίβες άρχισαν να ανταλλάσσουν αληθινές γροθιές, να τραβούν η μία τα μαλλιά της άλλης, να δαγκώνουν και να κλωτσιούνται. Ο καβγάς ήταν τόσο βίαιος που η Ντελ Σέρε κατέρρευσε και χρειάστηκε να τη μεταφέρουν λιπόθυμη εκτός θεάτρου.
Η αντίδραση του Ντονιτσέττι
Ο Ντονιτσέττι, αν και εξοργισμένος με το χάος και την ανώριμη συμπεριφορά των τραγουδιστριών του που τίναζαν την παράσταση στον αέρα, αντιμετώπισε την κατάσταση με το γνωστό του καυστικό χιούμορ και εκνευρισμό. Όταν η Ρόντσι ντε Μπένις (η οποία είχε και πολιτικές διασυνδέσεις) προσπάθησε να δικαιολογηθεί, ο Ντονιτσέττι δεν τη λυπήθηκε καθόλου και της απάντησε με εξαιρετικά προσβλητικά λόγια, υποτιμώντας τον χαρακτήρα της.
Οι συνέπειες για την όπερα
Λόγω του τεράστιου σκανδάλου της πρόβας, αλλά και επειδή το κείμενο θεωρήθηκε πολύ προκλητικό (μια βασίλισσα να βρίζει μια άλλη βασίλισσα), ο Βασιλιάς της Νάπολης απαγόρευσε αμέσως την παράσταση. Ο Ντονιτσέττι αναγκάστηκε μέσα σε ελάχιστες ημέρες να αλλάξει εντελώς τους στίχους, την πλοκή και το όνομα της όπερας, παρουσιάζοντάς την τελικά με τον τίτλο Buondelmonte, πράγμα που τον είχε εκνευρίσει αφάνταστα.
Extra Fact: Η ειρωνεία είναι ότι ο Ντονιτσέττι είχε τόσο συχνά προβλήματα με τις καπριτσιόζες τραγουδίστριες της εποχής του (τις «Prima Donna»), που έγραψε μια ολόκληρη σατιρική κωμική όπερα, το Le convenienze ed inconvenienze teatrali (γνωστή και ως Viva la mamma), η οποία διακωμωδεί ακριβώς αυτό: τις υστερίες, τους θυμούς και τους καβγάδες των τραγουδιστών στις πρόβες
Εκτός από τον άγριο καβγά των γυναικών στη Maria Stuarda, ο Ντονιτσέττι είχε συχνά έντονες συγκρούσεις, απογοητεύσεις και παρεξηγήσεις με τενόρους της εποχής του, καθώς και με το κατεστημένο των θεάτρων.
Τα πιο χαρακτηριστικά περιστατικά αφορούν τη σχέση του με δύο από τους μεγαλύτερους τενόρους του 19ου αιώνα:
1. Η κόντρα με τον Gilbert Duprez (Ο τενόρος που «κατέστρεφε» τη μουσική του)
Ο Gilbert Duprez ήταν ο τενόρος που έγραψε ιστορία επειδή εισήγαγε το περίφημο «υψηλό ντο από το στήθος» (ut de poitrine), εγκαταλείποντας το παραδοσιακό φαλσέτο.
· Ο λόγος της έντασης: Όταν ο Duprez τραγούδησε στην όπερα Guillaume Tell του Ροσίνι χρησιμοποιώντας αυτή τη νέα, δυναμική τεχνική, ο κόσμος ξετρελάθηκε, αλλά ο Ντονιτσέτι (ως παραδοσιακός συνθέτης του bel canto) έγινε έξαλλος.
· Η αντίδραση του Ντονιτσέττι: Ο συνθέτης δήλωσε υποτιμητικά ότι αυτός ο νέος τρόπος τραγουδιού του Duprez του θύμιζε «το στρίγκλισμα ενός τράγου που του σφάζουν τον λαιμό». Θεωρούσε ότι αυτή η κραυγή κατέστρεφε την κομψότητα της μουσικής του. Παρά την αντιπάθειά του για το στυλ, η ιστορία έπαιξε ένα περίεργο παιχνίδι: ο Duprez ήταν τόσο δημοφιλής που ο Ντονιτσέττι αναγκάστηκε να συνεργαστεί μαζί του και μάλιστα ο Duprez ήταν αυτός που πρωτοεμφανίστηκε ως Edgardo στην πρεμιέρα της πιο διάσημης όπερας του Ντονιτσέτι, Lucia di Lammermoor (1835).
2. Η τραγική παρεξήγηση με τον Adolphe Nourrit (Νάπολη, 1838)
Ο Adolphe Nourrit ήταν ο απόλυτος σταρ τενόρος του Παρισιού, ο οποίος όμως έχασε τη δόξα του από τον Duprez. Απελπισμένος, κατέφυγε στη Νάπολη για να ζητήσει τη βοήθεια του Ντονιτσέττι, ώστε να αλλάξει το στυλ του και να ξανακερδίσει το κοινό.
· Η αφορμή: Ο Ντονιτσέττι δέχτηκε να τον βοηθήσει και μάλιστα έγραψε μια ολοκαίνουργια όπερα ειδικά για τη φωνή του Nourrit, το Poliuto (1838).
· Η σύγκρουση με τη λογοκρισία: Λίγο πριν την πρεμιέρα, ο Βασιλιάς της Νάπολης απαγόρευσε την όπερα επειδή πραγματευόταν το μαρτύριο ενός Χριστιανού αγίου. Ο Ντονιτσέτι εξοργίστηκε με τις αρχές, αλλά ο Nourrit, που ήταν ήδη σε τραγική ψυχολογική κατάσταση και υπέφερε από κατάθλιψη, ένιωσε ότι ο συνθέτης και το θέατρο τον πρόδωσαν και τον άφησαν έκθετο. Η παρεξήγηση και η πίεση αυτή οδήγησαν τον Nourrit στο να αυτοκτονήσει λίγους μήνες μετά, πέφτοντας από το παράθυρο του ξενοδοχείου του στη Νάπολη.
· 3. Donizetti εναντίον... Μαέστρων (Η μάχη για τον έλεγχο)
Στην εποχή του Ντονιτσέττι, ο όρος «μαέστρος» (conductor) με τη σημερινή έννοια δεν υπήρχε ακριβώς· την ορχήστρα διηύθυνε συνήθως ο πρώτος βιολιστής (maestro concertatore).
· Ο Ντονιτσέττι ήταν διαβόητος για τα ξεσπάσματά του κατά τη διάρκεια των δοκιμών αν η ορχήστρα δεν έπαιζε ακριβώς τα tempi (τους ρυθμούς) που ήθελε.
· Επειδή ο ίδιος είχε σπουδάσει εκκλησιαστική μουσική και αντίστιξη σε βάθος, δεν ανεχόταν καμία παρέμβαση από τους διευθυντές ορχήστρας των θεάτρων. Συχνά άρπαζε ο ίδιος το τιμόνι της προετοιμασίας, φωνάζοντας στους μουσικούς και τους μαέστρους ότι «δεν ξέρουν να διαβάζουν ούτε τα βασικά», απαιτώντας απόλυτη πειθαρχία.
Ο Γκαετάνο Ντονιτσέττι είχε αγανακτήσει τόσο πολύ από τις παράλογες απαιτήσεις, τα καπρίτσια και την αλαζονεία των τραγουδιστών της εποχής του, που αποφάσισε να πάρει το «αίμα» του πίσω με τον πιο διασκεδαστικό τρόπο: γράφοντας μια ολόκληρη όπερα που τους γελοιοποιεί.
Στην κωμική του όπερα «Le convenienze ed inconvenienze teatrali» (που έμεινε γνωστή ως Viva la Mamma), ο Ντονιτσέττι βάζει στο στόχαστρο όλο το παρασκήνιο ενός επαρχιακού θιάσου που προσπαθεί να ανεβάσει μια παράσταση. Αν και η κεντρική φιγούρα είναι η «Μαμά Αγκάτα» (μια επιθετική μάνα που απαιτεί ρόλο για την κόρη της και την οποία παραδοσιακά υποδύεται άνδρας βαρύτονος με γυναικεία ρούχα), ο τενόρος δέχεται τα πιο ανελέητα σατιρικά πυρά.
Ο τρόπος που ο Ντονιτσέττι «εκδικείται» τους τενόρους στην όπερα περιλαμβάνει συγκεκριμένα κωμικά στοιχεία:
· Η παρουσίασή του ως ανίκανου και φάλτσου: Ο χαρακτήρας του τενόρου (που ονομάζεται Γκουλιέλμο) παρουσιάζεται ως ένας τραγουδιστής με τεράστιο εγώ αλλά μηδενικό ταλέντο. Κατά τη διάρκεια των δοκιμών, ξεχνάει τα λόγια του, χάνει τον ρυθμό και δεν μπορεί να βγάλει τις ψηλές νότες, προκαλώντας την απόγνωση του μαέστρου και του συνθέτη (που ουσιαστικά αντιπροσωπεύουν τον ίδιο τον Ντονιτσέτι).
· Ο φόβος και η δειλία: Ενώ στην αρχή εμφανίζεται ως «σταρ», μόλις τα πράγματα δυσκολεύουν και η Μαμά Αγκάτα αρχίζει να κάνει φασαρία και να απειλεί τον θίασο, ο τενόρος τρομοκρατείται. Αντί να αντιδράσει σαν άντρας ή σαν πρωταγωνιστής, το σκάει κρυφά από το θέατρο για να γλιτώσει, αφήνοντας την παραγωγή στα κρύα του λουτρού.
· Η απόλυτη ταπείνωση: Η αποχώρηση του τενόρου αναγκάζει τον θίασο να βρει αντικαταστάτη. Επειδή δεν υπάρχει άλλος, τον ρόλο του τενόρου αναλαμβάνει... η ίδια η Μαμά Αγκάτα! Αυτό ήταν το απόλυτο αστείο του Ντονιτσέττι: αντικατέστησε τον «ρομαντικό εραστή» τενόρο με μια γκροτέσκ, θορυβώδη γυναίκα (που την παίζει βαρύτονος), δείχνοντας ότι ακόμη και μια καρικατούρα μάνας μπορεί να κάνει τη δουλειά του καλύτερα.
Με αυτό το έργο, ο Ντονιτσέττι έδειξε στο κοινό της εποχής ότι πίσω από τη λαμπερή κουρτίνα της όπερας, οι «θεοί» της σκηνής (και ειδικά οι τενόροι) ήταν συχνά ανασφαλείς, απειθαρχημένοι και ανίκανοι να διαβάσουν ακόμα και τη βασική παρτιτούρα χωρίς να δημιουργήσουν πρόβλημα.
Η καριέρα του Ντονιτσέττι αποδεικνύει ότι το αληθινό δράμα της όπερας δεν παιζόταν πάντα πάνω στη σκηνή, αλλά συχνά ξεκινούσε στα παρασκήνια. Ανάμεσα σε λιποθυμίες από μαλλιοτραβήγματα ντιβών, «φάλτσους» τενόρους με τεράστιο εγώ και τις παράλογες απαιτήσεις των θεάτρων, ο Ιταλός συνθέτης κατάφερε να μετατρέψει την απόγνωσή του σε αθάνατη τέχνη. Είτε εκδικούνταν τους ιδιότροπους καλλιτέχνες μέσα από τη σάτιρά του, είτε πάλευε με τη λογοκρισία της εποχής, ο Ντονιτσέτι σφράγισε το bel canto όχι μόνο με τις μελωδίες του, αλλά και με το γεμάτο πάθος, εντάσεις και ανατροπές βιογραφικό του. Ένα βιογραφικό που θυμίζει, αν μη τι άλλο, την πιο συναρπαστική όπερα.
https://thefineartsingreece.blogspot.com/2026/10/blog-post_17.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου