- Σιδέρης Ντιούδης
Σε ένα πυκνό δάσος, στο εθνικό πάρκο Σούμαβα της νότιας Τσεχίας, στο εξοχικό σπίτι των γονιών της, ζει η νεαρή πρωταγωνίστρια του βιβλίου, η Σάρα, που κάθε πρωί ασχολείται με τη συλλογή μανιταριών, μια από τις πιο δημοφιλείς ασχολίες των Τσέχων. Εκ πρώτης όψεως φαίνεται ως ειδυλλιακή ζωή, αλλά όσο ξεδιπλώνεται το κουβάρι της αφήγησης, αυτό καταρρίπτεται.
Το ξετύλιγμα λοιπόν της ιστορίας αρχίζει με τη Σάρα να επιστρέφει έπειτα από χρόνια στο πατρικό της σπίτι στο Πίλζεν με αφορμή την κηδεία της μητέρας της. «Πόσα χρόνια άραγε είχα να έρθω; Πόσος καιρός πέρασε από τότε που έφυγα από δω για να μη γυρίσω ποτέ; Επτά ολόκληρα χρόνια. Δεν είχε αλλάξει τίποτα. Απολύτως τίποτα». Η περιγραφή ενός επίμονου ονείρου της όταν πλησιάζει στην πόρτα του πατρικού της μας προϊδεάζει για κάτι που έχει συμβεί με την οικογένειά της:
Χτυπάω ελαφρά την πόρτα με τα ακροδάχτυλά μου, η μαμά μου με τον μπαμπά μου και με τα αδέλφια μου την ανοίγουν διάπλατα και δίνουμε όλοι τα χέρια μας, ίσως και να αγκαλιαζόμαστε και να φιλιόμαστε στα μάγουλα. Δίνουμε ο ένας στον άλλον εξηγήσεις για τα πάντα, κλαίμε όλοι μαζί και ξεχνάμε οριστικά το παρελθόν. Αυτό που συνέβη ήταν μόνο μια απλή παρεξήγηση, ένα σύντομο επεισόδιο που μπορεί κάλλιστα να σβηστεί. Αυτό το ανεκπλήρωτο όνειρο ήταν για μένα τόσο ελκυστικό που μπορούσα να το μυρίζω ακόμη, αν και έχουν αποβιώσει και οι δυο τους.
Ένα μυθιστόρημα που εξετάζει τα όρια αντοχής της παιδικής ψυχής, όταν ένα τραύμα τη χαράζει ανεξίτηλα.
Στα δεκαοχτώ της, η Σάρα μετακομίζει και μένει στο εξοχικό της οικογένειάς της. «Η παράγκα μοιάζει με κουκλόσπιτο... Στα παράθυρα κρέμονται οι δαντελένιες κουρτίνες της μαμάς, που εντωμεταξύ κιτρίνισαν και η κιτρινίλα αυτή δεν βγαίνει ούτε στο πλύσιμο. Υπάρχουν τα παλιά ραγισμένα πιάτα στον μπουφέ, και στους τοίχους είναι κρεμασμένες οι οικογενειακές φωτογραφίες, καλυμμένες με ιστούς αράχνης στις γωνίες τους. Καμιά φορά νιώθω επισκέπτρια σε ένα υπαίθριο μουσείο. Αισθάνομαι σαν να ζω στο παρελθόν». Εκεί ο πατέρας της της μαθαίνει την τέχνη της συλλογής μανιταριών, με την οποία κάθε πρωί η Σάρα καταπιάνεται, πουλώντας κατόπιν την πραμάτεια της σε ένα κοντινό εστιατόριο.
Η Σάρα αναφέρεται στη μητέρα της και πώς ύστερα από ένα κάταγμα αρχίζει να βάζει κιλά και να αφήνεται, προκαλώντας μεγάλες εντάσεις στην οικογένεια. Η συνενοχή της είναι ασυγχώρητη για την κακοποίηση που υφίσταται η Σάρα από τον πατέρα της και η οποία θα είναι ο πυρήνας όλου του βιβλίου. «Ο οξύς πόνος υποχώρησε και ολόκληρο το σώμα μου έγινε ξανά άκαμπτο. Ο τεράστιος πέτρινος ογκόλιθος επέστρεψε στη θέση του. Βρισκόμουν πάλι πίσω στον τάφο μου. Γύρω μου ένα αδιαπέραστο βρομερό σκοτάδι, κάτω από τα πόδια μου ένα κρύο, μουχλιασμένο έδαφος. Αφού με άφησε ο πατέρας μου, έμεινα στο κρεβάτι για πολλή ώρα ακόμη ακίνητη. Δεν το χωρούσε το μυαλό μου. Δεν μπορούσα να καταλάβω αυτό που έκανε η μητέρα μου». Προσπαθεί να κάνει το επόμενο βήμα, να κλείσει την πόρτα σ’ αυτό που της συνέβη, αλλά το ψυχικό παιδικό τραύμα χαράσσεται βαθιά μέσα της και την εξουσιάζει. Η ζωή στο δασικό τοπίο και η συλλογή μανιταριών είναι μια διέξοδος, η οποία όμως δεν είναι ποτέ αρκετή.
Η Συλλέκτρια μανιταριών είναι ένα μυθιστόρημα που εξετάζει τα όρια αντοχής της παιδικής ψυχής, όταν ένα τραύμα τη χαράζει ανεξίτηλα. Η συγγραφέας επιλέγει εύστοχα η αφήγηση να εναλλάσσεται από το παρόν στο παρελθόν και με τον τρόπο αυτόν εξετάζει το δύσκολο και ιδιαίτερα ευαίσθητο αυτό θέμα, εστιάζοντας όμως στο πού μπαίνουν τα όρια μέσα σε μια οικογένεια.
Συλλέκτρια μανιταριών
Viktorie Hanišová
μετάφραση: Σόνια Στάμου-Ντορνιάκοβα
Λέμβος
354 σελ.
ISBN 978-618-5413-65-1
Τιμή €16,60
Ο Σιδέρης Ντιούδης είναι ποιητής και κριτικός βιβλίου.
https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/26224-silektria-manitarion


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου