Το νεκρομαντείο του Αχέροντα, το πιο φημισμένο νεκρομαντείο του αρχαίου ελληνικού κόσμου, βρίσκεται στη δυτική Ήπειρο, στον νομό Πρέβεζας.
Στην αρχαιότητα το Iερό υπαγόταν στη Θεσπρωτία, όπου κατοικούσαν οι Θεσπρωτοί, ένα από τα πρώτα ελληνικά φύλα που εγκαταστάθηκαν στην Hπειρο, γύρω στο 2000 π.Χ.
Από το 1958 έως το 1964 και από το 1975 έως το 1977, ο καθηγητής Δάκαρης, πάντα υπό την αιγίδα της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, βεβαίωσε με τις ανασκαφές του τη θέση του νεκρομαντείου κάτω από το καθολικό της μονής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου του 18ου αι.. Το Ιερό εντοπίστηκε σε προεξοχή βράχου της μεγάλης βαλτώδους πεδιάδας της πρώην Αχερουσίας λίμνης και των ποταμών του Άδη Κωκυτού, Πυριφλεγέθοντα και Αχέροντα.
Σε απόσταση 500 μ. περίπου βόρεια από το νεκυομαντείο είναι η ακρόπολη της Εφύρας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι εδώ βρισκόταν η ομηρική Εφύρη, όπου τοποθετούνταν από τους αρχαίους η είσοδος στον Άδη και το περίφημο Νεκυομαντείο, που, σύμφωνα με την παράδοση (Θουκ. 1.46.4), ήταν στην Ελαιάτιδα κοντά στον Αχέροντα.
Η μορφολογία της περιοχής ανταποκρίνεται πλήρως στις περιγραφές της αρχαίας φιλολογικής παράδοσης, όπως μας διασώθηκαν από τον Όμηρο, τον Ηρόδοτο, τον Θουκυδίδη, τον Στράβωνα, τον Παυσανία. Εξάλλου, πανάρχαιες δοξασίες, που οι ρίζες τους χάνονται στην αχλύ της προϊστορίας, έχουν συνδεθεί με την πίστη ότι οι σπηλιές, τα βαθιά φαράγγια και τα χάσματα, δηλαδή τα έγκατα της γης μέσα στα οποία εξαφανίζονταν οι λίμνες και τα ποτάμια, ήταν οι δρόμοι που οδηγούσαν στον Κάτω Κόσμο. Τη διαδρομή αυτή ακολουθούσαν διαπλέοντας οι ψυχές των νεκρών, που ήταν όμοιες με σκιές (είδωλα ή φάσματα των νεκρών). Στην πίστη αυτή πρέπει να οφείλεται και η συσχέτιση του Αχέροντα και της Αχερουσίας με τους νεκρούς, όπως και η τοποθέτηση της λατρείας και του νεκρομαντείου σε μια σπηλιά του βράχου κοντά στη συμβολή Κωκυτού και Αχέροντα, στις βορειοδυτικές όχθες της Αχερουσίας λίμνης.
Eκεί όπου σμίγουν οι ποταμοί του Άδη

Είναι φανερή η στενή σχέση της ομηρικής περιγραφής για τη χώρα των νεκρών με την περιοχή του Αχέροντα της Θεσπρωτίας. Η ομοιότητα γίνεται μεγαλύτερη αν τη λέξη «Κιμμερίων» του ομηρικού στίχου (κ, 14) αντικαταστήσουμε με τη λέξη Χειμερίων, μια διόρθωση που πρότεινε ο γραμματικός του 3ου αι. π.Χ. Πρωτέας ο Ζευγματίτης. Την ομοιότητα είχαν παρατηρήσει και οι αρχαίοι γεωγράφοι, όπως ο Παυσανίας (1.17.5), ο οποίος σημειώνει: «Μου φαίνεται ότι ο Όμηρος αυτούς τους τόπους είχε δει και τόλμησε να περιγράψει στην ποίησή του τη χώρα του Άδη και να δώσει στα ποτάμια εκείνα τα ονόματα των ποταμών της Θεσπρωτίας».
Η αρχαιότερη και η πιο συγκλονιστική περιγραφή καθόδου θνητού στον Κάτω Κόσμο διασώζεται στη Νέκυια της Οδύσσειας (λ, 1 κε.). Η επαφή των θνητών με τους νεκρούς δεν ήταν ακίνδυνη, γι’ αυτό οι χρηστηριαζόμενοι έπρεπε να προετοιμαστούν ψυχικά και σωματικά, να υποβληθούν σε καθιερωμένη δίαιτα, σε λουτρά και προσευχές, και να εξευμενίσουν τις ψυχές των νεκρών με προσφορές (χοές), μέλι και γάλα, νερό και κρασί, και ιδίως με αίμα από τα θυσιαζόμενα ζώα. Πίνοντας από τις χοές οι ψυχές αποκτούσαν συνείδηση, εξευμενίζονταν και μπορούσαν να αποκαλύψουν το μέλλον.
Οι ανασκαφές του Δάκαρη επιβεβαιώνοντας τη μαρτυρία του Ομήρου έδειξαν ότι υπήρχε στη θέση αυτή ένα ιερό από τη Μυκηναϊκή εποχή (14ος-13ος αι. π.Χ.). Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, η λατρεία των θεών του Κάτω Κόσμου συνεχίστηκε τουλάχιστον ώς τα αρχαϊκά χρόνια. Τη λειτουργία του Ιερού στους χρόνους αυτούς μαρτυρεί και η διήγηση του Ηροδότου (5.92). Σύμφωνα με τον ιστορικό, ο Περίανδρος, ο τύραννος της Κορίνθου (τέλος 7ου αι. π.Χ.), έστειλε στο νεκρομαντείο της Εφύρας απεσταλμένους για να ρωτήσουν την ψυχή της γυναίκας του Μέλισσας πού είχε κρύψει τον θησαυρό ενός φιλοξενουμένου.
Επιπλέον, τη συνέχιση της λατρείας στο ιερό του aδη κατά τους αρχαϊκούς και τους κλασικούς χρόνους βεβαιώνουν τα πολυάριθμα ειδώλια του 7ου-5ου αι. π.Χ. που εικονίζουν την Περσεφόνη με «πόλο» και τα νομίσματα του 4ου αι. π.Χ. των Ελεατών και των Θεσπρωτών με τα σύμβολα της Περσεφόνης και του Άδη. Σε άλλες κοπές εικονίζονται η Περσεφόνη με στεφάνι από στάχυα ως χορηγός της ζωής και ο Κέρβερος, ο άγρυπνος φρουρός στην είσοδο του Άδη.

H ζοφερή ιδέα του Kάτω Kόσμου
Στα τέλη του 4ου αι. π.Χ. κτίστηκε το μνημειακό οικοδόμημα που αποκάλυψαν οι ανασκαφές, το οποίο είναι και το πρώτο Ιερό και μαντείο των θεών του Κάτω Κόσμου που έγινε γνωστό. Τα πολυάριθμα ευρήματα των ελληνιστικών χρόνων που ήρθαν στο φως μαρτυρούν για τη μεγάλη φήμη του και τις συχνές επισκέψεις των χρηστηριαζομένων την εποχή αυτή.
Το οικοδόμημα μοιάζει με μεγαλοπρεπές ταφικό μνημείο. Η όλη κατασκευή του υπέβαλλε τη ζοφερή ιδέα του Κάτω Κόσμου, κανένα κόσμημα στην πυραμιδωτή στέγη, παράθυρο ή αρχιτεκτονικός διάκοσμος δεν φαίδρυνε τη σκυθρωπή εικόνα του Iερού του Άδη. Αποτελείται από δύο τμήματα, ένα υπόγειο και ένα υπέργειο. Η υπόγεια αίθουσα πιθανότατα βρίσκεται στη θέση της αρχικής σπηλιάς με την προϊστορική λατρεία. Είναι λαξευμένη στον βράχο και η οροφή της στηρίζεται με δεκαπέντε πώρινα τόξα με πολλή φροντίδα δουλεμένα, που αποτελούν και το δάπεδο της υπέργειας αίθουσας. Η κρύπτη αυτή ταυτίστηκε με το σκοτεινό ανάκτορο του Άδη και της Περσεφόνης.

Άμβλυνση των αισθήσεων, ζάλη, παραισθήσεις
Κατά τη διάρκεια των ανασκαφών βρέθηκαν μέσα σε μεγάλους πίθους σωροί από απανθρακωμένους καρπούς δημητριακών, όπως σιτάρι και κριθάρι, καθώς και όσπρια που έχουν τοξικές ιδιότητες όταν τρώγονται χλωρά, όπως κουκκιά, λαθούρια κ.ά., τα οποία, εκτός των άλλων, προκαλούν και άμβλυνση των αισθήσεων, μέχρι ζάλη, παραισθήσεις και άλλα αλλεργικά σύνδρομα (κυαμίασις, λαθυρισμός). Έτσι, με τη χαλάρωση των αισθήσεων που έφτανε στον βαθμό της ακαταληψίας, δημιουργούνταν οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την επικοινωνία με τις ψυχές των νεκρών. Αλλά, επειδή οι ελληνιστικοί χρόνοι ήταν περίοδος ορθολογισμού και επιστήμης, όπου η πίστη στον μύθο και τη θρησκεία είχαν κλονιστεί, υπήρχαν πολλοί που θα δυσπιστούσαν στην εμφάνιση των ειδώλων. Γι’ αυτό, όπως απέδειξαν οι ανασκαφές, από το ιερατείο ελήφθησαν όλα τα αναγκαία μέτρα για την εμφάνιση των φασμάτων. Στην ανασκαφή της κεντρικής αίθουσας των ειδώλων βρέθηκαν, μια μάζα από σιδερένιους τροχούς άρματος, ένας χάλκινος λέβητας και γύρω σκορπισμένα σιδερένια και χάλκινα εξαρτήματα που ανήκαν πιθανότατα σ’ ένα είδος γερανού, που προοριζόταν για την κάθοδο των ειδώλων από την οροφή. Ως αντίβαρο χρησιμοποιήθηκαν σιδερένιες πλίνθοι, που βρέθηκαν σε γειτονικό δωμάτιο. Για τον σκοπό αυτό οι εξωτερικοί τοίχοι του κεντρικού κτιρίου με το μεγάλο πάχος (3,30μ.) θα έκρυβαν στην ανωδομία τους κρυφούς διαδρόμους, στους οποίους θα μπορούσαν να κυκλοφορούν αόρατοι οι ιερείς. Από τη θέση αυτή ή από την οροφή, με τη βοήθεια του γερανού, εμφανίζονταν τα σκηνοθετημένα είδωλα των νεκρών μέσα στον χάλκινο λέβητα και συνομιλούσαν με τους χρηστηριαζόμενους. Τα ανασκαφικά δεδομένα επιβεβαιώνουν οι φιλολογικές μαρτυρίες και κυρίως ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, ο οποίος στο έργο του Προτρεπτικός προς Έλληνας (2.11.1), θεωρεί τον «Θεσπρώτιον λέβητα» μέσο εμφάνισης των φασμάτων στον Αχέροντα. Ανάλογη μνεία του θεσπρωτικού λέβητα κάνει και ο Ευσέβιος (Ευαγγελική Προπαρασκευή 2.3.1.). Η μαρτυρία αυτή, συνδυαζόμενη με τον λέβητα που βρέθηκε στην κεντρική αίθουσα, αποτελεί ισχυρό επιχείρημα για την ταύτιση του ελληνιστικού Ιερού που έφερε στο φως η ανασκαφή του καθηγητή Δάκαρη με το Νεκυομαντείο του Αχέροντα, γνωστό από την αρχαία παράδοση και για τον τρόπο εμφάνισης των ειδώλων.
Tο 1982 ο Baatz υποστήριξε ότι η παρουσία τόσων τροχών καταπελτών αποδείχνει ότι το κεντρικό οικοδόμημα με τους ισχυρούς τοίχους είναι οχυρωματικός πύργος αγροκτήματος που απαντά στην Αττική και αλλού. Ο ανασκαφέας όμως είχε αντιπροτείνει ότι τα μεταλλικά αυτά εξαρτήματα ήταν τμήματα γερανών που θα χρησίμευαν για να εμφανιστούν οι σκιές των νεκρών. Πρόσφατα οι Fooache-Qoantin, σε μια νέα συνδυαστική ερμηνευτική απόπειρα, κάνουν λόγο για οχυρωμένη αγροικία των ελληνιστικών χρόνων: και σε αυτούς αντιπροτείνουμε την αρχαία Γραμματεία, τα αρχαιολογικά δεδομένα και την αρχιτεκτονική μορφή του Ιερού.
Το Iερό πυρπολήθηκε από τους Ρωμαίους το 167 π.Χ. και έκτοτε δεν λειτούργησε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η φήμη του όμως διατηρήθηκε πολλούς αιώνες μετά την καταστροφή, όπως πληροφορούν ο Παυσανίας (1.17.5, 9.30.6) ο Πλούταρχος (Θησεύς 31.4) και ο Λουκιανός (Μένιππος ή Νεκρομαντεία 9.10.15).
Βιβλιογραφία
Σ. Ι. Δάκαρης, ΠΑΕ 1958, 1960, 1961, 1963, 1964, 1975, 1976, 1977, 1990, 1991.
Σ. Ι. Δάκαρης, «Αρχαιότητες Ηπείρου. Το Νεκρομαντείο του Αχέροντα, Εφύρα – Πανδοσία – Κασσώπη», Αθήνα 1972.
Σ. Ι. Δάκαρης, «Το Νεκυομαντείο του Αχέροντα», Αθήνα 1993.
- Ogden, «Greek and Roman Necromancy», Princeton, Oxford 2001.
Χρ. Τζουβάρα-Σούλη, «Η λατρεία των γυναικείων θεοτήτων στην αρχαία Hπειρο», Ιωάννινα 1979.
XPYΣHIΔΑ TZOYBΑPΑ-ΣOYΛH
Αναπληρώτρια καθηγήτρια Κλασικής Αρχαιολογίας
στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
Αναπληρώτρια καθηγήτρια Κλασικής Αρχαιολογίας
στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
ekivolos.gr, theancientwebgreece.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου