- Κωνσταντίνα Δρακουλάκου
Ο Άρης Αλεξανδρής γεννήθηκε στην Αθήνα το 1991 και μεγάλωσε στον Πειραιά. Σπούδασε στη Νομική του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και από το 2011 εργάζεται σε έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο, διαφήμιση και επικοινωνία. Για το πρώτο του βιβλίο, Πώς ο Ιγνάτιος Καραθοδωρής έχασε τα πάντα, που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο το 2022, τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα και με το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα του περιοδικού Ο Αναγνώστης. Το δεύτερο βιβλίο του, Τρία επί ψυχής, και πάλι από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο, μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη.
Το Τρία επί ψυχής δεν είναι ένα τυπικό ψυχολογικό δράμα, ούτε ένα καθαρόαιμο αστυνομικό μυθιστόρημα. Πώς θα το περιγράφατε με λίγα λόγια;
Η αλήθεια είναι ότι έγραψα το βιβλίο χωρίς να έχω στο μυαλό μου την κατηγορία στην οποία μπορεί ή δεν μπορεί να ενταχθεί, και ίσως γι’ αυτό τελικά να μην ανήκει κάπου απολύτως. Δεν με απασχόλησαν το βάρος ή η ευκολία (ανάλογα πώς το βλέπει κανείς) της θεματικής καθαρότητας. Βλέπω το Τρία επί ψυχής ως ένα έργο που συνδυάζει μοτίβα και ιδέες από διαφορετικά πεδία και διαφορετικές φάσεις ζωής (θάνατος, μεταφυσική, φιλικές και οικογενειακές σχέσεις, αναψηλάφηση του παρελθόντος, μυστήριο) για να πει μια πολυπρισματική ιστορία· την ιστορία της 30χρονης Άνι, που είναι και ιστορία του Μπάντι, ιστορία της Δάφνης, ιστορία του Φίλιππου Κάππα, ιστορία των μανάδων τους και πάει λέγοντας.
Ποιο ήταν το έναυσμα για να γραφτεί αυτή η ιστορία; Ένα πρόσωπο, ένα συναίσθημα, μια αληθινή ιστορία;
Το πρώτο ερέθισμα ήταν μια φαινομενικά αδιάφορη σκηνή, που είχα δει πριν από αρκετά χρόνια σε μια παραλία της Κύθνου: μια ηλικιωμένη κυρία να αφήνει χωρίς προφανή λόγο μερικά κομμάτια ψωμί στο περβάζι του παραθαλάσσιου σπιτιού της. Με το πέρας των ετών, τυχαίες σκέψεις, ζητήματα που με απασχολούν διαχρονικά, νευρώσεις και τύποι ανθρώπων που βρίσκω ενδιαφέροντες ενώθηκαν σε ένα ενιαίο αφηγηματικό σύνολο.
Η απώλεια, η ενοχή και η εμμονή με το παρελθόν διαπερνούν ολόκληρο το βιβλίο. Πώς τα διαχειριστήκατε ως συγγραφικό υλικό;
Ως κινητήριες δυνάμεις. Δεν μπορώ να φανταστώ κάτι άξιο εξιστόρησης χωρίς ρίζες στις αναμνήσεις και αδιαπότιστο από στοιχεία όπως ο θάνατος, που ταλανίζουν τον άνθρωπο από καταβολής κόσμου. Ίσως είναι και προσωπικό μου θέμα: τυχαίνει να με ενδιαφέρουν όσα έχουν ήδη συμβεί, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι όσα θα συμβούν αργότερα. Στο Τρία επί ψυχής, πάντως, η απώλεια, οι ενοχές και η παρελθοντολογία είναι το οικοδόμημα του προβλήματος, αλλά και η λύση του.
Η πρωταγωνίστρια, η Άνι, αναζητά την αλήθεια μέσα από ψυχοθεραπεία. Πόσο σημαντικό είναι για εσάς να αναδεικνύεται ο εσωτερικός κόσμος των ηρώων μέσα από τέτοιες διαδικασίες;
Δεν έχω φετίχ με την ψυχοθεραπεία ως διαδικασία. Τη βρίσκω όμως πολύ λειτουργική και χρήσιμη ως αναλυτικό εργαλείο, τόσο εξωλογοτεχνικά όσο και λογοτεχνικά. Για παράδειγμα, στο Τρία επί ψυχής είναι ένα πολύ βοηθητικό «τέχνασμα», ώστε να αποκαλύψω πράγματα που δεν θα μπορούσα να αποκαλύψω διαφορετικά, προωθητικά της ιστορίας και των χαρακτήρων. Με λίγα λόγια, είμαι υπέρ κάθε διαδικασίας που αναδεικνύει προσφυώς τον εσωτερικό κόσμο των ηρώων, ακόμα κι αν είναι εντελώς διαφορετική από την ψυχοθεραπεία.
Δεν μπορώ να φανταστώ κάτι άξιο εξιστόρησης χωρίς ρίζες στις αναμνήσεις και αδιαπότιστο από στοιχεία όπως ο θάνατος, που ταλανίζουν τον άνθρωπο από καταβολής κόσμου.
Η σχέση της Άνι με τη δική της μητέρα είναι εύθραυστη και γεμάτη αποστάσεις. Ποια ήταν η πρόθεσή σας πίσω από αυτό το δύσκολο, αλλά τόσο γνώριμο, μοτίβο μητέρας-κόρης;
Ο στόχος ήταν να είμαι συνεπής στο πλαίσιο μέσα στο οποίο τοποθετώ την ηρωίδα. Η στενή σχέση της Άνι με την κυρία Κάππα δεν θα μπορούσε να υπάρξει, αν δεν την υποδείκνυε ένα είδος μητρικού ελλείμματος. Τα άλυτα θέματα της Άνι με το παρελθόν ίσως να μην ήταν άλυτα, αν ένας ενήλικας είχε μεσολαβήσει την κατάλληλη στιγμή για να τα ξεδιαλύνει. Η σχέση της Άνι με τη μητέρα της απηχεί ένα γνώριμο μοτίβο, όπως λέτε, αλλά συμπληρώνει και ένα αιτιώδες μυθοπλαστικό παζλ.
Το φανταστικό νησί Ακρίδα δίνεται με τέτοια φυσικότητα, που μοιάζει πραγματικό. Γιατί επιλέξατε να το τοποθετήσετε σε έναν μη υπαρκτό χάρτη;
Όταν σκέφτομαι να χρησιμοποιήσω μια υπαρκτή τοποθεσία, με πιάνει άγχος ότι θα την αποδώσω ελλιπώς, με πραγματολογικά σφάλματα ή με τρόπο που θα φανεί ανοίκειος στον αναγνώστη που ίσως τη γνωρίζει καλύτερα. Έτσι, στην περίπτωση της Ακρίδας, επειδή μάλιστα η λογοτεχνική χρήση της υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια του πραγματικού, θεώρησα πιο πρακτικό να την επινοήσω για να έχω πλήρη ελευθερία πάνω της, ενοφθαλμίζοντάς της όμως και στοιχεία από αληθινά νησιά.
Οι χαρακτήρες σας (Μπάντι, Δάφνη, Άνι) έχουν έντονες προσωπικότητες και βάθος. Υπάρχει κάποιος που κουβαλάει κάτι περισσότερο από εσάς;
Νομίζω ότι μετάγγισα κάποια στοιχεία μου στην Άνι, όπως το στρες ή την τάση να ανατρέχει στην προσωπική της ιστορία και να καταπιάνεται με ξεπερασμένες από τον χρόνο καταστάσεις. Επειδή όμως μου είναι ηθικά σημαντικό να μη χρησιμοποιώ τους χαρακτήρες ως αφορμές αυτοβιογράφησης, φροντίζω οι ομοιότητές μου με αυτούς να είναι ελάχιστες, αν όχι ανύπαρκτες.
Αν και υπάρχουν αναφορές στην ομοφυλοφιλία, την ψυχική υγεία ή τον κοινωνικό αποκλεισμό, το βιβλίο δεν κάνει «σημαία» κανένα θέμα. Πόσο συνειδητή ήταν αυτή η στάση;
Ήταν τόσο συνειδητή επιλογή, που τελικά έγινε ασυνείδητα. Είμαι τόσο αντίθετος με την πολιτικοποίηση της θεματικής ενός βιβλίου, ώστε δεν χρειάζεται καν να προσπαθήσω να την αποφύγω. Συμβαίνει κάπως φυσικά. Άλλωστε, αν καταπιαστεί κανείς με αυτά τα θέματα επιτυχώς στο πλαίσιο της λογοτεχνίας, αυτό από μόνο του είναι πολιτική πράξη, σε αντίθεση με την επιτήδευση, τον διδακτισμό και το virtue signaling, που είναι απλώς πόζες.
Χρησιμοποιείτε χιούμορ και λεπτή ειρωνεία ακόμα και σε σκηνές πόνου ή σύγκρουσης. Πιστεύετε ότι το χιούμορ είναι ένα είδος άμυνας;
Δεν χρησιμοποιώ το χιούμορ για να αμυνθώ έναντι του συναισθήματος, αλλά για να το αποδραματοποιήσω. Η λογοτεχνία είναι περιγραφή, όχι βίωμα από πρώτο χέρι. Αν αφήσεις το συναίσθημα να κυριαρχήσει, λες και παρακολουθείς κάτι που συμβαίνει εκείνη τη στιγμή στον δρόμο, σαν να μη μεσολαβεί δηλαδή το φίλτρο του συγγραφέα, κινδυνεύεις να εκπέσεις σε σαπουνόπερα.
Πόσο δύσκολο είναι να μιλήσει κανείς για την εφηβεία με ειλικρίνεια, χωρίς μελοδραματισμό ή εξιδανίκευση;
Είναι γενικώς πολύ δύσκολο να είσαι ειλικρινής και να αποφύγεις τα στερεοτυπικά «σιγουράκια». Ειδικά σε ό,τι αφορά την εφηβεία, οι ενήλικες συνηθίζουμε να τη βλέπουμε όπως θα θέλαμε να είναι και είμαστε πολύ πρόθυμοι να ξεχάσουμε πώς πραγματικά τη ζήσαμε. Αποσιωπούμε τη σκληρότητά της και την περιβάλλουμε με ένα σωρό ηρωοποιητικούς μανδύες, ίσως για να διαχειριστούμε προσωπικά και συλλογικά τραύματα. Ο καλός συγγραφέας όμως είναι έντιμος παρατηρητής. Ακόμα κι αν κουραστεί, θα καταφέρει να πλάσει έναν αυθεντικό χαρακτήρα. Το πραγματικό ερώτημα είναι πόσο δύσκολο είναι για τον αναγνώστη να τον δεχτεί.
Στο Τρία επί ψυχής, τα όνειρα παίζουν σχεδόν ρόλο αφηγηματικής γέφυρας. Πώς τα αντιμετωπίζετε στη γραφή σας; Ως εργαλεία ή ως ενστικτώδεις ψυχικούς τόπους;
Νομίζω πως είναι και τα δύο. Το όνειρο ενός ήρωα είναι ενστικτώδες, αλλά για τον συγγραφέα είναι εργαλείο εξέλιξης της πλοκής. Ο ψυχικός τόπος είναι ένας ακόμα τόπος δράσης.
Αν αφήσεις το συναίσθημα να κυριαρχήσει, κινδυνεύεις να εκπέσεις σε σαπουνόπερα.
Οι αναγνώστες μαθαίνουν την ιστορία κυρίως μέσα από την οπτική της Άνι. Γιατί επιλέξατε αυτή τη γυναικεία, βιωματική αφήγηση;
Επειδή μου φάνηκε από την αρχή ότι δεν θα ήταν στατιστικά πολύ πιθανό να έμπαινε σε αυτή την περιπέτεια και να είχε αυτές τις συναισθηματικές αντιδράσεις κάποιος άντρας. Θα μπορούσε, αλλά μάλλον θα ήταν ένας άντρας ασυνήθιστος. Δεν ήθελα να πλάσω έναν ασυνήθιστο ήρωα.
Οι λεπτομέρειες που στην αρχή φαίνονται ασήμαντες, αργότερα αποκτούν βαρύτητα. Σας απασχολούν η δομή και η «μηχανική» της πλοκής;
Με απασχολούν πολύ, σε βαθμό που αρκετές φορές υποτάσσω ακόμα και τη φαντασία μου σε αυτές. Είναι θέμα γούστου, αλλά και ψώνιου. Απολαμβάνω δηλαδή τα έργα για τα οποία νιώθω ότι έχει γίνει ενδελεχής λογικός σχεδιασμός, και παράλληλα μου αρέσει να γράφω καταστρώνοντας σχέδιο, όχι απλώς γεμίζοντας σελίδες.
Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση κατά τη συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου;
Επειδή η αφήγηση είναι σε τρίτο πρόσωπο, είχα την πολυτέλεια να είμαι περισσότερο ο εαυτός μου απ’ ό,τι θα ήμουν αν μιλούσα, για παράδειγμα, ως Άνι. Αυτή η πολυτέλεια ενείχε και έναν κίνδυνο: να είμαι υπερβολικά ο εαυτός μου. Πιστεύω πως η πρόκληση ήταν τελικά η αυτοσυγκράτηση.
Στο τέλος υπάρχει ανατροπή. Πιστεύετε πως η λογοτεχνία οφείλει να αιφνιδιάζει τον αναγνώστη;
Όχι, δεν οφείλει να αιφνιδιάζει. Οφείλει να είναι ενδιαφέρουσα. Το ζητούμενο είναι να το καταφέρει, με αιφνιδιασμό ή χωρίς.
Υπάρχει ένας διάχυτος σχολιασμός για τη σύγχρονη κοινωνία, την τηλεόραση, την επαρχία, την τέχνη. Είναι για εσάς η λογοτεχνία μέσο κοινωνικού σχολιασμού;
Σίγουρα είναι τέτοιο μέσο, αλλά ο σχολιασμός δεν είναι αυτοσκοπός. Έρχεται παρεμπιπτόντως. Μπορεί βέβαια κάποιος να γράψει ένα σχολιαστικό έργο με λογοτεχνική αξία. Εφόσον μιλάμε για μυθοπλασία, όμως, προσωπικά δεν την απολαμβάνω όταν γίνεται πρόσχημα για να πει ο συγγραφέας τις απόψεις του. Ας γράψει ένα άρθρο καλύτερα.
Τρία επί ψυχής
Άρης Αλεξανδρής
Μεταίχμιο
320 σελ.
ISBN 978-618-03-4200-0
Τιμή €16,60
Κωνσταντίνα Δρακουλάκου δημοσιογράφος
https://diastixo.gr/sinentefxeis/ellines/25390-aris-alexandrhs


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου