- Κατερίνα Ζαμαρία
«Πώς θα κάνουμε τα παιδιά να αγαπήσουν την ανάγνωση; Δεν τους αρέσει να διαβάζουν βιβλία. Προτιμούν το τάμπλετ, τι μπορούμε να κάνουμε;» Σε αυτές τις τόσο συχνά επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις (γονέων, εκπαιδευτικών, ανθρώπων που ασχολούνται με παιδιά) έρχεται να δώσει απάντηση το βιβλίο της Βασιλικής Νίκα Μιλώντας στους μεγάλους για τα βιβλία των μικρών, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη.
Η συγγραφέας ξεκινά με μια αναλογία. Όπως ακριβώς ένας γονιός ή φροντιστής βρίσκει και εφαρμόζει τρόπους, προκειμένου να πείσει ένα παιδί να φάει το φαγητό του, έτσι πρέπει να αναζητήσει τρόπους ώστε να διασφαλίσει και πνευματική τροφή στο παιδί του. Ταυτόχρονα, μέσα από τη διαδικασία της συνανάγνωσης χτίζεται ένας διά βίου δεσμός γονιού-παιδιού, καθώς μετατρέπεται σε μια κοινή εμπειρία, μια συναρπαστική παύση από την πίεση της καθημερινότητας. Σε όλο το βιβλίο δίνεται έμφαση στη συντροφικότητα του ενήλικα με το παιδί. Η διαδικασία αυτή υπερβαίνει την επιλογή και την ανάγνωση ενός βιβλίου. Είναι μια αφορμή και μια ευκαιρία να δημιουργηθεί μια σχέση που τρέφεται από τον μεταξύ τους διάλογο, την ανταλλαγή απόψεων και κοινών συναισθημάτων.
Με σπουδές στα παιδαγωγικά και ανάλογη εμπειρία της στην τάξη, διδάκτωρ Κοινωνικής Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου, διδάσκουσα στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του ΕΚΠΑ, συγγραφέας πολλών εκπαιδευτικών βιβλίων, ενώ παράλληλα διευθύνει και τις λογοτεχνικές σειρές «Χωρίς σωσίβιο» και «Στα βαθιά», που κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Πατάκη, διοργανώτρια πολλών δράσεων φιλαναγνωσίας, η Βασιλική Νίκα γνωρίζει καλά τον χώρο του βιβλίου για παιδιά.
Είναι σκόπιμο, ωστόσο, να ξεκαθαριστεί εξαρχής ότι το εν λόγω βιβλίο δεν αποτελεί ένα «συνταγολόγιο» που απαντά στα –τόσο συχνά– ερωτήματα κάποιων που θεωρούν ότι το βιβλίο έχει χρηστικό και διδακτικό χαρακτήρα. Η Νίκα έγραψε ένα ευσύνοπτο δοκίμιο, που απευθύνεται στο ευρύ κοινό και που εστιάζει στο πώς θα ανακαλύψετε τρόπους για να ενσωματώσετε την ανάγνωση στην καθημερινή σας ζωή με τα παιδιά όχι ως υποχρέωση, αλλά ως χαρά και απόλαυση. Ένα βιβλίο για όσους πιστεύουν πως η επαφή με τη λογοτεχνία μπορεί να αλλάξει τη ζωή ενός παιδιού. Χάρη στις μόλις 112 σελίδες, γραμμένο με τρόπο απλό, είναι ένα βιβλίο προσιτό, ακόμα και για αναγνώστες που δεν έχουν προηγούμενη εμπειρία με παιδαγωγικά ή λογοτεχνικά δοκίμια.
Εστιάζει στο πώς θα ανακαλύψετε τρόπους για να ενσωματώσετε την ανάγνωση στην καθημερινή σας ζωή με τα παιδιά όχι ως υποχρέωση, αλλά ως χαρά και απόλαυση.
Δομημένο σε μικρά κεφάλαια-ενότητες με κριτήριο την ηλικία των παιδιών (0-4, 5-8, 9-12, 13-16), παρουσιάζει τις διαφορετικές αναγνωστικές ανάγκες των παιδιών, καθώς και το πώς αυτές μπορούν να ικανοποιηθούν μέσω των βιβλίων. Εκείνο που πρέπει να τονιστεί, δεδομένου ότι αποτελεί ιδιαίτερο στοιχείο του βιβλίου, είναι το γεγονός ότι σε κάθε κεφάλαιο ενσωματώνονται παραθέματα από δημοσιευμένα κείμενα καθηγητών παιδικής λογοτεχνίας ή ερευνητών, μαρτυρίες γονέων σχετικά με την αναγνωστική συμπεριφορά των παιδιών τους, καθώς και εκπαιδευτικών που μεταφέρουν τις δικές τους εμπειρίες, προσδίδοντας έτσι στο κείμενο τη ρεαλιστική εκείνη πτυχή που το κάνει ακόμα πιο πειστικό. Στο τέλος κάθε κεφαλαίου υπάρχει μια σύντομη λίστα (με τον χαρακτηριστικό τίτλο: Μμμ… καλή ιδέα! / Ουπς… όχι και τόσο καλή ιδέα!), που δίνει τη δυνατότητα στον αναγνώστη να επανέρχεται διαρκώς στα βασικά σημεία, εν είδει επανάληψης.
Και θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε στα Comic Strips του Τόμεκ Γιοβάνη (τα οποία είχαν πρωτοδημοσιευτεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης των Εκδόσεων Πατάκη). Το καθένα από αυτά, διαβασμένο είτε στο πλαίσιο του κειμένου είτε μεμονωμένα, αποτελεί ένα ευφάνταστο μικροανάγνωσμα, που συμπληρώνει ή προεκτείνει όσα η συγγραφέας υποστηρίζει.
Δύο είναι οι βασικές αρχές που διατρέχουν ολόκληρο το βιβλίο και που επαναλαμβάνονται διαρκώς, άσχετα με το σε ποια ηλικία αναφέρεται. Η πρώτη αφορά την αντίληψη ότι το διάβασμα είναι απόλαυση, γι’ αυτό και δεν πρέπει να συνδέεται με καμιά χρησιμοθηρική στοχοθεσία. Επισημαίνεται ότι πρέπει να είναι ξεκάθαρο στους γονείς, που έχουν παιδιά σχολικής ηλικίας –και όχι μόνον–, πως το διάβασμα για το σχολείο δεν είναι το ίδιο με το διάβασμα για απόλαυση. Όπως χαρακτηριστικά γράφει: «για να προτιμήσει ένα παιδί να πάρει ένα βιβλίο και να διαβάσει περνώντας καλά, θα πρέπει να έχει καταγραφεί στη συνείδησή του ως μια ευχάριστη δραστηριότητα που αξίζει να έχει χώρο στη ζωή και την καθημερινότητά του».
Η δεύτερη βασική αρχή που επισημαίνεται εμφατικά αφορά τον καθοριστικό ρόλο των γονιών στη διαμόρφωση αναγνωστικής κουλτούρας στα παιδιά. Ο γονιός πρέπει να λειτουργεί ως διαρκές πρότυπο, ακόμα και σε περιόδους όπου τα παιδιά φαίνεται να διακόπτουν τη σχέση τους με το βιβλίο (όπως, για παράδειγμα, στην εφηβεία). Η συγγραφέας τονίζει τη σημασία τού να έχει το παιδί πρόσβαση στο βιβλίο, από τη βρεφική κιόλας ηλικία. Οι πρώτες βιβλιοθήκες –με ένα ή δύο βιβλία το πολύ– πρέπει να είναι διαθέσιμες παντού: στο μπάνιο, στο πάτωμα, δίπλα στο ριλάξ, μέσα στη βρεφική τσάντα της βόλτας. Γι’ αυτό, ΠΧΒ! Αυτό είναι το σύνθημα που δημιουργεί και που, μακάρι, να ακουστεί παντού: «Πουθενά Χωρίς Βιβλίο». Δεν έχει σημασία το είδος του βιβλίου, μας λέει, απενοχοποιώντας έτσι τις επιλογές των παιδιών που συχνά διαφοροποιούνται από τις προσδοκίες των γονιών. Δεν έχει σημασία αν κερδίζουν την προσοχή των παιδιών, που γεννήθηκαν μέσα στις οθόνες, τα ebooks και τα audiobooks. Ούτε έχει σημασία το πόση ώρα θα αφιερώσει ένα παιδί στην ανάγνωση. «Διαβάζοντας έρχεται η όρεξη», υποστηρίζει.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στο κεφάλαιο «Ο καιρός της επανάστασης», που αφορά την αναγνωστική ανταπόκριση –ή μάλλον τη μη αναταπόκριση– των νεαρών ατόμων 13-16 ετών, την πιο «δύσκολη» ίσως αναγνωστική ομάδα. Είναι η ηλικία όπου η σχέση των ατόμων με την ανάγνωση όχι μόνο διαρρηγνύεται, αλλά αμφισβητείται και υποκαθίσταται από άλλες επιλογές. Ξεχωρίζω το εν λόγω κεφάλαιο για τη βαθιά κατανόηση με την οποία αντιμετωπίζει τους εφήβους και τη βεβαρημένη καθημερινότητα με την οποία έρχονται αντιμέτωποι. Αναγνωρίζει την ιδιαιτερότητα αυτής της ηλικιακής φάσης και υπογραμμίζει το ότι οι έφηβοι αναζητούν αναγνώσματα που συνάδουν με την επαναστατικότητα αλλά και τις αναζητήσεις αυτής της ηλικίας (παρατήρηση που πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη από όσους προτείνουν ή γράφουν βιβλία για εφήβους). Ακριβώς γι’ αυτό αποτελεί στοίχημα το να κερδηθούν αυτοί οι αναγνώστες, καθώς η ανάγνωση καλείται να υποστηρίξει μια κρίσιμη ηλικιακή περίοδο. Για τη Βασιλική Νίκα η εφηβεία, ως ένα βήμα πριν από την ενηλικίωση, συνιστά μια εποχή όχι «προβλήματος» αλλά ευκαιρίας να δούμε τη λογοτεχνία ως χώρο ελευθερίας, προβληματισμού και δημιουργικής συνύπαρξης μεταξύ ενηλίκων και νέων.
Το Μιλώντας στους μεγάλους για τα βιβλία των μικρών έρχεται να γίνει μέρος μιας «τριλογίας»: μαζί με το βιβλίο του Μακ Μπαρνέτ Η μυστική πύλη και την αναθεωρημένη έκδοση του βιβλίου της Μαρί Μποναφέ Τα βιβλία κάνουν καλό στα μωρά (βιβλία που έχει μεταφράσει και επιμεληθεί η Νίκα), έρχονται να καλύψουν το κενό στο καίριο ερώτημα του πώς διαμορφώνεται η αναγνωστική κουλτούρα των παιδιών.
Για το τέλος κρατώ την, καίριας σημασίας, επισήμανση της συγγραφέως: «Η φιλαναγνωσία είναι ένα στοίχημα που κερδίζεται. Είναι όμως ένας αγώνας μαραθώνιος και όχι ταχύτητας. Απαιτεί υπομονή, ανοιχτό μυαλό, αναγνώριση της αξίας των αποτελεσμάτων που προσφέρει η ανάγνωση και σταθερή, διαρκή προσπάθεια».
Μιλώντας στους μεγάλους για τα βιβλία των μικρών
Πώς να διαλέγουμε και να διαβάζουμε παιδικά βιβλία
Βασιλική Νίκα
Εκδόσεις Πατάκη
112 σελ.
ISBN 978-618-07-1346-6
Τιμή €8,80
https://diastixo.gr/kritikes/meletesdokimia/26144-milontas-stous-megalous-gia-vivlia


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου