- Έρικα Αθανασίου
Ο Ισπανός συγγραφέας Σέρχιο ντελ Μολίνο βρέθηκε πρόσφατα στην Αθήνα, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ ΛΕΑ (Λογοτεχνία εν Αθήναις), με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου του Οι Γερμανοί από τις Εκδόσεις Ίκαρος, σε μετάφραση της Μαρίας Παλαιολόγου. Γνωστός στο ελληνικό βιβλιόφιλο κοινό από το βιβλίο του Το δέρμα (μτφρ. Μαρία Παλαιολόγου, εκδ. Ίκαρος, 2021), είναι ένας συγγραφέας που καταπιάνεται, όπως ο ίδιος αναφέρει, με την «εποποιία των παράταιρων ανθρώπων», ένας άνθρωπος που παρατηρεί και καταγράφει, δημιουργώντας εξαιρετικά ενδιαφέροντες χαρακτήρες. Δημοσιογράφος στο επάγγελμα, πριν τον κερδίσει η συγγραφή, γεννήθηκε στη Μαδρίτη το 1979 και ζει στη Θαραγόσα, πόλη που εισχωρεί και στο τελευταίο μυθιστόρημά του. Τον συναντήσαμε στην ταράτσα του ξενοδοχείου Τιτάνια. Χαμογελαστός απαντούσε σε κάθε ερώτηση, τονίζοντας με κινήσεις αυτά που έλεγε σαν να ζωγράφιζε, ενώ ο ήχος της ισπανικής γλώσσας ενίσχυε την ατμόσφαιρα της αφήγησης σε μια ιστορία που εκτυλίσσεται στη Θαραγόσα. Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Πάμπλο Μπίγκερ (Pablo Bieger) και μοιραία η πρώτη ερώτηση αφορούσε το άτομο πίσω από την αφιέρωση, παρότι γίνεται αναφορά και στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου ως «μια οφειλή και μια συγγνώμη».
Θα θέλατε να μας πείτε κάτι για τον άνθρωπο στον οποίο αφιερώσατε το βιβλίο;
Όταν άρχισα να ξετυλίγω το κουβάρι της ιστορίας των Γερμανών του Καμερούν, έφτασα στον Πάμπλο Μπίγκερ, έναν δικηγόρο από τη Μαδρίτη, ακολουθώντας το στοιχείο του επωνύμου του. Ένας άνθρωπος που μου άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του και το αρχείο του. Ο Μπίγκερ είχε συλλέξει εκατοντάδες φωτογραφίες και αντικείμενα του παππού του και ο ίδιος είχε ταξιδέψει πολλές φορές στο Καμερούν. Ο Μπίγκερ ήταν δικηγόρος, το κρυφό του πάθος όμως ήταν η λογοτεχνία και ονειρευόταν να γράψει, έτσι γίναμε φίλοι. Τον είχα παροτρύνει να τα αφήσει όλα και να ριχτεί στο γράψιμο, ήθελε να γράψει την ιστορία του παππού του – ήταν όμως μια πολύ προσωπική ιστορία γι’ αυτόν, που δεν μπορούσε να την αφήσει να ξεδιπλωθεί ελεύθερα. Ήταν ένας δικηγόρος που ήθελε να γίνει λογοτέχνης κι αυτό του προκαλούσε μια σύγκρουση. Ταυτίστηκα με τη σύγκρουση και την αναζήτηση του φίλου μου. Ο Μπίγκερ ήξερε ότι ήθελα να κάνω μυθιστόρημα την ιστορία των Γερμανών, χάσαμε όμως επαφή όταν άρχισα να τη γράφω, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή θα τη διάβαζε. Δυστυχώς, πέθανε πριν δει το βιβλίο.
Δώσατε χαρακτηριστικά του φίλου σας σε κάποιον από τους ήρωες;
Όχι, δεν αποτελεί προβολή κάποιου χαρακτήρα. Ίσως αόριστα μόνο, μια και οι ήρωές μου είναι εγγόνια αυτών των Γερμανών, όπως ήταν κι αυτός εγγονός.
Η ιστορία σας βασίστηκε κυρίως στην έρευνα ή στη φαντασία;
Παντού υπάρχει και μυθοπλασία και η πραγματική ιστορία. Όλα τα γεγονότα που περιγράφω βασίζονται σε μια πραγματική ιστορία, στους Γερμανούς που ήρθαν από το Καμερούν στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Υπάρχουν αντίστοιχα ιστορικά πρόσωπα με τους χαρακτήρες στους οποίους αναφέρομαι, υπάρχουν απόγονοι αυτών των Γερμανών. Ο ναζιστής είναι υπαρκτό πρόσωπο, η οικογένειά του όμως είναι προϊόν μυθοπλασίας, εμπνευσμένη πάντως από τους πραγματικούς χαρακτήρες.
Αύριο, μεθαύριο θα πρέπει οι Ισραηλινοί να αντιμετωπίσουν την ενοχή τους.
Φαίνεται ότι στο μυθιστόρημα τίποτα δεν έχει μπει τυχαία. Έχετε επιλέξει ως επάγγελμα της οικογένειας να έχουν εργοστάσιο αλλαντοποιίας. Γιατί;
Αρχικά γιατί γνώριζα Γερμανούς με αυτό το επάγγελμα, την αλλαντοποιία. Η οικογένεια Σούστε είναι φανταστική, βασίστηκε όμως σε αυτούς. Ο δεύτερος λόγος είναι γιατί πρόκειται για επάγγελμα που υπονοεί κάτι αρνητικό. Παράγεται ένα προϊόν που ειδικά στις μέρες μας θεωρείται καταδικαστέο, βλαβερό. Στη Θαραγόσα όπου μένω, μου έκανε τρομερή εντύπωση το πώς βασίζει μια οικογένεια, που δεν έχει καμία σχέση με τους μυθιστορηματικούς μου ήρωες, την ευγενική, τη γαλαζοαίματη καταγωγή της στην ιδιότητα του αλλαντοποιού, που δεν παραπέμπει σε κάτι εξευγενισμένο. Είναι ένα προϊόν, από την άλλη, που σχετίζεται και με τη Γερμανία που αγαπάει τα λουκάνικα και με την Ισπανία που έχει τους δικούς της αλλαντοποιούς, με την αντιστοιχία στο γερμανικό λουκάνικο, το τσορίθο.
Στο μυθιστόρημα, τέσσερις είναι οι ήρωες που μιλάνε στο πρώτο πρόσωπο στον αναγνώστη. Ποιον από τους ήρωές σας συμπαθήσατε περισσότερο;
Δύο είναι οι βασικές φωνές που ξεχωρίζουν, ο Φέδε και η αδελφή του, Εύα. Υπάρχουν και ο Ζιβ και η Μπέρτα, την οποία και ξεχωρίζω, καθώς έχει έναν ηθικό τόνο μοναδικό, μια οπτική πιο απομακρυσμένη, που μας επιτρέπει να διακρίνουμε καλύτερα τον κάθε χαρακτήρα και τη συμπεριφορά του.
Το βιβλίο σας γράφτηκε το 2022-2023 και αφορά μια περίοδο μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σήμερα που όλα αλλάζουν πολύ γρήγορα και βρισκόμαστε στο κατώφλι άλλων πολέμων, αν το γράφατε τώρα θα αλλάζατε κάτι;
Δεν θα άλλαζα τίποτα. Πιστεύω ότι οι βασικές γραμμές αντιπαράθεσης υπήρχαν και πριν από δυο χρόνια και συνεχίζουν να υπάρχουν. Αυτό που έχει αλλάξει είναι ότι έγιναν πιο έντονα τα πράγματα. Το βιβλίο μιλάει για την ενοχή των Γερμανών. Και αυτό που συνέβη με το Ολοκαύτωμα και αυτό που συμβαίνει σήμερα με τον πόλεμο παραμένει ίδιο, απλώς έχει ενταθεί σε μεγάλο βαθμό. Η ενοχή όμως για την οποία ήθελα να μιλήσω παραμένει ίδια. Και πριν από τον πόλεμο στη Γάζα οι Γερμανοί είχαν αυτή την ενοχή για την οποία μιλάω, μόνο που δεν ήταν τόσο ξεκάθαρο. Αυτό που άλλαξε είναι ότι τώρα ξαφνικά μιλάμε για τους λόγους που οι Γερμανοί δεν μπορούν να αντιπαρατεθούν στους Ισραηλινούς για τα εγκλήματα που διαπράττουν στη Γάζα, μια και σε αυτή την περίπτωση θα έπρεπε να επαναπροσδιορίσουν την ταυτότητά τους, να επαναδιαπραγματευτούν το παρελθόν, να αντιμετωπίσουν αυτή την ενοχή για την οποία μέχρι τώρα δεν μιλούσαμε τόσο ανοιχτά. Το ζήτημα απλώς έγινε πιο ορατό, δεν είχε μπει μέχρι τώρα στη δημόσια συζήτηση. Το βιβλίο καταπιάνεται με διαχρονικά θέματα. Αύριο, μεθαύριο θα πρέπει οι Ισραηλινοί να αντιμετωπίσουν την ενοχή τους. Θεωρώ ότι αυτή τη στιγμή γράφονται τέτοιου είδους βιβλία στο Ισραήλ για το ζήτημα της ενοχής που νιώθουν για τα εγκλήματα που διαπράττουν.
Εντυπωσιακό ότι στο βιβλίο υπάρχει κώδικας QR, που επιτρέπει στους αναγνώστες να ακούσουν τη μουσική στην οποία αναφέρεστε. Θεωρείτε την τεχνολογία σύμμαχο ή εχθρό της λογοτεχνίας;
Δεν υπάρχει διαμάχη μεταξύ τεχνολογίας και λογοτεχνίας. Χρησιμοποιώ πολύ την τεχνολογία και εμφανίζεται και στο βιβλίο μου, αφού η ιστορία εκτυλίσσεται στις μέρες μας. Πάντα υπήρχε φόβος ότι μπορεί η τεχνολογία να εξαφανίσει τη λογοτεχνία, αλλά δεν συνέβη και δεν πιστεύω ότι υπάρχει περίπτωση να συμβεί. Χρησιμοποίησα το QR για τα τραγούδια, διότι πιστεύω ότι είναι όμορφο να προσφέρω στον αναγνώστη τα τραγούδια στα οποία αναφέρομαι, να μπορέσει όχι μόνο να διαβάσει γι’ αυτά αλλά και να τα ακούσει. Η τεχνολογία πιστεύω ότι εμπλουτίζει τη λογοτεχνική εμπειρία. Θεωρώ ότι δόθηκε ένα τέλος εν μέρει στη συζήτηση για το αν θα εξαφανιστούν τα βιβλία λόγω του ψηφιακού βιβλίου. Πρόκειται για μία συζήτηση που γινόταν στο πρόσφατο παρελθόν και τελικά οι λύσεις δόθηκαν και τα βιβλία, έντυπα ή όχι, δεν θα πεθάνουν.
Θα χρησιμοποιούσατε τεχνητή νοημοσύνη ως βοήθημα κατά τη συγγραφή των βιβλίων σας;
Δεν μπορώ να σκεφτώ τον τρόπο που θα μπορούσε να με βοηθήσει. Ίσως κάποια στιγμή αλλάξουν τα πράγματα, αλλά αυτή τη στιγμή δεν μου χρησιμεύει. Έκανα ένα πείραμα, ζήτησα να μου γράψει ένα άρθρο με το στιλ μου και όταν το διάβασα δεν ταυτίστηκα πουθενά, δεν βρήκα πουθενά μέσα σε αυτό τον εαυτό μου. Είναι σαν μια σχολική εργασία που μπορεί να φτάσει μέχρι ενός σημείου, αλλά δεν μπορεί να προχωρήσει παραπέρα. Ίσως στο μέλλον αυτό να αλλάξει. Αλλά αυτή τη στιγμή δεν νιώθω ούτε ότι απειλούμαι ως συγγραφέας, ούτε ότι μπορεί να με βοηθήσει.
Δεν υπάρχει διαμάχη μεταξύ τεχνολογίας και λογοτεχνίας.
Το βιβλίο σας έχει μεταφραστεί στα ελληνικά από τη Μαρία Παλαιολόγου. Εντυπωσιάζουν από την αρχή μερικές φράσεις στο πώς έχουν αποδοθεί, όπως «προτού μου ρίξει αγκωνιά με το βλέμμα της». Υπήρξε συνεργασία μεταξύ σας για την απόδοση του κειμένου;
Είχαμε κάποια επαφή, αλλά η Μαρία Παλαιολόγου είναι αρκετά ανεξάρτητη, ρωτάει λίγα πράγματα και στοχευμένα. Από τις ερωτήσεις και τον τρόπο που τις έθεσε θεωρώ ότι είναι πολύ καλή μεταφράστρια. Σε άλλες χώρες υπάρχουν μεταφραστές που ασχολούνται αποκλειστικά με τη λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία και, παρότι πρόκειται για την ίδια γλώσσα, υπάρχουν διαφορές στην κουλτούρα. Όταν λοιπόν πρόκειται να μεταφράσουν έναν Ισπανό συγγραφέα έχουν περισσότερες ερωτήσεις, διότι δεν γνωρίζουν τις ιδιαιτερότητες της κουλτούρας της Ισπανίας όσο της Λατινικής Αμερικής. Έτσι, ρωτάνε για να διευκρινίσουν πολιτισμικά στοιχεία. Θεωρώ ότι ο συγγραφέας πρέπει να δίνει χώρο στον μεταφραστή ή στη μεταφράστρια να αποδώσει το κείμενο όπως νομίζει. Μου αρέσει οι μεταφραστές/-τριες να έχουν το στιλ τους, την αυτονομία τους, όπως η Μαρία.
Η δημοσιογραφική σας ιδιότητα έχει επηρεάσει τον τρόπο που γράφετε;
Σίγουρα μ’ έχει βοηθήσει το επάγγελμα του δημοσιογράφου. Πλέον όμως γράφω απλώς απόψεις σε κάποιες εφημερίδες, δεν κάνω ρεπορτάζ. Ήταν μεγάλο σχολείο η δημοσιογραφία και έχω επίγνωση ότι με έχει επηρεάσει λογοτεχνικά.
Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου σας και τις αναφορές σε αυτό δεν περιμένει κανείς να είναι χιουμοριστικό. Κι όμως, η γραφή από την αρχή είναι χιουμοριστική. Αυτό είναι το στιλ σας;
Το αυστηρό στιλ των περιγραφών και του οπισθοφύλλου δεν έχει σχέση με τον τρόπο που γράφω. Δεν κάνω ποτέ ο ίδιος την περίληψη, αυτή είναι επιλογή των εκδοτών, που τους αρέσει να βγάζουν αυτή τη σοβαρότητα και αυστηρότητα· αντίθετα, εμένα μ’ αρέσει η ειρωνεία και το χιούμορ στη γραφή. Σε βοηθάνε να βλέπεις τα πράγματα από μία απόσταση. Διαβάζοντας λογοτεχνικές κριτικές για τα βιβλία μου δεν ταυτίζομαι με ευκολία με αυτά που γράφονται, θεωρώ ότι πάντα κάτι ξεφεύγει και χαίρομαι γι’ αυτή την ερώτηση, διότι δεν μπορώ να δω τα βιβλία μου χωρίς το χιούμορ και την ειρωνεία. Οι εκδότες δίνουν περισσότερη σημασία στη σοβαρότητα. Στο πλαίσιο πάντα του χιούμορ και της ειρωνείας, μπορώ να πω ότι οι εκδότες είναι σκέτη καταστροφή. (Γέλια)
Αν θέλατε να συστήσετε το βιβλίο σας σε αναγνώστες σαν να μην ήταν δικό σας, γιατί θα τους προτείνατε να το διαβάσουν;
Για τους χαρακτήρες με τους οποίους μπορούμε να ταυτιστούμε σε σημεία, για την οικογενειακή ιστορία. Το κεντρικό θέμα είναι η ιστορία μιας οικογένειας. Πρόκειται για ένα οικογενειακό δράμα.
Γράφετε τώρα κάτι άλλο;
Γράφω κάτι που θα εκδοθεί τον επόμενο χρόνο. Πρόκειται για μια προσωπικότητα της Ισπανίας, που έχει παγκόσμια επιρροή. Δεν μπορώ όμως να πω παραπάνω, διότι έχω συμβόλαιο εχεμύθειας.
Και μια τελευταία ερώτηση. Γράφετε ότι συζητούσατε με τον φίλο σας ανάμεσα σε ντράι μαρτίνι. Όταν γράφετε, πίνετε καφέ ή αλκοόλ;
Καφέ για να γράψω και ποτό για να συζητήσω. Ντράι μαρτίνι έπινα μόνο στη Βαρκελώνη, με αυτόν τον φίλο μου.
Η συζήτηση τελειώνει κι ο Σέρχιο ντελ Μολίνο αναφέρει ότι στην Ελλάδα έχει πιει μόνο μπίρα, δεν δοκίμασε ούζο, ενώ ο καφές του βρίσκεται στο τραπέζι, καθώς βγάζουμε τη φωτογραφία που θα αποτυπώσει τη συνάντησή μας.
Οι Γερμανοί
Sergio del Molino
μετάφραση: Μαρία Παλαιολόγου
Ίκαρος
408 σελ.
ISBN 978-960-572-761-1
Τιμή 18,80€
Έρικα Αθανασίου δημοσιογράφος και συγγραφέας
https://diastixo.gr/sinentefxeis/xenoi/24874-sergio-del-molino


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου