Χαρούλα Αποστολίδου
Το μυθιστόρημα Όταν σβήνουν τα κεριά της Φωτεινής Καϊοπούλου, που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Πνοή, είναι ένα έργο βαθιά ανθρώπινο, συγκινητικό και σύγχρονο. Ένα έργο που μιλά για τον πόνο, την απώλεια, την προσφορά, αλλά και για την ανάγκη κάθε ανθρώπου να σταθεί ξανά στα πόδια του, όταν όλα φαίνονται χαμένα.
Η Φωτεινή Καϊοπούλου μάς ταξιδεύει μέσα από τις ιστορίες γυναικών που έχουν δώσει πολλά στους άλλους και έχουν ξεχάσει τον εαυτό τους. Κεντρικό πρόσωπο η Έλσα, μια γυναίκα που κουράστηκε να αντέχει και που, τελικά, λυγίζει – όχι για να χαθεί, αλλά για να ξαναβρεί τη δύναμή της.
Η Έλσα εργάζεται ως εθελόντρια αρχικά σ’ έναν καταυλισμό προσφύγων στη Λέσβο και στην πορεία σ’ ένα χωριό της Αφρικής με τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα. Κάποια στιγμή καταρρέει. Δεν μιλά, δεν ανταποκρίνεται σε καμία θεραπεία. Οι γιατροί δεν βρίσκουν τι έχει. Tο σώμα της δείχνει άρρωστο, αλλά δεν υπάρχει ιατρική εξήγηση.
Η νεαρή γιατρός και φίλη της, Ντελμάρ, αποφασίζει να την πάει σε μια σαμάνα –τη γριά Ντάντα–, τη θεραπεύτρια του χωριού. Εκεί ξεκινά μια μυστικιστική τελετή. Η Έλσα, ακίνητη και σιωπηλή, ξαπλωμένη πάνω στο χώμα αρχίζει σιγά σιγά να «θυμάται» τη ζωή της, τη δουλειά, τον γάμο της, τα παιδιά, τη μοναξιά, όλα όσα την έφτασαν στο σημείο της κατάρρευσης. Η Έλσα είναι μια γυναίκα που δεν μιλούσε, αλλά ενεργούσε. Ωστόσο, αυτό που δεν ειπώθηκε το επωμίστηκε το σώμα της. Η εγκατάλειψη, η ντροπή, ο χωρισμός, η απογοήτευση, η μοναξιά, όλα κατέβηκαν στο σώμα και έγιναν πυρετός, τρόμος, παραίτηση.
Κινείται με άνεση ανάμεσα στη βαθιά συγκίνηση και την πνευματική περισυλλογή. Χρησιμοποιεί πλούσιο λεξιλόγιο, αλλά ποτέ φλύαρο.
Το βιβλίο είναι ένα ταξίδι προς τα μέσα, διά μέσου αναμνήσεων, εικόνων και αισθήσεων. Δεν έχει δράση με την κλασική έννοια και αγωνία, αλλά έχει συγκίνηση, εσωτερική ένταση και βαθιά αλήθεια.
Η Έλσα είναι ένα πρόσωπο που κουβαλά βαρύ παρελθόν και βαθύ τραύμα (όχι μόνο δικό της). Κατάπιε συναισθήματα για χρόνια, αφοσιώθηκε στις ευθύνες της με αυτοθυσία και έθαψε τις προσωπικές της ανάγκες στο όνομα της «κανονικότητας». Η αρρώστια της, που εμφανίστηκε χωρίς σαφή ιατρική αιτιολογία, είναι η σωματοποίηση της ψυχικής κατάρρευσης, η σιωπή, η θλίψη, η απομόνωση.
Στο βιβλίο αναγνωρίζουμε τη σιωπή ως αρρώστια, τη θηλυκή αλληλεγγύη ως πράξη σωτηρίας, την τοξική προσφορά χωρίς προσωπικά όρια, το τίμημα της γυναικείας αντοχής, την ανάγκη ψυχικής ριζοσπαστικότητας για να σωθεί η ψυχή και το σώμα, τον θάνατο της ταυτότητας αλλά και –εν τέλει– την αναγέννησή της μέσα από την οδό της αυτοθυσίας αλλά και –αναγκαστικά– της αυτογνωσίας. Το μυθιστόρημα δεν καταγγέλλει την προσφορά, αλλά εγείρει την ανάγκη του ορίου. Η Ντελμάρ είναι εκείνη που της το φωνάζει: «Ξέχασες να κρατήσεις λίγη αγάπη για σένα».
Το ερώτημα που θέτει το βιβλίο είναι απλό, αλλά δύσκολο: μπορείς να θεραπεύσεις τους άλλους, αν είσαι βαθιά άρρωστος μέσα σου; Η Έλσα αντιπροσωπεύει όλες τις γυναίκες που δίνουν τα πάντα ξεχνώντας τον εαυτό τους, ενώ αρρωσταίνουν, επειδή είναι η μνήμη τους θαμμένη. Το σώμα εκφράζει όσα η ψυχή σιώπησε. Και η θεραπεία ξεκινά μόνο όταν η μνήμη αναδυθεί.
Το φόντο του μυθιστορήματος –Λέσβος, Κονγκό, προσφυγικοί καταυλισμοί, χωριά και πόλεις στη νεότερη ελληνική ιστορία– δεν είναι διακοσμητικό. Αντιθέτως, αποτυπώνει τον παγκόσμιο ανθρώπινο πόνο, την αποδόμηση της ελπίδας. Μέσα σ’ αυτό, τα πρόσωπα του βιβλίου προσπαθούν να μείνουν άνθρωποι.
Άλλα κύρια πρόσωπα
– Η Ντελμάρ, προϊόν δυτικής ιατρικής, και η Ντάντα, φύλακας της παραδοσιακής σοφίας, συμβολίζουν δύο κόσμους. Το βιβλίο προτείνει τη συνεργασία και τη συνύπαρξη. Η επιστήμη χωρίς πνευματικότητα είναι ημίμετρο, το ίδιο και η πνευματικότητα χωρίς γνώση.
– Η γιαγιά Ελισώ, φωνή της χαμένης σοφίας: Η γιαγιά της Έλσας είναι μια γυναικεία φιγούρα που εμφανίζεται κυρίως μέσω αναμνήσεων και εσωτερικού διαλόγου. Η φωνή της επιστρέφει στη σκέψη της Έλσας τη στιγμή της κρίσης σαν εσωτερική καθοδήγηση. Η γιαγιά Ελισώ είναι σοφή, τρυφερή αλλά με πικρή εμπειρία. Μιλά σε απλή, καθημερινή γλώσσα εκφράζοντας τη λαϊκή σοφία. Έχει γνωρίσει τη στέρηση, τη μοναξιά, το αδιέξοδο, τη μετανάστευση, την απομάκρυνση από το σπίτι, την απώλεια των παιδιών της. Μπόρεσε, όμως, να διαχειριστεί τη ζωή της με παλικαριά. Λειτουργεί ως η φωνή της ενστικτώδους γυναικείας σοφίας που η Έλσα έχει καταπιέσει ή ξεχάσει. Μιλά στην εγγονή της με προστακτική τρυφερότητα, της θυμίζει: «Να κάμεις το σωστό, γιαβρί μου, αλλά έχε κι ένα παραθύρι ανοιχτό, να φεύγει η σκασίλα. Να μπαίνει το φως, κοκόνα μου!». Αυτό δεν είναι απλώς συμβουλή, είναι παρακαταθήκη ζωής, να μη θυσιαστείς ολοκληρωτικά, χωρίς να κρατήσεις κάτι για σένα. Η γιαγιά εκπροσωπεί τη γυναικεία εμπειρία προ του φεμινισμού, την προσωποποίηση της «σιωπηλής γενιάς» που δούλευε, πονούσε και δε μιλούσε. Λειτουργεί ως εσωτερικός πυρήνας μνήμης και αντίστασης.
– Μαρία της Κρήτης, η συνάντηση με τη στέρηση: Η Μαρία της Κρήτης είναι ένα πρόσωπο, που συναντά η Έλσα ως φοιτήτρια. Ζει με μόνιμη ενοχή κι έχει χάσει τον έρωτα από τη ζωή της. Μια υπόγεια ύπαρξη – χωρίς ήχο, χωρίς παρουσία. Είναι εσωστρεφής, σχεδόν άλαλη, ουσιαστικά χωρίς γλώσσα, κουβαλά ανείπωτη απώλεια και βαθύ ψυχικό τραύμα. Η Μαρία αντιπροσωπεύει την άκρα σιωπή. Είναι σαν ζωντανό φάντασμα ανάμεσα σε ανθρώπους – μια προειδοποίηση για το τι συμβαίνει, όταν ο πόνος δεν εξωτερικεύεται, δεν μοιράζεται. Αν η Έλσα βρίσκεται στο κατώφλι του ψυχικού αφανισμού, η Μαρία το έχει ήδη περάσει. Η επαφή της Έλσας με τη Μαρία είναι καταλυτική, την κάνει να συνειδητοποιήσει πού μπορεί να οδηγήσει ο ανεπεξέργαστος πόνος. Η Έλσα στα πρόθυρα, η άλλη μέσα στο σκοτάδι.
Η γιαγιά Ελισώ και η Μαρία της Κρήτης λειτουργούν ως αντίθετοι πόλοι στην εσωτερική διαδρομή της Έλσας: η γιαγιά Ελισώ είναι η φωνή της μνήμης, της λαϊκής σοφίας, της τρυφερής προτροπής για ζωή. Η Μαρία της Κρήτης είναι η αφωνία, η απώλεια, η παραλυτική θλίψη, η παραίτηση από τη ζωή. Η Έλσα, ανάμεσα στις δύο, επιλέγει –ασυνείδητα, ίσως– να ακούσει τη φωνή της πρώτης και να μη βυθιστεί στη μοίρα της δεύτερης.
Ύφος – Γλώσσα και γραφή
Η Φωτεινή Καϊοπούλου γράφει με λυρισμό, βάθος και δραματικότητα. Οι περιγραφές είναι πυκνές, γεμάτες συμβολισμούς – η γη, ο καπνός, το νερό, τα κεριά. Η αφήγηση άλλοτε κινείται στον εσωτερικό μονόλογο και άλλοτε σε τριτοπρόσωπη παρατήρηση. Ο λόγος είναι πλούσιος, μα όχι εξεζητημένος. Σε πολλά σημεία είναι ποιητικός, στοχαστικός και ταυτόχρονα ωμός. Κινείται με άνεση ανάμεσα στη βαθιά συγκίνηση και την πνευματική περισυλλογή. Χρησιμοποιεί πλούσιο λεξιλόγιο, αλλά ποτέ φλύαρο.
Ο ρυθμός της αφήγησης ακολουθεί την ανάσα του σώματος – κάποιες φορές γρήγορος, άλλες αργός, τελετουργικός, σχεδόν μυστικιστικός. Οι εικόνες είναι ζωντανές. Η χρήση της παρομοίωσης, της μεταφοράς και της αρχαϊκής μνήμης συντελούν στη διαχρονικότητα του κειμένου.
Το έργο Όταν σβήνουν τα κεριά δεν είναι μόνο λογοτεχνία. Είναι ένα τελετουργικό θεραπείας για τον αναγνώστη. Είτε το βιώνει μεταφορικά είτε προσωπικά, ο καθένας μπορεί να αναγνωρίσει κάτι δικό του στη μορφή της Έλσας: μια σχέση που έσβησε, μια ταυτότητα που χάθηκε, μια ελπίδα που περιμένει να ξαναφουντώσει.
Η Φωτεινή Καϊοπούλου προσφέρει ένα έργο βαθύτατα γυναικείο, αλλά όχι αποκλειστικά φεμινιστικό. Είναι για όλους όσοι νιώθουν πως κάτι μέσα τους «σβήνει» και αναζητούν τον τρόπο να ανάψουν ξανά το κερί. Εξάλλου, όπως σημειώνει η συγγραφέας: «Κανένα κερί δεν σβήνει για πάντα, όσο υπάρχει αγάπη».
[Η Χαρούλα Αποστολίδου είναι φιλόλογος και θεατρική συγγραφέας.]
Όταν σβήνουν τα κεριά
Φωτεινή Καϊοπούλου
Εκδόσεις Πνοή
556 σελ.
ISBN 978-618-5909-17-8
Τιμή €17,00
https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/25619-otan-sbinoun-ta-keria


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου